Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1699 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιολογία δόλου - γνώσεως ψεύδους. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1699/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την κοινή αίτηση (έκθεση) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και 3) Χ3, που παρέστη με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, για αναίρεση της με αριθμό 7282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πρόκο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε, ήταν επίσης ψευδή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει ,όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. 'Οταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7282/2007 απόφασής του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος από τους κατηγορουμένους Χ1 υπέβαλε στις 3-11-2000 στο Α.Τ. Αγίου Δημητρίου την από 2-11-2000 μήνυσή του σε βάρος της εγκαλούσας Ψ1 και της μητέρας του Γ1 κατηγορώντας τες, εν γνώσει του ψευδώς ότι του αφαίρεσαν τα αναφερόμενα στη μήνυση κινητά πράγματα, με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για το αδίκημα της υφαίρεσης αντικειμένων συνολικής αξίας πάνω από 25.000.000 δραχμές. Η ανωτέρω μηνύτρια αθωώθηκε με την με αριθμό 1378/06 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (σχ. Το 3662/4-10-2006 και 383/28-9-2006 πιστοποιητικά του γραμματέα του Αρείου Πάγου και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα). Συνεπώς και με δεδομένο ότι η εγκαλούσα αθωώθηκε από την κατηγορία της υφαίρεσης, που προκλήθηκε εξ αιτίας της παραπάνω μήνυσης του πρώτου κατηγορουμένου, συνεκτιμωμένων και των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 είχε σκοπό και πρόθεση να προκαλέσει την καταδίωξη της μηνύτριας που ήταν πρώην σύζυγος του, μολονότι γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στη μήνυσή του, ήταν ψέματα. Όσον αφορά τους δεύτερο και τέταρτη από τους κατηγορουμένους (Χ3 και Χ2) που κατέθεσαν ένορκα ως μάρτυρες ότι είχαν αφαιρεθεί τα κινητά πράγματα που αναφέρονται στη μήνυση, αποδείχθηκε ότι ενώ γνώριζαν την αλήθεια της μη αφαίρεσης των κινητών πραγμάτων, παρόλα αυτά εν γνώσει τους κατέθεσαν ψέματα ότι αφαιρέθηκαν. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος που συνδεόταν με αυτούς με μακροχρόνια φιλία και συνεργασία, προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να ψευδομαρτυρήσουν, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό. Συνεπώς ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε δύο ψευδορκίες μαρτύρων και οι 2ος και 4η από τους κατηγορουμένους για ψευδορκία". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι των πιο πάνω πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος (ο δεύτερος και η τρίτη) και της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, κατά συρροή, ο πρώτος. Ειδικότερα ο πρώτος (Χ1), κηρύχθηκε ένοχος του ότι υπέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, στις 3-11-2000 στο Α.Τ. Αγίου Δημητρίου την από 2-11-2000 μήνυσή του σε βάρος της εγκαλούσας Ψ1 και της μητέρας του Γ1 και κατεμήνυσε εν γνώσει της αναλήθειας την εγκαλούσα, ως δράστη παρανόμων ενεργειών και συγκεκριμένα κλοπής (υφαίρεσης) σε βαθμό κακουργήματος, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της γι' αυτήν, το κρίσιμο δε περιεχόμενο της μηνύσεως του , λεπτομερώς εκτίθεται στο διατακτικό της αποφάσεως, όπου και απαριθμούνται τα υφαιρεθέντα κινητά πράγματα και οι συνθήκες υφαιρέσεως αυτών, η συνολική αξία των οποίων προσδιορίζεται, πλην των εγγράφων των οποίων η αξία υπερβαίνει το ποσό των 100.000.000 δρχ, στο ποσό των 27.750.000 δραχμών. Η αλήθεια όμως, όπως αναφέρεται στο διατακτικό της αποφάσεως, την οποία γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ήταν ότι η εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγος του Ψ1 ουδέποτε αφαίρεσε την οικοσκευή ή το αρχείο του από τη συζυγική τους οικία και τα λοιπά διαμερίσματα της πολυκατοικίας του πρώτου κατηγορουμένου και ότι ουδέποτε τη συνέδραμε η μητέρα του Γ1 σε τέτοια ενέργεια. Ότι την 25-10-2000 που αποχώρησε η εγκαλούσα