Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1726 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Καταδικαστική απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου κατά του ήδη αναιρεσείοντος που είχε την ιδιότητα του μέλους διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρίας σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα οφειλόμενα προς το Δημόσιο χρέη και την οποία εκπροσωπεί. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως. Δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 17, 18, 19 Ν. 2523/1997 που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι παραβιάστηκαν και ήταν άνευ εννόμου επιρροής ως προς την ποινική ευθύνη του ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Αριθμός 1726/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της υπ'αριθ.58256/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 629/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αναλόγως του εάν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται αναφορικά με το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, του οποίου η εξόφληση έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άνω άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/
- Με την αντικατάσταση αυτή αφ'ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλήν ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος με το άρθρο 34 παρ.1 του ν.3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου το ίδιο άρθρο του ν.1882/
- Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1)το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ , 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής, 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής ληξιπροθέσμου οφειλής (ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου λοιποί φόροι) και 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για την θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελεσεώς τους. Όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 ν.3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν.1887/1990, όπως αυτή αντικατεστάθη με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και 2.000.000 δρχ. προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά) ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1 του ν.3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Π.Κ. καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη. Σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 25 του ν.1882/1998 οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερθέντα, επιβάλλονται μεταξύ άλλων περιπτώσεων οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλήν ιδιωτών και προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν δε όλα τα άνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωπικώς ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Oρίζεται περαιτέρω στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 του άνω νόμου ότι για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλον την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Κρίσιμα στοιχεία για την συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστερήσεως καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: 1)η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2)το ύψος τούτου, 3)ο τρόπος πληρωμής του, εφάπαξ ή σε δόσεις, 4)ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ'ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση οπότε και το χρέος αυτό μπορεί να εισπραχθεί, 5)η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν του τιθεμένου από το νόμο ορίου από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επίσης, όταν το χρέος αφορά σε ανώνυμη εταιρεία πρέπει στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο απέκτησε όταν ήταν ήδη βεβαιωμένο το χρέος την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διευθύνοντος συμβούλου ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου ή του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας που ασκεί πράγματι προσωρινά ή διαρκώς καθήκοντα διοικήσεως ή διαχειρίσεως του εν λόγω νομικού προσώπου ή ότι κατά τον χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος είχε μια από τις άνω ιδιότητες. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ.ε'Κ.Ποιν.Δ. συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνων που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του 58256/2009, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής: "Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, ως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 του Ν 2523/1997 και άρθρο 34 παρ. 1 γ' ν. 3220|2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α\ υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ο κατηγορούμενος Χ είχε την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ της εταιρίας "ΓΕΩΧΗΜ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΟΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" με έδρα το Δήμο ... και σύμφωνα με τα από 13/2/1998 και 2/7/2001 πρακτικά του ΔΣ της παραπάνω εταιρίας, είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας και τη δέσμευε με την υπογραφή του είτε ξεχωριστά είτε μαζί με με τα άλλα μέλη του ΔΣ (υπ'αριθμ. 6723/21.8.1998 και 6673/31.7.2001 ΦΕΚ τ. ΑΕ & ΕΠΕ). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας από 31/7/2002 και εντεύθεν, διότι με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του ΔΣ εκλέχθηκε νέο ΔΣ με εξαετή θητεία και ανατέθηκε η εκπροσώπηση της εταιρίας στο νέο Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Ρ, ενώ ο κατηγορούμενος είχε μόνο εξουσία να προβαίνει σε τραπεζικές συναλλαγές, πλην όμως αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. πρωτ. ...18.11.2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτ/σης Δυτ. Αττικής ότι το παραπάνω πρακτικό δεν καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανυνύμων Εταιριών και δεν στάλθηκε για δημοσίευση στο ΦΕΚ λόγω εκκρεμοτήτων στο φάκελο της εταιρίας, ώστε αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να εκπροσωπεί την εταιρία στις σχέσεις της με τους τρίτους και το Δημόσιο. Με την παραπάνω ιδιότητα του, που είχε τόσο κατά το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης των χρεών, όσο και κατά το χρόνο που αυτά κατέστησαν απαιτητά, από πρόθεση δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, διάφορα χρέη, που είχαν βεβαιωθεί από τη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών σε βάρος της εταιρίας που εκπροσωπούσε κατά το χρονικό διάστημα από 28/2/2002 μέχρι 28/3/2003, ήτοι δεν κατέβαλε α) ποσό 220.000 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δώδεκα δόσεις, μέχρι 28/2/2002, β) ποσό 64.076,21 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δώδεκα δόσεις, μέχρι 28/2/2002, γ) ποσό 1.818,86 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δώδεκα δόσεις, μέχρι 28/2/2002, δ) ποσό 1.183,14 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/2/2002, ε) ποσό 9.947,01 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε τρεις δόσεις, μέχρι 28/9/2001, στ) ποσό 29.814,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31/5/2002, ζ) ποσό 3.057,88 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/6/2002, η) ποσό 534,77 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/2/2003, θ) ποσό 445,50 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31/3/2003, ι) ποσό 445,50 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31/3/2003, ια) ποσό 5.460 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/11/2003, ιβ) ποσό 1.365 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/11/2003, ήτοι συνολικό ποσό 338.451,87 ευρώ, το οποίο από πρόθεση δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τότε που έγινε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ποσό από τα παραπάνω. Επίσης αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, υπαλλήλου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, ότι για τις μερικότερες πράξεις της μη καταβολής του ποσού 4.383,29 ευρώ, που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με το νούμερο 1, ποσού 126.402,42 ευρώ, που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με το νούμερο 2, καθώς και ποσού 22.078,01 ευρώ, που αποτελεί μέρος του ποσού που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με το νούμερο 3, τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, ώστε πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος αθώος για τα παραπάνω ποσά και να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση, για τις λοιπές μερικότερες πράξεις, συνολικού ποσού 338.451,87 ευρώ.". Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών το άνω δικαστήριο αφού αθώωσε τον κατηγορούμενο για τις α' και β' μερικότερες πράξεις του πίνακα χρεών κήρυξε αυτόν κατά τα λοιπά ένοχο κατ'εξακολούθηση της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και επέβαλε σ'αυτόν για την άνω πράξη ως προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.2 Π.Κ. και του άρθρου 25 παρ.1,2,3 του ν.1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 ν.2523/1997, 19 παρ.2 ν.2948/2001 και το άρθρ.34 παρ.1γ ν.3220/2004 ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω αδικήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα κρίσιμα στοιχεία του εγκλήματος και συγκεκριμένα η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους αναλυτικά ως προς τα ποσά που ήταν πληρωτέα σε δόσεις και εφάπαξ και το ληξιπρόθεσμο των επί μέρους οφειλομένων ποσών δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής τους, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος καθώς και η πάροδος τετραμήνου από τότε που ήταν πληρωτέα τα επί μέρους ποσά χρεών μέχρι τότε που υποβλήθηκε η μηνυτήρια αναφορά από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών. Γίνεται ακόμη λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ιδιότητα υπο την οποία ο ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε δηλαδή αυτή του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΓΕΩΧΗΜ ΕΜΠΟΡ.ΒΙΟΜ.ΑΝ.ΕΤ. με διακριτικό τίτλο ΓΕΩΡΓΟΧ με έδρα τη ..., σε βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί τα αναφερόμενα ως οφειλόμενα στο Δημόσιο χρέη και την οποία εταιρεία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο ταμειακής βεβαιώσεως των και όταν έγιναν ληξιπρόθεσμα αυτά τα χρέη. Αιτιολογείται περαιτέρω στην απόφαση για ποίο λόγο έγινε δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε κατά το άνω κρίσιμο χρόνο την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας που ασκούσε καθήκοντα διοίκησής της ως εκπροσώπων την οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία, σε βάρος της οποίας βεβαιωθεί τα οφειλόμενα προς το δημόσιο χρέη, στις σχέσεις της με τους τρίτους και το δημόσιο. Από τα ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της προκύπτει ότι την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αυτής της ανώνυμης εταιρείας από την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της στις 31-7-2002 και η συγκρότηση αυτού αυθημερόν σε σώμα με καθορισμό των αρμοδιοτήτων των μελών του, στο οποίο ο αναιρεσείων συμμετείχε με εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρείας σε συναλλαγές με τραπεζικά ιδρύματα και με εκπροσώπηση πλέον της εταιρείας από τον ορισθέντα ως Πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνοντα σύμβουλο Ρ και την μη καταχώρηση του σχετικού πρακτικού για το νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής της εταιρείας στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών καθώς και την μη αποστολή προς δημοσίευση σχετικής ανακοινώσεως στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7α περ.