Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 172 / 2012 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Λαθρεμπορία. Περίληψη: Χρήση νοθευμένου εγγράφου και λαθρεμπορία αυτοκινήτου (216 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ, Ε, ΣΤ, Η λόγοι αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 172/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, περί αναιρέσεως της 730/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 982/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1,2 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ.1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο (παρ.2)". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο), ηθελημένη ενέργεια να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν η παραπλάνηση και ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση αυτού σε τρίτους, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένη σε αυτοτελή κύρωση. Χρήση όμως του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε γνώστη της πλαστότητας, από πρόσωπο που δεν είναι ο πλαστογράφος ή είναι άγνωστος ο πλαστογράφος, συνιστά αυτοτελές έγκλημα, τέτοιο δε είναι και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνηση των οργάνων της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της και έκδοση ευνοϊκής για τον χρήστη αποφάσεως. Στοιχειοθετείτε δε αντικειμενικώς χρήση πλαστού εγγράφου, όταν ο δράστης της πλαστογραφίας καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σε αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω, με το ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1, 2 περ. ζ' του άνω νέου νόμου, Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και οι διατάξεις των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του, προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις σε αυτές ποινές φυλακίσεως, καθώς και χρηματική ποινή. Κατά τις άνω διατάξεις λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει και εισάγει, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 730/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για χρήση νοθευμένου εγγράφου και λαθρεμπορία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:
- Στη Λάρισα, στις 14.6.2005, χρησιμοποίηση νοθευμένο έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του υπ' αριθμ. ... τίτλου κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, του με αριθμό πλαισίου ... I.X.E. αυτοκινήτου μάρκας BBW, τύπου 346L, με αλλοιωμένα στο σημείο που αναγράφεται η μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης τα αριθμητικά ψηφία AL31, ΑΝ91/11 που ήταν τα αρχικά χαραχθέντα στα ψηφία ..., τα οποία τέθηκαν εκ των υστέρων και συγκεκριμένα το αριθμητικό ψηφίο -0- δεν είναι το αρχικό χαραχθέν αλλά χαράχθηκε εκ των υστέρων με τη χρήση γραφικού μέσου μελάνης μαύρου χρώματος σε αντίθεση με τις λοιπές ενδείξεις οι οποίες χαράχθηκαν με αναπαραγωγικό μέσο ξηράς κόνεως, (ΤΟΝΕR), προκειμένου να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές, δηλαδή την Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας, για το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονός ότι το εκτελωνισθέν από αυτόν μεταχειρισμένο όχημα έπρεπε να καταταχθεί βάσει της νεότερης ευνοϊκής οδηγίας 98/69 για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας με την οποία ο εισαγωγέας-υπόχρεος έκδοσης καταβάλλει μικρότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ενώ αν δεν είχε επέλθει η ανωτέρω αλλοίωση του αριθμητικού στοιχείου της μεταβλητής ένδειξης της παραλλαγής και έκδοσης το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο θα κατατασσόταν δυνάμει της 96/69 ΕΕ οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα καταβαλλόταν μεγαλύτερος φόρος κατανάλωσης κατά το ποσό των 4.729,97 ευρώ. Ακολούθως το εν λόγω πλαστό έγγραφο κατέθεσε με άλλα έγγραφα στο Τελωνείο Λάρισας, στις 14.06.2005, προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του προαναφερόμενου αυτοκινήτου ενώ επικυρωμένο φ/ο αυτού χρησιμοποίησε προσκομίζοντάς το στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Καρδίτσας, προκειμένου να πετύχει την έκδοση της υπ' αριθμ. πρωτ. 0/7707/16.06.2005 βεβαίωσης από την εν λόγω υπηρεσία με εσφαλμένη κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία και με αποτέλεσμα να υποχρεούται σε μειωμένο καταβαλλόμενο υπέρ του Δημοσίου φόρο που ανέρχεται στο ποσό των 4.729,97 ευρώ.
