← Ελλάδα

ΑΠ 1725/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1725 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία του εγκλήματος. Άμεσος δόλος. Απαιτείται αιτιολόγηση της γνώσης του ψευδούς των γεγονότων. Αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης. Αριθμός 1725/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που ο μεν πρώτος παρέστη ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χατζηγιάννη, περί αναιρέσεως της 441/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Καρβέλλη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως η παρ. 1 ίσχυε κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε από τους κατηγορουμένους η αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της έννοιας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι αντικειμενικώς ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν την γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδορκία μάρτυρα, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την ανωτέρω μορφή δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που κατέθεσε στην Αρχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο για την εξέταση των λόγων αναιρέσεως προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 1835/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν πρώτος των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του πρώτου κατηγορουμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Κατά της απόφασης αυτής ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση μόνο ως προς τις αθωωτικές διατάξεις και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2063/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), με την οποία, αφού αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση, έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου Χ1 για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως (για πλαστογραφία) την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα στις 19.11.1998 σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1 και παραπέμφθηκε η υπόθεση ως προς την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρονται ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πατρών). Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη 441/2007 απόφασή του κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης έξι

(6)μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την ανάγνωση της υπ' αριθ. 2063/2006 απόφασης Δικαστηρίου Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία κάθε κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος εργάσθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου αυτοκινήτου στην επιχείρηση μεταφοράς υγρών καυσίμων διαφόρων εταιρειών που διατηρεί ο μηνυτής Ψ1, από την 1.1.1981 μέχρι 30.6.1997, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως. Την 15.12.1997, ο κατηγορούμενος κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών κατά του μηνυτή την από 1.12.1997 αγωγή του, με την οποία ισχυριζόμενος κατά βάσιν ότι ο εργοδότης του καθ' όλον το χρονικό διάστημα των 16 ετών της εργασιακής τους σχέσεως κατέβαλλε σ' αυτόν μόνο μέρος των βασικών του αποδοχών (μισθούς) και ουδέν άλλο (αποδοχές και επιδόματα αδειών, επιδόματα εορτών, αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία), ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - ήδη μηνυτής να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 38.356.391 δρχ. Ως διαφορές αποζημιώσεως απολύσεως και μισθών και ως ? αποδοχές - αποζημίωση για μη λήψη αδειών και επιδομάτων αδειών, επιδομάτων εορτών και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης της τελευταίας προ της αποχωρήσεως του πενταετίας. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την 19-11-1999, ο εναγόμενος αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε ένσταση εξοφλήσεως των δεδουλευμένων εν γένει αποδοχών του ενάγοντος (μισθοί, επιδόματα, αμοιβή υπερωριών κ.