Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1701 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ακυρότητα σχετική. Περίληψη: Παράβαση ΑΝ 86/67 σε συνδυασμό με ΠΔ 913/
- Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση. Η ακυρότητα της κοινοποίησης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο πρέπει να προτείνεται με λόγο έφεσης. Αριθμός 1701/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ.3023/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώ με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 18 Μαρτίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 19/
- Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν στο σύνολό τους η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 1 του Π.Δ. 913/1978, ο εργοδότης πλοιοκτήτης υποχρεούται να καταβάλλει στο Ν.Α.Τ., όχι μόνο την παρά του ιδίου παρακρατούμενη εισφορά των ασφαλισμένων που εργάζονται στο πλοίο του, αλλά και τη δική του (εργοδοτική) εισφορά, για την καταβολή της οποίας ευθύνεται και ο εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 εδ. β' του ιδίου, ως άνω, Προεδρικού Διατάγματος. Η ποινική κύρωση των κατά τα άνω παραβατών, καθιερώθηκε με το Ν.1711/1987, με το άρθρο 1 παρ. 5 εδ. β' του οποίου, που τροποποίησε την παρ. 7 του άρ. 86 του Ν.792/1978, ορίσθηκε δε ότι, για τις καθυστερούμενες εισφορές, ασχέτως εάν είναι εργοδοτικές ή μη, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Α.Ν. 86/1967, που καθιερώνουν την ποινική ευθύνη για τους καθυστερούντες την καταβολή αυτών. Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικές ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικού Λογαριασμού και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υποχρέου, η ιδιότητά του, ως εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές, που τον βαρύνουν ατομικώς, καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.), ορίζεται, κατά μεν την παρ. 4 του άρθρου 86 του Π.Δ. 913/1978, μόλις λήξει το εξάμηνο από την έκδοση του ναυτολογίου, κατά δε τις παρ. 6 και 7 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι ο υπόχρεος (πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, συμπλοιοκτήτης, διευθυντής, διαχειριστής και εν γένει εκπρόσωπος της εταιρείας) πρέπει να καταβάλλει προς το Ν.Α.Τ. τις εισφορές εντός δέκα ημερών από της λήξεως εκάστου εξαμήνου από της εκδόσεως του ναυτολογίου και ασχέτως αντικαταστάσεων ή μη τούτου. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 3023/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι έξι
(26)μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, για μη καταβολή εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών στο Ν.Α.Τ. (άρθρα 1 παρ. 1-2 Α.Ν. 86/1967, 84, 86, 89, 98 Π.Δ. 913/1978, 1 παρ.5 εδ. β' Ν.1711/1987 σε συνδ. με άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ.0, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Όπως συνάγεται από το από ...... προσύμφωνο που υπογράφηκε μεταξύ Γ1 και του κατηγορουμένου, οι παραπάνω συμφώνησαν την είσοδο του κατηγορουμένου στην εταιρία "......" που εδρεύει στο ... Αττικής (....), πλοιοκτήτρια του πλοίου "Δ1 " νηολογίου Βόλου ..., κοχ 498,60, αρχικά με τη μεταβίβαση σ' αυτόν ποσοστού 51% των μετοχών της εταιρίας και, μετά την αποπληρωμή του σ' αυτό (συμφωνητικό) αναφερομένου τιμήματος, του υπόλοιπου ποσοστού 49% των μετοχών, με απώτερο σκοπό να περιέλθει ουσιαστικά στον κατηγορούμενο η εκμετάλλευση του παραπάνω πλοίου, αφού τύποις πλοιοκτήτρια θα ήταν η εταιρία. Με το από ..... πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της πλοιοκτήτριας εταιρίας που καταχωρήθηκε στην Υπηρεσία Μητρώου ναυτικών εταιριών στις 5.9.2000 πρόεδρος ανέλαβε ο κατηγορούμενος. Την 3.3.2001 το ίδιο ως άνω πλοίο που όμως έφερε σημαία Σάο Τόμε και όνομα "Δ2" κατασχέθηκε από τους λιμενικούς Λέρου διότι χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς λαθρομεταναστών, η δε κατάσχεση επικυρώθηκε με την 362/8.3.2001 απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου Κω με την οποία διατάχθηκε επιπρόσθετα η δήμευση του πλοίου. Με το με αριθμ. 