- Στη Λάρισα, στις 4.6.2005, με οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα με πρόθεση κατέθεσε παραποιημένα παραστατικά για εμπορεύματα που εισήχθησαν στη χώρα κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας αποσκοπώντας στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων τα οποία ανέρχονται σε σημαντικό ποσό. Συγκεκριμένα, δολίως μέσω του εξουσιοδοτημένου από αυτόν εκτελωνιστή του Α. Σ., προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του με αριθμό πλαισίου ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας εργοστασίου ΒΒW τύπου 346L, προσκόμισε στο Τελωνείο Λάρισας τον υπ' αριθμ. ... τίτλο κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, ο οποίος είχε νοθευθεί ως προς την μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης ως προς τα αριθμητικά ψηφία ... που ήταν τα αρχικά χαραχθέντα στα ψηφία τα οποία τέθηκαν εκ των υστέρων ΑL31, ΑΝ91/01 και συγκεκριμένα το αριθμητικό ψηφίο -0- δεν είναι το αρχικό χαραχθέν αλλά χαράχθηκε εκ των υστέρων με τη χρήση γραφικού μέσου μελάνης μαύρου χρώματος σε αντίθεση με τις λοιπές ενδείξεις οι οποίες χαράχθηκαν με αναπαραγωγικό μέσο ξηράς κόνεως (ΤΟΝΕR), πετυχαίνοντας παράλληλα την έκδοσης της υπ' αριθμ. πρωτ. 0/7707/16.06.2005 βεβαίωσης από την Διεύθυνση Συγκοινωνιών Καρδίτσας όπου αναγράφονταν εσφαλμένως η κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία δηλαδή αντί να καταταχθεί το εν λόγω αυτοκίνητο δυνάμει της 96/69 ΕΕ οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατατάχθηκε βάσει της 98/69 και (χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων τα οποία έτσι στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ανέρχονται στο ποσό των 4.729,97 ευρώ. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις του αυτές". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 730/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο αυτοτελών αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ και 137παρ.3,155 παρ. 1 β, 157 παρ. 1 α, 158 παρ. 1, 159 του ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι λεκτέα τα εξής: α) τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, όπως των εγγράφων που αναφέρει ο αναιρεσείων ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο ακριβής τρόπος τέλεσης, από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όχι της νόθευσης με ιδιαίτερο τέχνασμα, του γνησίου αριθμού του με αρ. ... τίτλου κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, εισαχθέντος από τη Γερμανία αυτοκινήτου μάρκας BBW, από το γνήσιο αριθμό ... στο νοθευμένο AL-31, ΑΝ 91/01, με σβήσιμο πρωτελευταίου αριθμού 1 και χάραξη με μελάνη μαύρου χρώματος του αριθμού 0, αλλά χρήσης του παραπάνω νοθευμένου τίτλου κυριότητος, εισαχθέντος υπό του ιδίου από τη Γερμανία αυτοκινήτου στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας, με σκοπό αυτού να παραπλανήσει την αρμόδια αυτή αρχή και το Τελωνείο Λάρισας, ότι δήθεν το εισαχθέν αυτό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, υπαγόταν στην ευνοϊκή ΕΕ 98/69 Οδηγία, αντί της 96/69, για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, με συνέπεια να καταβάλει στο Δημόσιο μικρότερο ειδικό φόρο κατανάλωσης, κατά το ποσό των 4.729,97 ευρώ, κατά το οποίο και ωφελήθηκε, γ) αιτιολογείται με πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου, και για τις δύο πράξεις, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του άνω νοθευμένου εγγράφου που προσκόμισε στις 4-6-2005 τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τελωνείου Λάρισας, κατά τον εκεί εκτελωνισμό του εισαχθέντος υπ' αυτού ΙΧΕ αυτοκινήτου, ώστε να επιτύχει το αυτοκίνητο που είχε εισαγάγει ο ίδιος από τη Γερμανία, να υπαχθεί σε νεότερη ευνοϊκή Οδηγία ΕΕ 98/69 αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, αντί της παλαιότερης ΕΕ 96/69 που υπαγόταν και έτσι να επιτύχει, όπως και έγινε, την καταβολή μειωμένου τέλους ταξινόμησης κατά 4.729,97 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε και αποστέρησε το Ελληνικό Δημόσιο των αντίστοιχων νομίμων πραγματικών φόρων - δασμών εισαγωγής, δ) αιτιολογείται επαρκώς η εν γνώσει της πλαστότητας χρήση εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου του νοθευμένου τίτλου κυριότητας του εισαχθέντος από τον ίδιο από τη Γερμανία μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, αφού κατά τις παραδοχές ενήργησε "με πρόθεση