Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1723 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή. Περίληψη: Στοιχεία πλαστογραφίας (κοινής). Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσα για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αναιρεσείουσας του λόγου σε αυτή, μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα, για να εκθέσει τις απόψεις και τις παρατηρήσεις της σχετικά με την αξιοπιστία του. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης δύο ετών παραλείποντας να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής κατ’ άρθρ. 99 παρ. 1 ΠΚ και προβαίνοντας με ελλιπή αιτιολογία στη μετατροπή. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει Αριθμός 1723/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της με αριθμό 128/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1044/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στο αιτιολογικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία της κατηγορουμένης) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 2000, στη ......., κατήρτισε ένα καταστατικός αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία ".......", θέλοντας να εισπράξει, μέσω του ΟΑΕΔ επιδότηση της ΕΟΚ για προγράμματα απασχολήσεως ανέργων. Έτσι, στις μηνύτριες είπε ότι θα τις προσελάμβανε ως υπαλλήλους, και τις έβαλε να υπογράψουν σε λευκό χαρτί. Ύστερα κατήρτισε τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα, ένθα έθεσε την υπογραφή των εγκαλουσών - μηνυτριών, εμφανίζουσα αυτές ως συνιδρυτικά του Συνεταιρισμού μέλη. Τα έγγραφα αυτά τα προσήγαγε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την από 8.10.2000 αίτησή της, ζητούσα την έγκριση του Καταστατικού, γεγονός το οποίο αγνοούσαν παντελώς οι μηνύτριες, οι οποίες δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους για τοιαύτη χρήση της υπογραφής τους, αφού ουδέποτε μετείχαν σε συνέλευση, ουδέποτε είδαν το ιδρυτικό του άνω Συνεταιρισμού έγγραφο και ούτε γνώριζαν ότι θα επιδίωκε η κατηγορουμένη να συστήσει με τις υφαρπασθείσες υπογραφές τους Αστικό Συνεταιρισμό για είσπραξη επιδοτήσεως. Άλλωστε, στο καταστατικό υπάρχουν υπογραφές ατόμων ανυπάρκτων κατά την κατάθεση της μάρτυρος ........ Κατόπιν αυτών, η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχος κατά τα μνημονευόμενα στο διατακτικό". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό διαλαμβάνεται: " Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του χρονικού διαστήματος 1 έως 8 Οκτωβρίου 2000, κατάρτισε πλαστά έγγραφα για να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που ήταν δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, κατάρτισε ένα καταστατικό αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "......" καθώς και ένα Πρακτικό με Νο 1 της Γενικής Συνέλευσης Ιδρυτικών Μελών Αστικού Συνεταιρισμού με θέματα ημερήσιας διάταξης: α) ανάγνωση σχεδίου καταστατικού άρθρο προς άρθρο, έγκριση και υπογραφή του, β) εκλογή προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, γ) νομιμοποίηση του καταστατικού, εκμίσθωση και οργάνωση γραφείων, δηλαδή έναρξης και θεώρησης των κατά νόμον βιβλίων και στοιχείων, στα οποία έθεσε χωρίς δικαίωμα της υπογραφή της εγκαλούσας ......... καθώς και των ....., ....., ......., ......, ......, ...... . Την πλαστογραφία αυτή των υπογραφών έκανε με την πρόθεση να παραπλανήσει το αρμόδιο δικαστήριο και τους τρίτους σχετικά με τη γνησιότητα του καταστατικού και του πρακτικού Νο 1 της γενικής συνέλευσης των ιδρυτικών μελών, παρουσιάζοντας ως τέτοιες, τόσο την εγκαλούσα, όσο και τις λοιπές, των οποίων πλαστογράφησε, δηλ. έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή τους. Κατόπιν, τα παραπάνω έγγραφα τα χρησιμοποίησε, δηλ. τα προσκόμισε και τα επικαλέστηκε στο Ειρηνοδικείο, στο οποίο προσέφυγε με την από 8 Οκτωβρίου 2000 αίτησή της ζητώντας έγκριση του καταστατικού σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1667/1986 και καταχώρηση του συνεταιρισμού στα Μητρώα Αστικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου. Στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να επιτύχει την χρηματοδότηση του συνεταιρισμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του ΟΑΕΔ". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή και της επέβαλε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης δύο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.