Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1720 / 2010 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη κατά τη διενέργεια λαπαροσκόπησης από ιατρό, που ενήργησε αμελώς κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας? αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης με λόγους από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων. ΑΡΙΘΜΟΣ 1720/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκότση, περί αναιρέσεως της 663/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ σύζ. Φ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 513 §1εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρ. 155-161 μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 166 ίδιου Κώδικα. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 515§2εδ.α ΚΠΔ, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία από 23.7.2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψσυζ. Φ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστή στη συζήτηση της από 24.6.2010 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου και συνεπώς πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 314§1εδ.α ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών εκείνος που από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρ. 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή , την οποία κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια όταν το ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες. Συγκεκριμένα με το άρθρ. 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρ. 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών, ενώ με το άρθρ. 8εδ.α του β.δ. 156/6.7.1955 "περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας" ορίζεται ότι ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε μη ενδεδειγμένη θεραπευτική η χειρουργική επέμβαση ή πειραματισμό που μπορεί να θίξει το αίσθημα της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς. Συνεπώς ο ιατρός ευθύνεται αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησία του τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής (ΑΠ 2323/2009). Εξ άλλου η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται κατά τα άρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, έχει δε η καταδικαστική απόφαση την αναγκαία αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τόσο τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, όσο και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη (ΑΠ 126/2009). Μάλιστα για την επάρκεια της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση ειδικότερα με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους υπόψη και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η βεβαιότητα αυτή υπάρχει και όταν τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται στην απόφαση μόνον γενικώς κατά την κατηγορία και το είδος τους (λ.χ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ...), αρκεί έτσι να καλύπτεται το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά σε κάθε αποδεικτικό μέσο και ανάλυση του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται με την απόφαση ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα (ΑΠ 356/2009), ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά την ουσία της υπόθεσης και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Σύμφωνα με τα παραπάνω η απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε ιατρός για πρόκληση από αμέλειά του σωματικής βλάβης σε ασθενή κατά την παροχή σ' αυτόν της ιατρικής συνδρομής του, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν σ' αυτή περιγράφεται ως αμελής συμπεριφορά του ιατρού η παράβαση του γενικού καθήκοντός του επιμέλειας κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του, όπως αυτό κατά τα ανωτέρω οριοθετήθηκε, το οποίο δεν επιτρέπει ενέργειες ή παραλείψεις αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης ή τις σύγχρονες μεθόδους θεραπείας, που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση αιτιωδώς σε ασθενή σωματικής βλάβης, που διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί. Μάλιστα αν η αμέλεια του ιατρού συνίσταται σε εσφαλμένους ιατρικούς χειρισμούς από τους οποίους προκλήθηκε η σωματική βλάβη, δηλαδή σε θετικές ενέργειές του και όχι σε αντίστοιχες παραλείψεις του, αρκεί να προσδιορίζονται στην απόφαση οι εσφαλμένοι ιατρικοί χειρισμοί του και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι ενδεδειγμένες επιστημονικά ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβή (πρβλ. ΑΠ 1532/2009), αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για έγκλημα τελούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 15 ΠΚ με παράλειψη. Περαιτέρω λόγο αναίρεσης κατά το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει δε εσφαλ-μένη ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορε-τική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης, που υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και αφορά τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, μ' αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 663/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου προκύπτει ότι μ' αυτή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία χρόνια, επειδή κρίθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια και ειδικότερα αυτός κρίθηκε ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, του ότι " στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο ...., την 10.10.2002, τέλεσε το ακόλουθο έγκλημα, αποτέλεσμα αλληλουχίας των ακόλουθων πράξεων και παραλείψεών του, όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του ως αναπληρωτής διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων του, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε τον τραυματισμό άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τις παρακάτω πράξεις και παραλείψεις του και συγκεκριμένα κατά τη διενέργεια επέμβασης λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής προς αφαίρεση λίθων που υπήρχαν στον οργανισμό της παθούσας Ψ συζύγου Φ, το γένος ..., ως διενεργών την επέμβαση και επικεφαλής της ιατρονοσηλευτικής ομάδας, δεν ενήργησε αυτήν (επέμβαση) σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (άρθρ. 24 α.