25/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κω ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί ως υπαίτιος του αδικήματος της διευκόλυνσης της μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, που τελέστηκε στη .... στις 3.3.2001. πρόκειται δηλ. για το ίδιο ένδικο περιστατικό στα πλαίσια της προανάκρισης για το οποίο κατασχέθηκε το παραπάνω πλοίο. Το πλοίο μετά τη δήμευση του πλαγιοδετήθηκε στο λιμάνι ..... της Λέρου όπου και παρέμεινε δημευμένο μέχρι τον εκπλειστηρίασμα του στις 24.3.2003 από τον ΟΔΔΥ. Ο κατηγορούμενος καθ'όλο το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο διάστημα δηλ. από 10.6.2001 έως 2.3.2006 παρέμενε, εκ της ιδιότητας του ως εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας, υπεύθυνος έναντι του Ν.Α.Τ. για τις ασφαλιστικές εισφορές του ναυτολογηθέντος στο πλοίο πληρώματος αποτελούμενου από 7 μέλη, ύψους 122.04141 ευρώ εργοδοτικές και 106.317,39 ευρώ εργατικές, όπως αυτές έχουν υπολογιστεί με το 10 (ΦΕ 30/06) ναυτολόγιο Λιμένος Φούρνων Ικαρίας. Οι εισφορές αυτές οφείλονται ως έχουν μέχρι σήμερα, επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος αιτούμενος την απαλλαγή του εκτιμάται ότι διατυπώνει τους εξής ισχυρισμούς: 1) ότι στις 19.9.2000 δηλ. 7 σχεδόν μήνες πριν την κατάσχεση του πλοίου, αυτός ως εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας μεταβίβασε το πλοίο στην εταιρία "ΡLAYA NEGRA SΗΙΡΡΙΝG C0 SΑ", την οποία επίσης εκπροσωπεί, και ότι κατά το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο χρονικό διάστημα το πλοίο δεν ήταν πλέον εξοπλισμένο με το ναυτολόγιο με βάση το οποίο υπολογίστηκαν οι επίδικες οφειλές ούτε υπήρχε επ'αυτού ναυτικός υπόχρεος στο ΝΑΤ, 2) περαιτέρω ότι από 3.3.2001 το πλοίο ήταν κατασχεμένο και ήδη στις 24.3.2003 πωλήθηκε με δημοπρασία, οπότε τουλάχιστον από 3.3.2001 κι εξής δεν υπηρετούσε σ'αυτό κανένας ναυτικός. Όσον αφορά τον 1° από τους παραπάνω ισχυρισμούς, αυτός δεν είναι αληθής και τούτο διότι η μεταβίβαση του πλοίου στην αλλοδαπή εταιρία και η αλλαγή σημαίας δεν έγιναν νόμιμα, αφού ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς την έγκριση των λοιπών μετόχων της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αυθαίρετα με το από 18.9.2000 "bill of sale" μεταβίβασε το επίδικο πλοίο στην "ΡLAYA NEGRA SΗΙΡΡΙΝG C0 SΑ", που εδρεύει στην Ονδούρα και την οποία εκπροσωπεί ο ίδιος και στη συνέχεια προέβη στην αλλαγή σημαίας σε Σάο Τόμε και ονόματος του πλοίου σε "Δ2", σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της νομιμότητας της εν λόγω μεταβίβασης, χωρίς πρώτα να διαγράψει το πλοίο από το ελληνικό νηολόγιο. Απόδειξη των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι ο έτερος μέτοχος της πλοιοκτήτριας, Γ1, την 1.3.2001 δηλ. 2 ημέρες πριν την κατάσχεση του πλοίου, έστειλε επιστολή προς το ΥΕΝ στην οποία ανέφερε πως είχε πληροφορηθεί τις παραπάνω ενέργειες του κατηγορουμένου και παρακαλούσε για τον εντοπισμό του πλοίου. Το γεγονός της μη διαγραφής του πλοίου από το ελληνικό νηολόγιο δέχθηκε και το Συμβούλιο Πλημ/κών Κω που στο 25/2002 βούλευμα του κάνει σκέψη περί του ότι "Το πλοίο που κατέστειλε την ελληνική σημαία υψώνοντας σημαία SΑΟ ΤΟΜΕ και άλλαξε όνομα από "Δ1" (νηολογίου Βόλου 55) σε "Δ2" χωρίς όμως να έχει διαγραφεί από τα ελληνικά νηολόγια ...". Περαιτέρω, όσον αφορά τον 2° ισχυρισμό, πράγματι, σύμφωνα με την κοινή λογική, από την ημερομηνία της κατάσχεσης κι εξής δεν υπήρχε λόγος να υπηρετεί προσωπικό στο πλοίο, εκτός ίσως από προσωπικό φυλακής, που όμως δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο στη προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στο πλοίο δεν ανευρέθηκε πάνω σ'αυτό το ναυτολόγιο, γι' αυτό και δεν περιλαμβάνεται στα κατασχεθέντα που μνημονεύονται στο από 3.3.2001 πρακτικό καταγραφής - κατάσχεσης που συνέταξαν τα αρμόδια λιμενικά όργανα, αλλά ούτε τηρήθηκε η προβλεπόμενη σε περίπτωση απώλειας του ναυτολογίου διαδικασία ανασύνταξης ναυτολογίου από το ΥΕΝ με μαρτυρικές καταθέσεις, ώστε να γίνει "κλείσιμο" αυτού και εκκαθάριση των εισφορών. Συνεπώς, όπως βεβαιώνει η μάρτυρας υπάλληλος Ν.