λπ.), επικαλούμενος και τις προσκομισθείσες από αυτόν εξοφλητικές αποδείξεις των σχετικών ποσών που έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος πρώτου κατηγορουμένου. Ο τελευταίος προέβαλε δια του πληρεξουσίου του ένσταση πλαστότητας των προσκομισθεισών αποδείξεων, ισχυριζόμενος ότι οι μεν υπογραφές στη θέση "ο λαβών" των αποδείξεων είναι δικές του, το περιεχόμενο όμως των αποδείξεων, τις οποίες ο ίδιος είχε υπογράψει λευκές, είναι αναληθές κατά το ποσό που υπερέβαινε τις πραγματικά καταβληθείσες σ' αυτόν αποδοχές, συμπληρωθείσες από τον εναγόμενο, τον οποίο και κατονόμασε ως πλαστογράφο, για την αντίκρουση της αγωγής. Τα πρακτικά της σχετικής αυτής δίκης με την προαναφερθείσα ένσταση του ενάγοντος διαβιβάστηκαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου - ήδη μηνυτή για πλαστογραφία μετά χρήσεως των ειρημένων εξοφλητικών αποδείξεων, κατά την προανάκριση δε που διενεργήθηκε εις βάρος του μηνυτή για την ανωτέρω πράξη εξετάστηκαν ενόρκως ως μάρτυρες ο ίδιος ο Χ1, ενάγων και ήδη πρώτος κατηγορούμενος, και ο γιος του Χ
  1. δεύτερος κατηγορούμενος, οι οποίοι και έδωσαν στην Πταισματοδίκη Πατρών, αρμόδια προς τούτο ανακριτική υπάλληλο, την από 28-4-1999 ο πρώτος, και την από 6-5-1999 ο δεύτερος ένορκη κατάθεσή τους, που έχουν ως εξής, ήτοι α) του Χ1..."Κάθε μήνα μας κατέβαλε με επιταγές κάποιο ποσό έναντι του ποσού και η εξόφληση γινόταν μια φορά το χρόνο, συνήθως το Μάρτιο. Για τα ποσά που παίρναμε έναντι δεν υπογράφαμε καμία απόδειξη. Όμως το Μάρτιο κάθε έτους ο κατηγορούμενος μας υποχρέωνε να υπογράφουμε δέκα πέντε περίπου λευκές αποδείξεις, τις οποίες θα τις συμπλήρωνε ο λογιστής του, όπως μας έλεγε, με τις ληφθείσες αποδοχές. Στο σύστημα αυτό αντιδρούσαμε, αλλά δεν είχαμε άλλη επιλογή, διότι θα απολυόμαστε. Με την τακτική αυτή εργάστηκα από τον παραπάνω χρόνο της προσλήψεώς μου έως το 1997, που αποχώρησα από την εργασία μου οικειοθελώς, χωρίς να μου καταβληθεί το συνολικό ποσό των 38.000.000 δραχμών περίπου, που αντιστοιχεί σε υπερωριακή εργασία, επιδόματα άδειας κ.λπ., με τα οποία συμπληρώθηκαν οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο από τον εργοδότη μου, φωτοαντίγραφα των οποίων υπάρχουν στη δικογραφία. Τις αποδείξεις αυτές τις συμπλήρωσε ο ίδιος ο εργοδότης μου ή κάποιος υπάλληλός του, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν γνωρίζω, καθ' υπόδειξή του", και β) του Χ2 "Στην ίδια επιχείρηση και με την ίδια ιδιότητα εργάστηκα και εγώ από το 1985 έως το
  2. Έτσι γνωρίζω από προσωπική αντίληψη ότι ο κατηγορούμενος με πρόσχημα ότι κάθε μήνα μας κατέβαλε κάποιο ποσό έναντι του μισθού μας χωρίς την έκδοση σχετικών αποδείξεων μια φορά το χρόνο, μας υποχρέωνε να υπογράφουμε κάποιο αριθμό λευκών αποδείξεων, τον οποίο δεν θυμάμαι ακριβώς, ήταν πάντως πάνω από δώδεκα, προκειμένου να συμπληρωθούν από το λογιστή του, όπως μας έλεγε, με τις ληφθείσες αποδοχές. Στον τρόπο αυτό αντιδράσαμε, πλην όμως αναγκαστήκαμε να τις υπογράψουμε διότι διαφορετικά θα, απολυόμαστε. Το σύστημα αυτό εφαρμοζόταν από τον κατηγορούμενο καθ' όλο το διάστημα που εργαζόταν στην εταιρεία του ο πατέρας μου, όπως μας έλεγε ο ίδιος σε συζητήσεις που είχαμε σε ανύποπτο χρόνο. Έτσι, ενώ η εταιρεία όφειλε στον πατέρα μου το συνολικό ποσό των 38.000.000 δρχ. από δώρα, επιδόματα, υπερωριακή απασχόληση κ.λπ., συμπληρώθηκαν με κάποια ποσά οι λευκές αποδείξεις που είχε υπογράψει ο πατέρας μου και τις εμφάνισαν στο δικαστήριο, ότι δήθεν έχουν εισπραχθεί από τον πατέρα μου. Η συμπλήρωση των αποδείξεων δεν γνωρίζω από ποιον έγινε. Προφανώς έγινε από κάποιον υπάλληλο του εργοδότη κατόπιν υποδείξεως αυτού". Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος - μηνυτής Ψ1 ήταν συνεπής στην πληρωμή του προσωπικού του, που αριθμούσε περί τους 22 οδηγούς, πληρώνοντάς τους στο τέλος του κάθε μηνός, στα γραφεία της επιχείρησής του, στην Αθήνα, ειδικότερα δε όσους διέμεναν στην ...., όπως ο κατηγορούμενος Χ1, πληρώνοντάς τους είτε στα γραφεία των Αθηνών, όταν οι τελευταίοι βρίσκονταν στην Αθήνα για παραλαβή καυσίμων, είτε στην Πάτρα, όπου ερχόταν ο εργοδότης τους Ψ1, ιδίως ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, ενίοτε δε και με έναντι των αποδοχών καταβολές τοις μετρητοίς ή με επιταγές και με εκκαθάριση στο τέλος του κάθε μηνός ή και ανά δεύτερο μήνα, και λαμβάνοντας σε κάθε εκκαθάριση τις αντίστοιχες εξοφλητικές αποδείξεις, συμπληρωμένες κατά το περιεχόμενό τους από τον λογιστή της επιχείρησης ή και από τον ίδιο και υπογεγραμμένες από τους εργαζομένους και εν προκειμένω από τον Χ
