Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1724 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Φοροδιαφυγή κατ’ εξακολούθηση με την αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Έννοια και στοιχεία του εγκλήματος. Παραγραφή του αδικήματος, χρόνος έναρξης αυτής. Εφαρμογή επιεικέστερου νόμου. Στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή … Στις περιπτώσεις αυτές κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν είναι απαραίτητη η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως. Η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου επί προσφυγής που ασκήθηκε δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στα αδικήματα του άρθρου 19 Ν. 2523/
- Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται στον Αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών από την Αρχή που ενήργησε τον φορολογικό έλεγχο. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 1724/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της με αριθμό 11.447/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδης Τσιτσέλης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2007 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1921/
- Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν.2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέσθηκε η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν.3220/2004 ορίζονται τα επόμενα: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ. 1). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετικά διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται..." (παρ. 4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3' του Ν.2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν.2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου
- Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο ακροατήριο επί παραπεμπτικού βουλεύματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 11.447/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν.2523/1997 και συγκεκριμένα για κατ' εξακολούθηση αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (Δελτίων Αποστολής - Τιμολογίων Πώλησης) που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.1999 έως 7.6.2001 και καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ
(18)μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος των κατηγορουμένων πρότεινε την ένσταση παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτών (κατηγορουμένων) ποινική δίωξη δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την 22.1.2004 που επιδόθηκε στους κατηγορουμένους το κλητήριο θέσπισμα. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ. ..... έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο αυτής την 21.7.2003 με χρονική δε αφετηρία την ημερομηνία αυτή για την έναρξη της παραγραφής και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο (25.9.2007) δεν παρήλθε πενταετία για την κατά το άρθρο 111 του Π.Κ. παραγραφή της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αρμονία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τους κατηγορούμενους εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να προχωρήσει και καταδικάσει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Συνεπώς, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του Ν.2523/1997 προκύπτει ότι επί του προβλεπομένου από το άρθρο 19 του αυτού νόμου αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/
- Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν είναι απαραίτητη η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του ν.2523/
- Εξάλλου, η μηνυτήρια αναφορά του άρθρου 19 του ανωτέρω ν.2523/1997, δεν ταυτίζεται με την αίτηση διώξεως του άρθρου 41 ΚΠοινΔ, ώστε να απαιτείται σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, λόγω μη συντάξεως εκθέσεως καταθέσεως της μηνυτήριας αναφοράς. ΙΙΙ. Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και ύστερα από απλή μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της υπηρεσία που διενήργησε τον έλεγχο. Συνεπώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Έτσι η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο επί προσφυγής που ασκήθηκε από τον ελεγχόμενο, με την οποία (απόφαση) ακυρώθηκαν οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου που εκδόθηκαν από την αρμόδια φορολογική αρχή σε βάρος του τελευταίου για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων καμία έννομη συνέπεια δεν έχει ως προς την ασκηθείσα για το εν λόγω αδίκημα ποινική δίωξη και δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ως προς το αν τελέσθηκε ή όχι η άνω άδικη πράξη. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, για το λόγο ότι ύστερα από προσφυγές των τελευταίων ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι πράξεις επιβολής προστίμου. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι αποφάσεις αυτές ακυρώθηκαν για καθαρά τυπικούς λόγους (δεν κλητεύθηκαν οι εκπρόσωποι (αναιρεσείοντες) της προσφεύγουσας ομόρρυθμης εταιρίας "..... Ο.Ε." να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις αποδιδόμενες σ'αυτήν παραβάσεις στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν.2523/1997 προκύπτει ότι επί του προβλεπομένου από το άρθρο 19 του νόμου αυτού αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων η ποινική δίωξη ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδ. 3 της ίδιας παραγράφου, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 Ν.2753/
- Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων, για αποδοχή εικονικών τιμολογίων, ασκήθηκε μετά την υποβολή προς τον ασκήσαντα τη δίωξη αυτή Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης της από ...... πορισματικής αναφοράς του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας, που ήταν αρμόδια Αρχή να ενεργήσει τον φορολογικό έλεγχο, αφού η ελεγχόμενη εταιρία είχε την έδρα της στην περιοχή ευθύνης της εν λόγω υπηρεσίας. Συνεπώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, μολονότι δεν είχε υποβληθεί η προβλεπόμενη προς τούτο μηνυτήρια αναφορά από τον προϊστάμενο του Ελεγκτικού Κέντρου του άρθρου 3 του ν.2343/
- V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το αν αυτά αναγνώσθηκαν. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν από την αόριστη αναφορά ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ'αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα έγγραφα: "1) τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναγνωσθέντα σ' αυτήν αναγνωστέα έγγραφα....7) έκθεση ελέγχου ......9) έκθεση ελέγχου....". Περαιτέρω από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 16.924/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη περιλαμβάνται τα ακόλουθα: "..... 5) έκθεση ελέγχου εφαρμογής Διατάξεων Π.Δ. 186/92 (ΚΒΣ) .....7) η υπ' αριθμ. .... ειδική έκθεση ελέγχου, 8) τρείς
(3)εκθέσεις ελέγχου και επεξεργασίας....". Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Πέραν τούτων, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι εκτός από τις ανωτέρω πέντε εκθέσεις ελέγχου, δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα με τον ίδιο προσδιορισμό της ταυτότητάς του. Σημειώνεται ότι εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναφερόμενα σ'αυτήν έγγραφα, τούτο έχει την έννοια και της αναγνώσεως του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ', 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του περιεχομένου σ' αυτόν από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσεώς του και τις φορτωτικές της μεταφορικής εταιρίας του ....., που εδρεύει στην ..... Τα έγγραφα αυτά δεν αναφέρονται πράγματι στην οικεία θέση των πρακτικών της δίκης, όπου απαριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως η ανάγνωσή τους προκύπτει από το περιεχόμενο: α) της από...... εκθέσεως ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ΠΔ.186/1992 της επιχειρήσεως με την επωνυμία "...... ΕΠΕ" (σελ.8), β) της από .... εκθέσεως ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ΠΔ.186/1992 της επιχειρήσεως με την επωνυμία "..... Ο.Ε." (σελ. 4) και γ) της από ..... εκθέσεως ελέγχου και επεξεργασίας της επιχειρήσεως με την επωνυμία "..... - ΕΠΕ ......" (σελ. 21). Όπως δε προαναφέρθηκε, οι ανωτέρω τρείς εκθέσεις ελέγχου αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε παρατηρήσεις σχετικά με τις παραπάνω φορτωτικές. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του έγγραφα μη αναγνωσθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VII. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε και παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απέρριψε τους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Οι τελευταίοι, με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως της ένδικης αίτησης αιτιώνται ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του έλαβε υπόψη α) τις υπ' αριθμ. 276/2003, 277/2003 και 278/2003 αποφάσεις επιβολής προστίμου, β) τις υπ' αριθμ. 2341/2007, 2342/2007 και 2343/2007 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) την υπ' αριθμ. 17.209/2003 μηνυτήρια αναφορά, δ) την υπ' αριθμ. ...... εντολή του Δ/ντή ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ε) την υπ' αριθμ. .... έκθεση και στ) την εκκαλούμενη απόφαση 16.926/2004, από δε τα έγγραφα αυτά μόνο το τελευταίο υπό στοιχείο στ' αναγνώσθηκε και μάλιστα μετά την έκδοση της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα υπό στοιχεία α' έγγραφα αναγνώσθηκαν, αφού αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναφερόμενα σ' αυτά ως αναγνωσθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα. Επίσης, οι υπό στοιχ. β' αποφάσεις, ρητώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 22) ότι αναγνώσθηκαν. Τα υπό στοιχ. γ' και δ' έγγραφα είναι καθαρώς διαδικαστικά και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους, αφού αυτά δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας. Τέλος, η εκκαλούμενη υπ'αριθ. 16.926/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ρητώς αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε (σελ. 28 των πρακτικών αυτής). Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) περιοριζομένη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957 όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2)Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11.447/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία προσδιορίζει σε εκατόν πενήντα
(150)ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