Α.Τ., η πλοιοκτήτρια εταιρία, μη ανευρεθέντος του ναυτολογίου ή μη ανασυνταχθέντος, παραμένει υπόλογος έναντι του Ταμείου για όσο διάστημα δεν γίνεται εκκαθάριση των εισφορών. Επομένως, αφού κρίσιμο για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών είναι η ύπαρξη η όχι οφειλής, όπως αυτή προσδιορίζεται από το Ταμείο, η οποία κατά τα παραπάνω υφίσταται, αμφότεροι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν στην ουσία". Με αυτά που εδέχθη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην πληττομένη απόφασή του την από τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματικής διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρ. 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, 84, 86, 89, 98 Π.Δ. 917/1978, σε συνδ. με άρ. 375 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, παραβίασε. Ειδικότερα, αναφέρεται στην πληττομένη απόφαση το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, το πλοίο στο οποίο ήταν ναυτολογημένοι οι ναυτικοί και παρείχαν υπηρεσίες ανάλογες με την ιδιότητά τους, η εργοδότρια - πλοιοκτήτρια εταιρεία, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι ασφαλισμένοι στο Ν.Α.Τ. ναυτικοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναφερθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως αυτών) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.) στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι ναυτικοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος από την οποία (νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας) απορρέει και η υποχρέωσή του για την καταβολή των εισφορών, η οποία (υποχρέωση καταβολής) υφίσταται ακόμη και κατά το διάστημα που το πλοίο κατασχέθηκε από το Λιμεναρχείο της Λέρου, για μεταφορά λαθρομεταναστών από την Τουρκία. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία δεν ήταν απαραίτητο για την επάρκεια της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάσθηκε καθένας απ' αυτούς, το ύψος των αποδοχών ενός εκάστου και άλλα στοιχεία της ναυτικής σχέσης τους με τον οφειλέτη των εισφορών αναιρεσείοντα. Η ύπαρξη δε του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης, η οποία αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, με την υπ' αρ. 7571/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάστηκε αυτός σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών και σε συνολική χρηματική ποινή είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) ευρώ, για μη καταβολή ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών ασφαλισμένων στο Ν.Α.Τ. ναυτικών. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 21.7.2006 έφεση, στην οποία, όμως, δεν προέβαλε με λόγο έφεσης ακυρότητα της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο αυτός καταδικάστηκε πρωτοδίκως, κάτι τέτοιο έκανε κατά την εκδίκαση της έφεσης αυτής, όπου, για πρώτη φορά, προέβαλε ακυρότητα της προς αυτόν επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Ενόψει των ανωτέρω, η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον αναιρεσείοντα, που για πρώτη φορά αυτός προέβαλε με τον ως άνω τρόπο, δηλαδή χωρίς λόγο έφεσης, καλύφθηκε και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σωστά απέρριψε την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, ο δ εκ του αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αρ. 701/2007 αίτηση και τους από 18.3.2008 πρόσθετους λόγους του Χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, για αναίρεση της υπ' αρ. 3023/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