  3. Πληρωμή του προσωπικού αυτού με έναντι καταβολές καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και εκκαθάριση των ετήσιων αποδοχών μία φορά κατ' έτος κατά τον Μάρτιο, συνήθως, μήνα και παράδοση στον εργοδότη κατά την εκκαθάριση αυτή λευκών κατά το περιεχόμενο εξοφλητικών αποδείξεων, δέκα πέντε περίπου στον αριθμό, υπογεγραμμένων από τους εργαζομένους, δεν αποδείχθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, όπως δεν αποδείχθηκε καμμία "αντίδραση" των εργαζομένων στο σύστημα πληρωμής τους εκ μέρους του εργοδότη Ψ1, όπως κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι. Τα προαναφερθέντα αποδεικνύονται ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις του Γ1 και Γ2 ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, από τους οποίους ο δεύτερος είχε καταθέσει τα αυτά και κατά την πολιτική δίκη (υπ' αριθμ. 49/1999 πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών) και κατά την πρωτοβάθμια ποινική (υπ' αριθμ. 559/03 πρακτικά Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών - εκκαλουμένη), καθώς και τις αναγνωσθείσες ως άνω προανακριτικές καταθέσεις των Γ3 και Γ4, τους οποίους είχε προτείνει ο ίδιος ο (πρώτος) κατηγορούμενος. Ο τελευταίος ούτε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως με τον μηνυτή ούτε μετά την αποχώρησή του από την εργασία είχε διαμαρτυρηθεί για τις αποδοχές που ελάμβανε από τον εργοδότη του, και μόνο μετά την παρέλευση πεντέμισι μηνών από τη συνταξιοδότησή του άσκησε κατά του μηνυτή την προρρηθείσα αγωγή του, με τη μεσολάβηση δε του ιδίου είχε προσληφθεί και ο γιος του - δεύτερος κατηγορούμενος στην επιχείρηση του μηνυτή, όπου και εργάστηκε επί διετία (1985-1987), χωρίς καμμία επίσης διαμαρτυρία για την καταβολή των αποδοχών του (αποχώρησε οικειοθελώς για να ασχοληθεί σε δική του εργασία). Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί, εν όψει των ανωτέρω, να αχθεί το δικαστήριο από την κατάθεση του μάρτυρα Γ5, ο οποίος είχε ασκήσει κατά του μηνυτού όμοια αγωγή για ποσό 34.829.700 δρχ. και ο οποίος εξέτασε ως μάρτυρα στη σχετική δίκη τον ήδη πρώτο κατηγορούμενο Χ1 (υπ' αριθμ. 727/2000 πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών), σημειωμένου ότι από όλο το προαναφερθέν προσωπικό του μηνυτή μόνον ο μάρτυρας αυτός και ο κατηγορούμενος ήγειραν αξιώσεις κατά του μηνυτή, και τούτο μετά τη συνταξιοδότησή τους και χωρίς μέχρι τότε καμμία διαμαρτυρία ή όχληση, κατά τα προεκτεθέντα. Η αποδοθείσα άλλωστε στον μηνυτή πλαστογραφία δεν αποδεικνύεται ούτε από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου ,...... που διατάχθηκε κατά την αστική (εργατική) δίκη επί των υπ' όψιν εξοφλητικών αποδείξεων (67 τον αριθμό) των ετών 1992 - 1997, αφού και ιδίως, ως προς τα ταχθέντα στην πραγματογνώμονα θέματα, α) το βεβαιούμενο στην έκθεση αυτή ότι οι χειρόγραφες συμπληρώσεις (περιεχόμενο) της κάθε απόδειξης έγιναν με διαφορετικό στυλογράφο από αυτόν που χρησιμοποιήθηκε για την χάραξη της υπογραφής του Χ1 δικαιολογείται, ενόσω δεν αποδεικνύεται ότι ο Χ1 υπέγραφε με τον ίδιο στυλογράφο που χρησιμοποιούσε ο λογιστής ή ο μηνυτής κατά τη συμπλήρωση του κειμένου των αποδείξεων, ενώ δεν βεβαιώνεται (στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η ταυτόχρονη θέση υπογραφής από τον Χ1 σε περισσότερες αποδείξεις, β) δεν προκύπτει αν η υπογραφή του Χ1 τέθηκε πριν ή μετά τη συμπλήρωση του κειμένου των αποδείξεων, γ) δεν προκύπτει επίσης, και ειδικά για τις αποδείξεις του έτους 1997, αν το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών χαράχθηκε περί τα μέσα του 1997 (αποχώρηση ενάγοντος από την εργασία του), καθώς και η χρονική απόσταση της συμπληρώσεως του περιεχομένου κατά από την υπογραφή του Χ1, ενώ δ) το βεβαιούμενο ότι οι δύο αποδείξεις με ημερομηνία 30-6-1997 και ποσά, αντίστοιχα, δραχμών 247.600 (αποδοχές Ιουνίου) και 650.000 (άδεια κ.