ν. 1565/1939) και δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού επικεφαλή χειρουργικής κλινικής, ώστε να μην τρώσει άλλα αγγεία του οργανισμού της ως άνω παθούσας και από λανθασμένου χειρουργικού εργαλείου 1) έτρωσε τη συμβολή των κάτω λαγονίων φλεβών προς την κάτω κοίλη φλέβα και τη δεξιά λαγόνιο αρτηρία της, προκαλώντας κακώσεις και βλάβες στην αορτή και ακατάσχετη αιμορραγία, οφειλόμενη στις επιγενόμενες τρώσεις. Συνέπεια δε της αιμορραγίας ήταν επιβεβλημένη και διενεργήθηκε την ίδια ημέρα δεύτερη χειρουργική επέμβαση προς συρραφή των βλαβέντων αγγείων, τελούσα (η δεύτερη χειρουργική επέμβαση) σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με τα ως άνω αποτελέσματα της πρώτης χειρουργικής επέμβασης. Αναγκαία δε παρέστη η συνολική λήψη από την ασθενή 17 συνολικά μονάδων αίματος σε μια
(1)ημέρα. 2) Ακολούθως δε, μη διακοπτόμενης της αιτιώδους συνάφειας, από τις ως άνω τρώσεις των αγγείων διαπιστώθηκε, την
- 2002, στην παθούσα εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση αριστερού σκέλους και αναγκάστηκε να νοσηλευτεί επί 6 ημέρες στο νοσοκομείο, απ' όπου εξήλθε με ιατρική οδηγία αντιπηκτικής θεραπευτικής αγωγής αναγκαία α) για την αναστολή επέκτασης της θρομβωτικής επεξεργασίας εντός του φλεβικού δικτύου και την πρόληψη εμφάνισης του συνδρόμου της χρόνιας φλεβικής ανεπάρκειας, β) για την πρόληψη της πνευμονικής εμβολής. 3) Επί πλέον, μη διακοπτόμενης της αιτιώδους συνάφειας, λόγω της προαναφερόμενης επιβάρυνσης της υγείας της η παθούσα δεν δύναται για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα να υποβληθεί στην απαιτούμενη επέμβαση της λαπαροσκοπικής χολοκυ-στεκτομής. 4) Τέλος, μη διακοπτόμενης της αιτιώδους συνά-φειας, θα αντιμετωπίζει εφ' όρου ζωής το ενδεχόμενο επανεμ-φάνισης της θρόμβωσης, αφού η θρόμβωση που παρουσίασε είναι τραυματικής αιτιολογίας, τα δε βλαβέντα και συρραφέντα αγγεία της θα προδιαθέτουν πάντα σε σχηματισμό του θρόμβου". Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η τρώση των λαγονίων φλεβών της παθούσας Ψ συζ. Φ στη συμβολή τους προς την κάτω κοίλη φλέβα της και τη δεξιά λαγόνιο αρτηρία της προκλήθηκε από " λανθασμένο χειρουργικού εργαλείου" του αναιρεσείοντος. Είναι προφανές ότι πρόκειται για ατελή έκφραση ως προς την αιτία της τρώσης των λαγονίων φλεβών της παθούσας και πρέπει να νοηθεί ότι η τρώση αυτή προκλήθηκε από λανθασμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου, όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, δηλαδή στην όλη έκφραση δεν συμπεριλήφθηκε από παραδρομή η λέξη "χειρισμός", που όμως είναι αυτονόητο ότι συμπληρώνει το επίθετο "λανθασμένος" και προσδιορίζεται απ' αυτό. Ωστόσο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης η τρώση των λαγονίων φλεβών της παθούσας εμφανίζεται να προκλήθηκε από "λανθασμένο χειρουργικό εργαλείο" και η διαφορά αυτή στην αιτία της τρώσης καθιστά, κατά τον αναιρεσείοντα, αντιφατική τη κρίση της απόφασης ως προς την εξειδίκευση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αμελούς συμπεριφοράς, μ' αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το κρίσιμο αυτό στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, είναι και πάλι προφανές ότι πρόκειται για ατελή απλώς διατύπωση στο αιτιολογικό της απόφασης, οφειλόμενη σε παραδρομή και ως νόημα της απόφασης σε σχέση με την αιτία της τρώσης των λαγονίων φλεβών της παθούσας ισχύει ότι η τρώση οφείλεται σε λανθασμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου, του οποίου ο ακριβής προσδιορισμός δεν ήταν απαραίτητος για τη θεμελίωση με πληρότητα της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε σχέση με τη σωματική βλάβη που προκάλεσε στην παθούσα. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης με την παράβαση εκ πλαγίου των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 28 και 314§1εδ.α ΠΚ. Συνακόλουθα στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της αναγκαίας ειδικής αιτιολογίας, εφόσον δεν προσδιορίζει το λανθασμένο χειρουργικό εργαλείο που φέρεται ότι χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων κατά την επέμβαση λαπαρο-σκοπικής χολοκυστεκτομής στην παθούσα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η απόφαση δεν δέχεται στην πραγματικότητα χρήση από τον αναιρεσείοντα λανθασμένου χειρουργικού εργαλείου, αλλά εσφαλμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου που δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ειδικότερα σ' αυτή. Συνολικά οι παραδοχές που περιέχονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και προέκυψαν από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας όλων των αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων είναι οι ακόλουθες: "Στις 10.10.2002 ο κατηγορούμενος, όντας αναπληρωτής διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου Ναυπλίου, από αμέλειά του προξένησε τον τραυματισμό της Ψ. Συγκεκριμένα κατά τη διενέργεια επέμβασης λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής προς αφαίρεση λίθων που υπήρχαν στον οργανισμό της, ως διενεργών την επέμβαση και επικεφαλής της ιατρονοσηλευτικής ομάδας, δεν ενήργησε την επέμβαση σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού επικεφαλή χειρουργικής κλινικής, με αποτέλεσμα να τρώσει από λανθασμένο χειρουργικό εργαλείο τη συμβολή των κάτω λαγονίων φλεβών προς την κάτω κοίλη φλέβα και τη δεξιά λαγόνια αρτηρία της, προκαλώντας κακώσεις και βλάβες στην αορτή και ακατάσχετη αιμορραγία, οφειλόμενη σε επιγενόμενες τρώσεις. Συνέπεια της αιμορραγίας ήταν να διενεργηθεί την ίδια ημέρα δεύτερη χειρουργική επέμβαση προς συρραφή των βλαβέντων αγγείων, τελούσα σε άμεση συνάφεια με την πρώτη επέμβαση. Ας σημειωθεί ότι έλαβε η ασθενής 17 μονάδες αίματος σε μια ημέρα. Ακολούθως, επειδή δεν διακόπηκε η κακή πορεία της επέμβασης, νοσηλεύθηκε η παθούσα 6 ημέρες στο Νοσοκομείο, όπου έλαβε συγκεκριμένη αντιπηκτική θεραπευτική αγωγή προκειμένου να προληφθεί περίπτωση χρόνιας φλεβικής ανεπάρκειας και πνευμονική εμβολή. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα συνεπεία της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει το ενδεχό-μενο επανεμφάνισης της θρόμβωσης, αφού η θρόμβωση είναι τραυματικής αιτιολογίας, ενώ τα συρραφέντα αγγεία της θα προδιαθέτουν πάντα σε σχηματισμό θρόμβου. Τα ανωτέρω προκύπτουν κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα Γ (αγγειοχειρουργού στο Νοσοκομείο ...) και δεν αναιρούνται από άλλα στοιχεία ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου, αφού, όπως αναφέρει ο μάρτυρας, υπήρξε τρώση αγγείων, πιθανότατα από τη βελόνα και ότι η λήψη αντιπηκτικών θεωρήθηκε αναγκαία και διακόπηκε όταν έπρεπε. Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό". Με τις παραπάνω παραδοχές, που παραδεκτά συμπληρώνονται από τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει αυτή την απαιτούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και επίσης οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ο αναιρεσείων αποδίδει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι δεν προσδιορίζει ποιους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης παραβίασε κατά τη χειρουργική επέμβαση που διενήργησε στην παθούσα, ούτε διευκρινίζεται στην απόφαση αν μπορούσε προεγχειρητικά να διαγνωσθεί με την υπάρχουσα ιατρική τεχνολογία (ακτινοδιαγνωστική, υπέρηχοι) η ύπαρξη συμφήσεων στην κοιλιακή χώρα της παθούσας που διαφοροποιούν την απόσταση των αγγείων της και οδηγούν σε μη προβλέψιμα περιστατικά, όπως αυτό για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, ως προς το οποίο η απόφαση επίσης δεν διευκρινίζει αν μπορούσε τελικά να προβλεφθεί και από παράλειψή του δεν προβλέφθηκε. Όμως η σύνδεση από τον αναιρεσείοντα της σωματικής βλάβης της παθούσας με την ύπαρξη ενδεχομένως συμφήσεων στην κοιλιακή της χώρα είναι αυθαίρετη και βασίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, εφόσον η απόφαση δεν δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιων συμφήσεων, οπότε ανεπίτρεπτα επιχειρείται να αμφισβητηθεί έμμεσα ως προς το ζήτημα αυτό η ουσιαστική κρίση της. Κατά τα λοιπά η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει και συνδέει αιτιωδώς την αμέλεια του αναιρεσείοντος σε σχέση με την προκληθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη, στην παράβαση απ' αυτόν του γενικού καθήκοντός του επιμέλειας κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του, όπως αυτό κατά τα ανωτέρω οριοθετήθηκε, το οποίο δεν επιτρέπει ενέργειες ή παραλείψεις αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης ή τις σύγχρονες μεθόδους θεραπείας, που έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση αιτιωδώς σε ασθενή σωματικής βλάβης, που διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί. Κατά την έννοια αυτή αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και τις σύγχρονες μεθόδους θεραπείας είναι κάθε λανθασμένη ενέργεια ή παράλειψη του ιατρού που οδηγεί σε σωματική βλάβη τρίτου και ως τέτοια σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφει το λανθασμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου από τον αναιρεσείοντα κατά τη λαπαροσκοπική χολοκυστε-κτομή που διενήργησε στην παθούσα. Ο λανθασμένος δηλαδή χειρισμός χειρουργικού εργαλείου συνιστά παράβαση αντίστοι-χης ιατρικής αρχής που απαγορεύει γενικώς τους λανθασμέ-νους ιατρικούς χειρισμούς. Συνεπώς ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, έχει την αναγκαία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αξιώνει ο νόμος, ενώ προσδιορίζει και το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος ως μη συνειδητής, με έμμεση αλλά σαφή αποδοχή και της δυνατότητας πρόβλεψης απ' αυτόν, λόγω της πείρας του, του οφειλόμενου στην συμπε-ριφορά του αξιόποινου αποτελέσματος. Πρέπει έτσι η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρ. 504§§1 και 4, 505,507§1, 509§1 ΚΠΔ), να απορριφθεί ως αβάσιμη και κατά τον πρώτο λόγο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583§1 ΚΠΔ), όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24.6.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 663/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