γ', 7β παρ.15 και 7ε του ν.2190/1920, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της άνω μεταβολής, επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων στην κατ'έφεση δίκη προς απόδειξη αναφερομένου ως προβληθέντος ισχυρισμού του ότι δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως της άνω ανωνύμου εταιρείας από 31-7-2002 και έπειτα, ότι προέκυπταν από το αναφερόμενο ως περιλαμβανόμενο στα αναγνωσθέντα κατά τη δίκη κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα υπ'αριθμ.πρωτ..../18-12-2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δυτ.Αττικής. Ο άνω ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υπό την ιδιότητά του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής που ασκούσε καθήκοντα διοικήσεως της οφειλέτριας χρεών προς το δημόσιο ανώνυμης εταιρείας δεν ασκούσε έννομη επιρροή ως προς την ποινική ευθύνη του υπό την άνω ιδιότητα του για τα αμέσως παρακάτω από αυτά καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως είχαν ήδη βεβαιωθεί και καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά από 28/2/2002 μέχρι 28/6/2002 επι μέρους τέτοια χρέη προς το δημόσιο, όσο ήταν ο κατηγορούμενος μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας και είχε την εξουσία να την εκπροσωπεί και να την δεσμεύει δια της υπογραφής του δυνάμει προγενεστέρων από 13/2/1998 και από 2/7/2001 πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω εταιρείας για τα οποία είχαν δημοσιευθεί σχετικές ανακοινώσεις στα υπ'αριθμ.... φύλλα του τεύχους Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και δεν εμποδιζόταν η ποινική δίωξή του και η καταδίκη του για βεβαιωμένα χρέη της ανώνυμης εταιρείας προς το Δημόσιο όπως προσδιορίζονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το εάν στις 31-7-2002 εχώρησε εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου και ανάληψη από τα μέλη του υπό τη νέα έκθεση των καθηκόντων τους. Όσον αφορά δε τα λοιπά χρέη της ανώνυμης εταιρείας που βεβαιώθηκαν και κατέστησαν απαιτητά, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής εξακολουθούσε και μετά την 31-7-2002 να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο της εταιρείας στις σχέσεις του έναντι τρίτων και προς το δημόσιο χωρίς να είναι απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά ενεργώντας πράξεις διοικήσεως αυτής ως όργανο εκπροσώπησης της. Εξ άλλου την μη αποτελούσα συστατικό τύπο αλλά έχουσα βεβαιωτικό χαρακτήρα "μη δημοσίευση", στην οποία υποβάλλονται οι αποφάσεις της διοικήσεως για το διορισμό των προσώπων που έχουν την εξουσία να εκπροσωπούν την ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α περ.γ', 7β παρ.15 και 7ε του ν.2190/1920 όπως προστέθηκαν με το άρθρο 409/1986 και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε περίπτωση που δεν υποβληθεί η απόφαση στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, δεν μπορεί να επικαλεσθεί η εταιρεία ούτε τα μέλη του συμβουλίου στα οποία μεταβιβάσθηκαν εξουσίες της διοικητικού συμβουλίου και, ως υποκατάστατα αυτού, ενεργούν ως όργανα εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι εγνώριζαν τις πράξεις και τα στοιχεία που δεν δημοσιεύθηκαν. Δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ότι η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών ως αρχή που προέβη στη βεβαίωση των επι μέρους χρεών εγνώριζε ότι, πριν γίνει η βεβαίωση των λοιπών χρεών, που όφειλε η ανώνυμη αυτή εταιρεία στο δημόσιο, είχε γίνει, μη υποβληθείσα στις διατυπώσεις δημοσιότητας, μεταβολή στο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας που να είχε ως συνέπεια να μην ασκεί ο αναιρεσείων καθήκοντα διοίκησης της εταιρείας ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Ορθώς κρίθηκε η ποινική ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος υπό την ιδιότητα του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με έδρα τη ... για χρέη αυτής προς το δημόσιο με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 25 του ν.1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 ν.2523/1997 και την παρ.1 του άρθρου 34 ν.3220/2004 και δεν εφαρμόστηκαν διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2523/1997 που αφορούν στα άτομα που ευθύνονται ως αυτουργοί του αδικήματος φοροδιαφυγής των άρθρων 17, 18, 19 του ν.22523/1997, που επικαλείται ο αναιρεσείων ως παραβιασθείσες σε συνδυασμό με διατάξεις των άρθρων 7α, 7β, 7ε του ν.2190/1920 και είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του. Είναι απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι εξοφλήθηκαν τα από φόρους χρέη της ανώνυμης εταιρείας για το μέχρι 31-7-2002 διάστημα και ότι μετά την ημερομηνία αυτή δημιουργήθηκαν τα λοιπά χρέη διότι υπό την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και ελλιπούς αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή των συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν. Κατόπιν αυτών είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'και Δ' Κ.Ποιν.Δ. για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-4-2010 αίτηση του Χ για αναίρεση της 58256/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