Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1728 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πρόκληση για τέλεση πλημμελήματος. Περίληψη: Πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος (άρθρ. 186 § 2 ΠΚ). Απορρίπτονται ως αβάσιμοι: Α) λόγοι (Α’ & Β’) περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, β) λόγος περί κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου (Όχι αναγκαία η μνεία του είδους του κωλύματος Δικαστών και Εισαγγελέα. Ο Εισαγγελέας, εφόσον δεν συμπράττει στην έκδοση της αποφάσεως, δεν κωλύεται να μετάσχει στις δίκες του Α’ και Β’ βαθμού) και γ) περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την ενοχή και την απόρριψη αιτήματος για παροχή ελαφρυντικών (άρθρ. 84 § 2 α΄ και ε΄ ΠΚ). Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 1728/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Οικονομόπουλο, περί αναιρέσεως της 182/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με συγκατηγορούμενους τους:
- Χ2 και
- Χ
- Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1γ' και 4 του ν. 1756/1988, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες με τη συμμετοχή στη σύνθεση, και του Εισαγγελέα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1γ' του ίδιου νόμου, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αναπληρώνεται κατά σειρά αρχαιότητας από άλλον δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου, ο Εισαγγελέας δε αναπληρώνεται από Αντεισαγγελέα. Στην περίπτωση, όμως, αυτή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν Πρόεδροι και Εισαγγελείς ή ότι οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται. Δεν είναι αναγκαίο, όμως, να αναφέρεται στην απόφαση και ποιο ήταν το συγκεκριμένο κώλυμα του Προέδρου ή του Εισαγγελέα, καθόσον τούτο είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι κακή σύνθεση του Δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών, ο οποίος με την αυτή ιδιότητα είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ΚΠοινΔ αποκλεισμός του Δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Ο Εισαγγελέας, όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του Δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύξει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της αποφάσεως, η οποία προϋποθέτει ψήφο του Δικαστή. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται με το σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως "κακή σύνθεση του Δικαστηρίου", γιατί δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο ήταν το συγκεκριμένο κώλυμα των πιο κάτω μελών της συνθέσεως. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού ρητώς αναγράφεται στην εν λόγω απόφαση ότι η αναπλήρωση της Προέδρου από Πλημμελειοδίκη έγινε (επειδή κωλύονται η Πρόεδρος και οι αρχαιότεροι Δικαστές) και η αναπλήρωση του Εισαγγελέα από Αντεισαγγελέα έγινε "επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας", χωρίς περαιτέρω να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται στην απόφαση και το είδος του κωλύματος της Προέδρου και του Εισαγγελέα, αντίστοιχα. Αναφορικά δε με την παράσταση του ίδιου Αντεισαγγελέα στην πρωτόδικη και την κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελεί τούτο λόγο κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, αφού ο Εισαγγελέας δεν συμπράττει όπως προαναφέρθηκε στην έκδοση της αποφάσεως. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ. 1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά, υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 182/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπέβαλε δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως με το από 27-1-2006 ακόλουθο σημείωμά του: "ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ, (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠοινΔ) Ο κατ/νος, Χ1, δια της υπερασπίσεώς του, είπε τα εξής: Α!/α! 1.- Σύμφωνα με την ΑΠ 1652/05 [ΠρΛογΠΔ 6/2005: 373] αν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ο κατηγορούμενος πρέπει στην έφεσή του να προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με ειδικό λόγο εφέσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως. Α!/β! 2.- Στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εγκαίρως και εγκύρως, προβλήθηκε η ένσταση και οι λόγοι της ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητηρίου Θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων.- 3.- Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων με προπαρασκευαστική απόφασή του, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 11540/14.12.04 απόφασή του, απέρριψε την ένσταση ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητηρίου Θεσπίσματος [οράτε σελ. 17 εκκαλουμένης].