πήρε μαζί της μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα και του παρέδωσε τα κλειδιά του αρχείου του. Ότι την οικοσκευή, που ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος πως λείπει από το διαμέρισμα όπου κατοικούσε, τη μετέφεραν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 και ο τρίτος Χ σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Ότι την ίδια ημέρα (25-10-2000 ) έφθασε μετά την αποχώρηση της εγκαλούσας στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου Χ, στο οποίο φορτώθηκαν αντικείμενα του πρώτου κατηγορουμένου. Ότι τα έγγραφα που ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος πως έλειπαν από το αρχείο του βρίσκονταν στα χέρια των Χ3 και Χ. Αποτέλεσμα δε της ως άνω ψευδούς μηνύσεως του πρώτου κατηγορουμένου, το οποίο επεδίωξε, ήταν να ασκηθεί ποινική δίωξη στην εγκαλούσα για κλοπή (υφαίρεση ) αντικειμένων συνολικής αξίας άνω των 25.000.000 δραχμών, να διενεργηθεί κυρία ανάκριση από τον Ανακριτή του 6ου(tm) Τακτικού Τμήματος Αθηνών και να παραπεμφθεί αυτή να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Επίσης ο αυτός κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι στην Αθήνα στις 19/4/2001 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν. Ειδικότερα με προτροπές, παραινέσεις και επικαλούμενος τις συμβουλές που οι λοιποί κατηγορούμενοι του είχαν δώσει υποδεικνύοντας του πως η σύζυγος του και νυν εγκαλούσα Ψ1, επιθυμούσε δήθεν να τον βλάψει, έπεισε τους συγκατηγορουμένους του Χ3 και Χ2 να εκτελέσουν τις πιο κάτω αναφερόμενες άδικες πράξεις τους. Ο δεύτερος αναιρεσείων Χ3, κηρύχθηκε ένοχος του ότι στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2001, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Ειδικότερα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών του 6ου Τακτικού Τμήματος, εν γνώσει του κατέθεσε τα εξής ψευδή "...... οπότε και έγινε αντιληπτό ότι η γυναίκα του με τη βοήθεια της μητέρας του είχε αφαιρέσει από το σπίτι τους στο ..... όλη την οικοσκευή καθώς και τα προσωπικά του αρχεία. ..Στην υφαίρεση της οικοσκευής αυτής συμμετείχε και η μητέρα του Χ1... Η αξία της οικοσκευής που αφαίρεσε η γυναίκα του μηνυτή και η μητέρα του είναι περίπου 30.000.000 δρχ...". Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 ήταν ότι η εγκαλούσα ουδέποτε αφαίρεσε την οικοσκευή ή το αρχείο του πρώτου κατηγορουμένου από τη συζυγική τους οικία και τα λοιπά διαμερίσματα της πολυκατοικίας και ότι ουδέποτε τη συνέδραμε η μητέρα του Γ1 σε τέτοια ενέργεια. Ότι την 25-10-2000 που αποχώρησε η εγκαλούσα πήρε μαζί της μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα και παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο τα κλειδιά του αρχείου του. Ότι την οικοσκευή, που ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος πως λείπει από το διαμέρισμα όπου κατοικούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, τη μετέφεραν ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο τρίτος Χ σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Ότι την ίδια ημέρα ( 25-10-2000 ) έφθασε μετά την αποχώρηση της εγκαλούσας στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου Χ, στο οποίο φορτώθηκαν αντικείμενα του πρώτου κατηγορουμένου. Ότι τα έγγραφα που διαπιστώθηκε πως έλειπαν από το αρχείο του πρώτου κατηγορουμένου βρίσκονταν στα χέρια των Χ3 και Χ . Η τρίτη αναιρεσείουσα Χ2 κηρύχθηκε ένοχη του ότι στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2001 ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Ειδικότερα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών του 6ου Τακτικού Τμήματος, στην αυτή υπόθεση, εν γνώσει της κατέθεσε τα εξής ψευδή ".....και εκεί διαπιστώσαμε ότι εκτός από τα έπιπλα και κουρτίνες είχαν αφαιρεθεί όλα τα πράγματα. του σπιτιού, όπως σερβίτσια, χαλιά, σεντόνια κ.λ.π.". Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε η τέταρτη κατηγορουμένη Χ2, ήταν, όπως αυτή αναφέρεται και πιο πάνω. Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 46 παρ. 1α , 94, 224 παρ.2- 1 , 227 παρ.1 και 229 ΠΚ ο πρώτος αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.