Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1718 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Απάτη κακουργηματική. Επάρκεια αιτιολογίας απόφασης, Ορθή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Όχι υπέρβαση εξουσίας (εξέταση παραγραφής). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για τους ως άνω τρεις λόγους καταδικαστικής απόφασης. Αριθμός 1718/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικολάου Ζαΐρη, Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Ιωάννου, για αναίρεση της 1976/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1539/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο όφελος, είναι σε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, επιπλέον, κατά την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/18996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση τη παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Η διάταξη δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικότερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια. Συνεπώς πράξεις απάτης που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν το αντικείμενο των μερικότερων πράξεων υπολείπεται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως τους (Ολ. ΑΠ 5/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1976/2008 αποφάσεώς του, το οποίο ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είχε ιδρύσει εταιρεία με τον τίτλο GOLDEN FLASH SUGGESTIONS και την επωνυμία "Χ - ΑΑ ΟΕ" με έδρα την ... και σκοπό την αγορά και πώληση ειδών χρυσοχοΐας και αργυροποιΐας. Κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιουλίου 1989 έως 2-10-1989 κατέστρωσε λεπτομερώς και καλά μελετημένο σχέδιο το οποίο στη συνέχεια εκτέλεσε, προκειμένου να εξαπατήσει τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν στον τομέα της εξαγωγικής του δραστηριότητας. Σκοπός του ήταν η παράνομη είσπραξη από τις τράπεζες εξαγωγικών πριμ για δήθεν κοσμημάτων. Για το σκοπό αυτό κατάρτισε πλαστά τελωνειακά έγγραφα, που αποδείκνυαν την πραγματοποίηση μεγάλων εξαγωγών κοσμημάτων και παράλληλα πλαστές δηλώσεις εισαγομένων μετρητών και αξιών με τις οποίες θα αποδείκνυε την εισαγωγή ποσών συναλλάγματος αντίστοιχων προς το ύψος των εικονικών συναλλαγών εξαγωγών. Στην συνέχεια, χρησιμοποιώντας τα πλαστά δηλωτικά εισαγωγής συναλλάγματος εφοδιάζονταν με βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος, τις οποίες ακολούθως δραχμοποιούσε αυξάνοντας κατά πολύ τα αναγραφόμενα σ' αυτά ποσά. Ακολούθως προσκόμιζε όλα αυτά τα πλαστά και νοθευμένα δικαιολογητικά στις Τράπεζες και παραπλανώντας τους υπαλλήλους σχετικά με τις εξαγωγές που είχαν πραγματοποιηθεί και το συνάλλαγμα που είχε εισαχθεί, κατόρθωσε να εισπράξει παράνομα μεγάλα ποσά με την μορφή εξαγωγικών πριμ. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε τα παρακάτω πλαστά έγραφα: α)..., ..., ..., ..., ..., ... πλαστές δηλώσεις εισαγομένων μετρητών και αξιών του Γραφείου συναλλάγματος του τμήματος Ασφάλειας του Αερολιμένος Αθηνών, β)... και ... "δηλώσεις - τιμολόγια εξαγωγής" (ΔΤΕ) της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας και της Τράπεζας Αττικής αντιστοίχως και τα συναφή με αρ. Δ1 και Δ4/89 τιμολόγια της ΟΕ "Χ-ΑΑ" που ήταν συνημμένα στην αριθμ. ... διασάφηση του Ι' Τελωνείου Αερολιμένα Αθηνών, γ)τα με αριθμ. ..., ..., ... και ... δηλώσεις τιμολογίων εξαγωγής της Τράπεζας Αττικής και δ)όλα τα άλλα έγγραφα που λεπτομερώς προσδιορίζονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής. Τα πλαστά αυτά έγγραφα προσκόμισε στους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών Εθνικής Εργασίας και Αττικής στους οποίους παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι είχε πραγματοποιήσει Εξαγωγές κοσμημάτων στις Η.Π.Α και τον Καναδά και ότι είχε εισαχθεί στην Ελλάδα το αντίστοιχο συνάλλαγμα, όπως ειδικότερα αναγραφόταν στα παραπάνω έγγραφα, αν και εγνώριζε ότι ουδέποτε είχαν πραγματοποιηθεί οι εξαγωγές αυτές και οι αντίστοιχες εισαγωγές συναλλάγματος και έτσι έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών και του κατέβαλαν κατά το διάστημα που προαναφέρθηκε οι Τράπεζες τους ως εξαγωγικό πριμ τα παρακάτω ποσά και ειδικότερα: 1 ) η Εθνική τράπεζα το ποσό των 5.902.077 δρχ. 2) η Τράπεζα Εργασίας το ποσό των 2.030.424 δρχ. και 3) η Τράπεζα Αττικής το ποσό των 5.456.828 δρχ. συνολικά, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι παραπάνω Τράπεζες κατά τα ποσά αυτά που κατέβαλαν αχρεωστήτως και να ωφεληθεί αντιστοίχως παράνομα ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν είχε νόμιμη απαίτηση για την είσπραξή τους. Τα ποσά αυτά δεν θα του κατέβαλαν εάν γνώριζαν οι υπάλληλοί τους ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προβεί στις παραπάνω εισαγωγές συναλλάγματος και εξαγωγές κοσμημάτων. Η ζημία που υπέστησαν οι παραπάνω τράπεζες είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. συνολικά. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος μετέρχεται την απάτη κατ' επάγγελμα γιατί από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αλλά και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε είχε καταστρώσει και εκτέλεσε οργανωμένο σχέδιο (κατάρτιση πλήθους πλαστών εγγράφων και επανειλημμένη χρήση αυτών) για την παραπλάνηση υπαλλήλων διαφορετικών τραπεζών και την επίτευξη κέρδους την πράξη αυτή ετέλεσε και από συνήθεια γιατί από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Να σημειωθεί ότι κατά την κατάστρωση και εκτέλεση του σχεδίου που προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος απέβλεψε στην κτήση συνολικού κέρδους μεγαλύτερου των 5.000.000 δρχ. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του που τον εκπροσώπησε στο Δικαστήριο συνομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν και αμφισβήτησε μόνο τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως. Σαφώς συνομολόγησε την κατάρτιση, τη νόθευση και τη χρήση των παραπάνω εγγράφων. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο κατηγορούμενος φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος αφού ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το παραπάνω όφελος δε που αποκόμισε στο οποίο και απέβλεψε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.999 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκαν αντίστοιχα οι Τράπεζες, Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και πρωτόδικα, να απορριφθεί δε η ένστασή του που αναφέρεται στην παραγραφή της πράξεως. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και το αίτημά του που αναφέρεται στην ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 § 2 ε' ΠΚ και τούτο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι μετά την τέλεση της πράξεως και για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε καλά, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το δελτίο ποινικού του Μητρώου, από το έτος 1989 δηλαδή μετά την τέλεση της παραπάνω πράξεως επανειλημμένα (τουλάχιστον τριάντα φορές) έχει καταδικαστεί για διάφορες πράξεις (έκδοση ακάλυπτων επιταγών, παραβάσεις ΚΟΚ, μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών, ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία, υπεξαίρεση, κλοπή, απάτη, πλαστογραφία, υπεξαγωγή εγγράφων κλπ). Πρέπει να σημειωθεί ότι το δελτίο ποιν. μητρώου αναγνώστηκε μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.