← Ελλάδα

ΑΠ 1707/2008 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1707 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Αγνώστου διαμονής. Λόγοι έφεσης: ακυρότητα επίδοσης - ανώτερη βία. Διαφορετικοί λόγοι πρέπει να περιέχονται στην έφεση. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Επίκληση λόγου ακυρότητας επιδόσεως εκκαλουμένης αποφάσεως, που δεν αναφέρεται στην έφεση, αλλά με ανυπόγραφη παραπομπή στην πίσω σελίδα της εφέσεως. Απαράδεκτος. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1707/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κατσαντώνη, για αναίρεση της 4551/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1120/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ . Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απηγγέλθη απόντος εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται διά της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά δε το άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα η έκθεση του άρθρου 148, όπως είναι και η παραπάνω έκθεση, είναι άκυρη αν δεν έχει την υπογραφή του υπαλλήλου που την έχει συντάξει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4551/2007 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 1327/20-2-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 75941/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 1500 δραχμές ημερησίως για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την ακόλουθη αιτιολογία "...Στην κρινόμενη υπόθεση από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με όρκο στο ακροατήριο και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύοντας τα εξής: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, με την 75941/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε για την πράξη και υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, από κοινού τελεσθείσης με τον Χ, σε φυλάκιση δεκαπέντε

(15)μηνών, μετατραπείσα προς 1500 δρχ. για κάθε ημέρα φυλάκισης. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος δικάσθηκε ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού είχε κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής στη διεύθυνση επί της οδού ......, ενώ στην ίδια διεύθυνση αναζητήθηκε στις 26-3-1998 για επιδοθεί η εκκαλούμενη και ενόψει του ότι δεν βρέθηκε εκεί, επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στον διορισμό προς τούτο από το Δήμαρχο Αθηναίων, υπάλληλο του Δήμου, ....... Η εν λόγω διεύθυνση είχε δηλωθεί από το μηνυτή με την υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Αγρινίου, στις 8-1-1996 μήνυσή του. Ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε κατά την προανάκριση, αν και αναζητήθηκε δύο φορές με σχετικές παραγγελίες του Πταισματοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν επιδόθηκαν καθόσον δεν βρέθηκε στην ως άνω διεύθυνση. Ο εκκαλών στην έφεσή του ισχυρίζεται ότι δεν (ήταν) αγνώστου διαμονής, κατά τους χρόνους που αναζητήθηκε, αλλά γνωστής, δηλαδή ότι κατοικούσε ..... στην Αθήνα. Δεν ισχυρίζεται όμως ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή, με έναν από τους νομίμους τρόπους, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, στις αρχές (Εισαγγελέα, Πταισματοδίκη κλπ) που παράγγειλαν τις επιδόσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι το πρώτο πληροφορήθηκε την σε βάρος του καταδικαστική απόφαση στις 16-2-07 δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος. Ενόψει αυτών η κρινόμενη έφεση μη περιέχουσα συγκεκριμένο λόγο που να δικαιολογεί το εμπρόθεσμο είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση στην εν λόγω διεύθυνση (.....) ο κατηγορούμενος συνάγεται ότι είχε την επαγγελματική του εγκατάσταση. Τούτο προκύπτει από τη βεβαίωση, με ημερομηνία 31-7-96 της δικαστικής επιμελήτριας του Πταισματοδικείου Αθηνών, η οποία πήγε στη διεύθυνση αυτή για να επιδώσει την από 30-7-1996 κλήση του Πταισματοδίκη Αθηνών. Σύμφωνα με βεβαίωση αυτή, η δικαστική επιμελήτρια, συνάντησε εκεί τον Γ1, εργάτη φορτηγών, που είχαν ως αφετηρία επιχείρηση καφενείου εγκατεστημένης στην ως άνω διεύθυνση, την οποία (επιχείρηση) διατηρούσαν από κοινού ο Χ και ο εκκαλών - κατηγορούμενος, μέχρι ένα χρόνο πριν (30-7-1995) την επιχειρηθείσα επίδοση. Ο ίδιος ως άνω (Γ1) διαβεβαίωσε τη δικαστική επιμελήτρια ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε μετοικήσει ένα χρόνο πριν σε άλλη διεύθυνση. Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από την προγενέστερη (.....) βεβαίωση της ίδιας ως άνω επιμελήτριας, που την τελευταία ημερομηνία επιχείρησε να επιδώσει άλλη κλήση του Πταισματοδίκη Αθηνών κατά την οποία συνάντησε εκεί τον Χ1 ο οποίος την πληροφόρησε ότι ο εκκαλών δεν κατοικούσε στην εν λόγω διεύθυνση". Από την 1327/20-2-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 75941/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία, ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου και η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, τα εξής: "την παρούσα έφεση την ασκεί εκπροθέσμως, διότι το πρώτον επληροφορήθην την 16/2/2007 ότε μετέβην εις το οικείο αστυνομικό τμήμα για την αλλαγή ταυτότητάς μου ότι κατεδικάσθην ερήμην και ως αγνώστου διαμονής εις την ανωτέρω ποινή". Με όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων στην πιο πάνω έφεσή του δεν προβάλλει ακυρότητα του αποδεικτικού ή της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ούτε και λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας). Εκτός του κειμένου της πιο πάνω εκθέσεως, η οποία υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στο πίσω σελίδα αυτής (δια παραπομπής), υπάρχει ανυπόγραφο κείμενο, στο οποίο διαλαμβάνονται, ως λόγοι εφέσεως, ότι ο αναιρεσείων 1) είναι μόνιμος κάτοικος από το έτος 1983 έως και το έτος 1998 και διέμενε στην διεύθυνση ...... στην ...., η οποία και αναγράφεται στο δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας και στη συνεχεία από το έτος 1998 μέχρι σήμερα διαμένει με τη σύζυγό του στην διεύθυνση ...... και, επομένως, κατά το χρόνο που του κοινοποιήθηκε το κλητήριο θέσπισμα και ακολούθως καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν αγνώστου διαμονής, και ότι, 2) από τα προσκομιζόμενα και αναφερόμενα, στο εν λόγω κείμενο δικαιολογητικά, σαφώς προκύπτει η μόνιμη κατοικία του κατά το κρίσιμο χρόνο της κλητεύσεώς του. Το ανυπόγραφο αυτό κείμενο δεν δύναται να συμπληρώσει τις ελλείψεις της εκθέσεως της εφέσεως, αφού δεν δύναται να θεωρηθεί (συμπληρωματικό) κείμενο αυτής, διότι λείπουν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για την εγκυρότητα της εκθέσεως, δηλαδή υπογραφή του αναιρεσείοντος ή του πληρεξουσίου και του γραμματέως ενώπιον του οποίου αυτή ασκήθηκε. Συνεπώς, εφόσον ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, δεν επικαλείτο με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε επικαλείτο λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία για την εγκυρότητά της επιδόσεως ή για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Ανεξαρτήτως αυτού, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ούτε με όσα διαλαμβάνονται το πιο άνω ανυπόγραφο κείμενο, προβάλλεται ορισμένος λόγος εφέσεως, τον οποίο είχε υποχρέωση να ερευνήσει το Δικαστήριο. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή η διεύθυνση της γνωστής, κατά τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατοικίας του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά το χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία έγινε, όπως ρητώς αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις 26/3/1998. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων δεν διευκρινίζει μέχρι πια ημερομηνία του έτους 1998 διέμενε στην οδό .... στην .... και από πότε στην οδό ...... (σε πόλη ή περιοχή που δεν αναφέρει). Επιπλέον δε, δεν αναφέρει αν η κατοικία του αυτή ήταν γνωστή στην αρχή που διέταξε την επίδοση. Παρά την αοριστία αυτή της εφέσεως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, τους απέρριψε- εκ περισσού- ως ουσιαστικά αβάσιμους, με την πιο πάνω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι προβαλλόμενες δε κατά της αποφάσεως αυτής σχετικές αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, από τα οποία προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός διέμενε στις πιο πάνω διευθύνσεις και ότι ουδέποτε διέμενε ή άσκησε επάγγελμα στην οδό ....., όπου αναζητήθηκε, ως τελευταία γνωστή αυτού κατοικία, είναι αβάσιμες, αφού το Δικαστήριο, όπως ρητώς αναφέρεται στο πάνω σκεπτικό του, έλαβε υπόψη του όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ η, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε ΚΠΔ λόγος, για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 114 ΠΚ, περί παραγραφής της ποινής), απαραδέκτως προβάλλεται κυρίως διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Τριμελές Εφετείο δεν εκδίκασε (ούτε ήταν δυνατόν να εκδικάσει) έφεση επί υποθέσεως επί της οποίας είχε επιβληθεί αμετακλήτως ποινή που παράμεινε ανεκτέλεστη επί δεκαετία. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 259/14-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , για αναίρεση της 4551/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.