και δολίως με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των αρμόδιων κρατικών αρχών και καταβάλει στο Δημόσιο μειωμένους δασμούς", πράγμα που πέτυχε, προσκομίζοντας το άνω νοθευμένο έγγραφο, στις 4-6-2005 μέσω του εκτελωνιστή του στο Τελωνείο Λάρισας και στις 14-6-2005 στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας και στην Διεύθυνση Συγκοινωνιών Καρδίτσας, ενώ η μεταβολή του χρόνου τελέσεως της λαθρεμπορίας από 16-4-2005 σε 4-6-2005, όπως καταδικάστηκε και στον πρώτο βαθμό, που μπορεί άλλωστε να οφείλεται και σε απλή παραδρομή, δεν επηρεάζει την παραγραφή της πράξης αυτής. ε) από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, και τη μη αναφορά της παρ. 2 του άρθρου αυτού, δεν προκύπτει ασάφεια ούτε εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, αφού σαφώς ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για χρήση νοθευμένου εγγράφου, η δε παράλειψη αναφοράς της παρ. 2 του άρθρου 216 ΠΚ, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, στ) μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων της χρήσης νοθευμένου εγγράφου και της άνω λαθρεμπορίας, συντρέχει αληθής και όχι φαινόμενη συρροή εγκλημάτων, δεν απορροφάται η λαθρεμπορία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και ορθά επιβλήθηκαν σε αυτόν δύο ποινές, κατ' άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω, ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αιτημάτων και των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι και εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, μόνον όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα και κατ' άρθρο 141 παρ.3 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, όλα όσα αναγράφονται σε αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν υπέβαλε στο δικαστήριο, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, δια της απολογίας του, κάποιο αυτοτελή ισχυρισμό ή ένσταση δεδικασμένου από δύο αμετάκλητες προηγούμενες αποφάσεις, 1295/2009 και 2924/2009, του ίδιου δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει ότι υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα ανάγνωσης των εγγράφων της Διεύθυνσης Μεταφορών και Συγκοινωνιών Καρδίτσας, 0/7707/16-6-2005, ώστε το δικαστήριο να είναι υπόχρεο να απαντήσει σε αυτά. Ούτε προκύπτει από τα πρακτικά, ότι τα παραπάνω αυτά έγγραφα της Διεύθυνσης Μεταφορών Καρδίτσας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου τα κατέθεσε στο ακροατήριο και ότι ζήτησε την ανάγνωσή τους και ο πρόεδρος ή το δικαστήριο, αρνήθηκαν την ανάγνωσή τους, ώστε να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και να επέλθει ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως οι σχετικοί ειδικότεροι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης του καταδικασθέντος, για σιγή και αναιτιολόγητη απόρριψη υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, για παραβίαση δεδικασμένου, κατ' άρθρα 57, 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, από τη μη απάντηση στα αιτήματά του και από τη μη ανάγνωση και συνεκτίμηση εγγράφων, που ζήτησε, όπως του 2282/19-5-2008 διαβιβαστικού της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης, που ούτε καν προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν, και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ανάγνωση, κατ' άρθρο 171 παρ.1 δ και 364 ΚΠΔ, των άνω αιτηθέντων προς ανάγνωση εγγράφων και βεβαιώσεων της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Καρδίτσας, και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ αόριστα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν εμπεριέχουν κάποιο άλλο συγκεκριμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως από εκείνους που εκτίθενται περιοριστικά, στις διατάξεις του άρθρου 510 του ΚΠΔ, αλλά συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, ήτοι συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Δεν αποτελούν δε, όπως προαναφέρθηκε, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου και στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων ένα προς ένα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται από τον αναιρεσείοντα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-8-2011 αίτηση-δήλωση του Δ. Μ. του Α., για αναίρεση της 730/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου
- Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