λπ. 1997) έχουν συμπληρωθεί από τον ...... (λογιστή), ενώ η υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη δραχμών 1.200.000 (αποζημίωση απολύσεως) έχει συμπληρωθεί από τον ίδιο τον Ψ1, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού και όπως άλλωστε προεκτέθηκε, ενίοτε συμπλήρωνε τις αποδείξεις και ο εργοδότης Ψ1 (όμοιες κατά βάσιν και οι παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου - μηνυτή .......). Για την αποδοθείσα στον μηνυτή ως άνω κατηγορία της πλαστογραφίας το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών, στηριζόμενο ιδίως στις προμνησθείσες προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων του ίδιου του ενάγοντος · πρώτου κατηγορουμένου Γ3 και Γ4, αποφάνθηκε με το αμετάκλητο ήδη υπ' αριθμ. 162/2000 βούλευμά του ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου (τότε) Ψ1, ελλείψει επαρκών ενδείξεων, ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την υπ' αριθμ. 773/04 απόφαση του, λαμβάνοντας υπ' όψιν και τις αναφερόμενες σ' αυτήν ένορκες βεβαιώσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου κατηγορουμένου, πλην των ποσών των 241 287 και 135.282 δρχ. που του επιδίκασε για διαφορές αδείας κλπ 1997 και διαφορά αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως, αντίστοιχα (επί της ασκηθείσης εφέσεως δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση του Εφετείου). Παρόμοια τύχη και μάλιστα τελεσίδικη είχε εξάλλου και η ομοίου περιεχομένου ως άνω από 1-12-1997 αγωγή του Γ5, ο οποίος είχε εξετάσει ως μάρτυρα τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 (υπ' αριθμ. 17/2005 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 1.192.534 δρχ. έναντι του αιτηθέντος ποσού των 34.829.700 δρχ., που προαναφέρθηκε, υπ' αριθμ. 981/06 απόφαση Εφετείου Πατρών), περαιτέρω δε με το υπ' αριθμ. 208/2001 αμετάκλητο βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του μηνυτή Ψ1 (και) για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που εφέρετο ότι είχε διαπράξει εις βάρος του ενάγοντος Γ5 με την προσκόμιση κατά την εκδίκαση της αγωγής του αντίστοιχων εξοφλητικών αποδείξεων, ενώ με την υπ' αριθμ. 2026/06 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών οι ανωτέρω δύο Χ1 και Γ5 καταδικάστηκαν για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως ο δεύτερος και της ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος, που εφέρετο ότι είχαν διαπράξει εις βάρος του μηνυτή - εναγομένου Ψ1 κατά την εκδίκαση της προρρηθείσης εργατικής διαφοράς του Γ5 κατά του τελευταίου (Ψ1). Ο συμβιβασμός, τέλος, τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ1, πρότεινε σ' αυτόν ο μηνυτής σχετικά με την εργατική διαφορά τους, ως στοιχείο ενδεικτικό της μη πληρωμής των ένδικων αποδοχών, το ποσόν του οποίου δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσον (ο μάρτυρας ..... πηγή της γνώσεως του έχει τον κατηγορούμενο), δεν οδηγεί στην κατάφαση της μη πληρωμής, αφού και όπως άλλωστε προεκτέθηκε υπήρξε πάντως κάποια διαφορά μεταξύ των διαδίκων, για την οποία και επιδικάστηκαν στον ενάγοντα Χ1 τα προαναφερθέντα ποσά. Κατ' ακολουθίαν, και ενόψει των ανωτέρω αποδεικνυομένων αληθών πραγματικών περιστατικών, το αντίθετο ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενο περιεχόμενο των υπ' όψιν προανακριτικών καταθέσεων των κατηγορουμένων είναι αναληθές, οι κατηγορούμενοι δε εγνώριζαν την αναλήθεια των κατατιθεμένων και δη εξ ιδίας αντιλήψεως, λόγος για τον οποίο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε καταδικαστική για τους κατηγορουμένους κρίση για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τους επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης στον καθένα. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο, κατά τα ανωτέρω, καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις: α) εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε από τους αναιρεσείοντες η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία καταδικάστηκα, ήτοι με το περιεχόμενο των προανακριτικών καταθέσεών τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Πατρών, β) διαλαμβάνονται με σαφήνεια τα αληθινά γεγονότα που γνώριζαν οι αναιρεσείοντες και οι οποίοι όμως κατέθεσαν τα προεκτεθέντα ψευδή τοιαύτα, γ) αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης - εντελούς γνώσης) των αναιρεσειόντων των ψευδών γεγονότων που αναφέρουν και κατέθεσαν ενόρκως ο καθένας κατά την εξέτασή τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Πατρών, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες οι αναιρεσείοντες εγνώριζαν εξ ιδίας αντιλήψεως ότι υπέγραφαν συμπληρωμένες και όχι λευκές εξοφλητικές αποδείξεις και κατά τη διάρκεια της δεκαεξάχρονης εργασίας του στον μηνυτή Ψ1 ο πρώτος των αναιρεσειόντων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, άσκησε δε την εργατική αγωγή του πεντέμισυ μήνες μετά τη συνταξιοδότησή του, ενώ ταυτόχρονα, με τη μεσολάβησή του, προσελήφθη και ο δεύτερος αναιρεσείων - υιός του - από αυτόν (μηνυτή), ο οποίος εργάσθηκε επί διετία, χωρίς καμία απολύτως διαμαρτυρία, αποχώρησε δε οικειοθελώς από την εργασία του αυτή για να ασχοληθεί με δική του εργασία και ότι οι αναιρεσείοντες εγνώριζαν την αναλήθεια των κατατεθέντων από αυτούς και των αληθινών γεγονότων εξ ιδίας αντιλήψεως και δ) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει κάθε ένα αποδεικτικό μέσο χωριστά ως και ποία παραδοχή προκύπτει από το καθένα από αυτά χωριστά, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στις αναγνωσθείσες, χωρίς αντίρρηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ3 και Γ4, στα αναγνωσθέντα απαλλακτικά βουλεύματα για το αδίκημα της πλαστογραφίας σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, στις αποφάσεις πολιτικού δικαστηρίου και στις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2 και Γ5, δεν έγινε, όπως από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει επιλεκτικώς προς αποκλεισμό των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ούτε υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της παραπάνω καταδικαστικής κρίσης του δικαστηρίου και τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν. Περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου και της υπέρβασης εξουσίασης, με την αιτίαση ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1 με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε, εκτός από την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως (για πλαστογραφία) σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, για την οποία με την υπ' αριθ. 2063/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και συνεπώς ως προς αυτή δεν είχε εισαχθεί προς νέα κρίση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το σκεπτικό αυτής, όπου στο τέλος του διαλαμβάνεται ότι οι κατηγορούμενοι "πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ορίζεται στο διατακτικό", σαφώς προκύπτει ότι ο παραπάνω αναιρεσείων καταδικάστηκε μόνο για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και η επιβληθείσα ποινή των έξι
(6)μηνών αναφέρεται στην πράξη αυτή, η αναφορά δε στο διατακτικό της απόφασης και της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης οφείλεται σε παραδρομή. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 10 Απριλίου 2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 441/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, την προσδιορίζει σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.