- 4.- Ο κατηγορούμενος, δια την συνηγόρων του, τόσο στην, αυθημερόν, Έκθεση Εφέσεώς του με αριθμό πρωτοκόλλου 466/14.12.04 όσο και με την εμπρόθεσμη και συμπληρωματική - παραπληρωματική προς την πρώτη Εκθεση Εφέσεώς του με αριθμό πρωτοκόλλου 488/23.12.04, προσέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 κλητηρίου θεσπίσματος.- 5.- Παρομοίως, και στο κατ' έφεσιν, σήμερα, δικάζον Δικαστήριό Σας, ο κατηγορούμενος ζητά να αναγνωρισθεί και να κηρυχθεί άκυρο το υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα για όλους τους λόγους, οι οποίοι προτάθηκαν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο και, μάλιστα, υπό το πρίσμα της νέας, από 17.06.05, νομοθετικής παρέμβασης. Συγκεκριμένως: 6.- Με το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05: "Η παράγραφος 2 του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: "
- Οποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο πλημμέλημα, καθώς και όποιος προσφέρεται γι' αυτό και όποιος αποδέχεται τέτοια πρόκληση ή προσφορά, τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται για το σχεδιαζόμενο πλημμέλημα ελαττωμένη κατά το άρθρο
- Για την ποινική δίωξη του αδικήματος αυτού απαιτείται έγκληση του προσώπου κατά του οποίου σχεδιαζόταν η τέλεση του πλημμελήματος, αν το υπό εκτέλεση πλημμέλημα διώκεται κατ' έγκληση".- Β!/β! 7.- Σύμφωνα με: α) το υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων και β) το Διατακτικό της υπ' αριθμ. 11540/14.12.04 Εκκαλουμένης Απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων (σελ. 42): "Ο Χ1 και ο Χ3 κατηγορούνται για το ότι το Σεπτέμβριο του 2000 στα .... προκάλεσαν ή παρότρυναν με οποιοδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει κάποιο πλημμέλημα και ειδικότερα των [sic] ανωτέρω τόπο και χρόνο έχοντας στην κατοχή τους 554 γνήσια κουπόνια διαφόρων φαρμάκων και 18 άδεια κουτιά φαρμάκων με επικολλημένα τα κουπόνια προκάλεσαν και παρότρυναν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων μεταξύ των οποίων και την Χ2 να τα αγοράσουν εξαπατώντας έτσι το ταμείο ασφάλισης του δημοσίου και άλλους φορείς ασφάλισης από τους οποίους θα έπαιρναν την αξία των φαρμάκων χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχουν διαθέσει στους ασθενείς πελάτες τους".- Β!/γ!/I! 8.-To άρθρο 321 παρ. 1 εδ. δ! του ΚΠοινΔ αναφέρει ότι: "Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: [...], δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού που την προβλέπει".- 9.-Τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ αναφέρουν ότι: "
- Κάθε σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τον διάδικο που έχει συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κυρίας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό" [173].- "
- Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται.
- Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της [...]."[174].- Β!/γ!/ii! 10.- Το πιο σημαντικό από τα περιλαμβανόμενα στο κλητήριο θέσπισμα στοιχεία είναι εκείνο που προβλέπεται στην περ. δ! της παρ. 1 του άρθρου 321 του ΚΠοινΔ, αφού με τη συγκεκριμένη απαίτηση του νόμου για ακριβή καθορισμό στο κλητήριο θέσπισμα της αξιόποινης πράξεως και μνεία της προβλέπουσας αυτήν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αφ' ενός μεν καθιερώνεται και σε νομοθετικό επίπεδο το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορείται "λεπτομερειακώς" την κατηγορία, που του αποδίδεται [βλ. περ. α! παρ. 3 άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/74) και περ. α! παρ. 3 άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ (Ν. 2462/97)], αφ' ετέρου δε επιτυγχάνεται ο θεματικός προσδιορισμός του αντικειμένου της δίκης [ΑΠ 1489/02 ΠΧρ ΝΓ/525, ΑΠ 68/02 ΠρΛογΠΔ 2001/577, ΤριμΠλημΒόλου 3304/01 ΠρΛογΠΔ 2002/23, ΤριμΠλημΒόλου 1381/98 ΠΧρ ΜΗ/298, Ζαχαριάδης σε Μαργαρίτης - Ζαχαριάδης Το κλητήριο Θέσπισμα, εκδ. 1996, σελ. 114].- Β!/δ! 11.- Το υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων πάσχει ακυρότητα, διότι: Β!/δ!/I! 12.- Δεν αναφέρει τον ακριβή χρόνο της φερομένης ως τελεσθείσας πράξης της παρ. 2 του άρθρου 186 του ΠΚ. Αναφέρει, απλώς και ασαφώς, τον μήνα Σεπτέμβριο του 2000.- 12.1- Το στοιχείο του χρόνου τελέσεως ανήκει, αναμφιβόλως, στα συστατικά - δομικά στοιχεία της εγκληματικής πράξεως, αφού η τελευταία μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, αναπόφευκτα, προσδιορίζεται χρονικά. Ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, γαρ, αποτελούν το "στίγμα" της εγκληματικής πράξεως. Η εγκληματική πράξη αποτελεί προσβολή ή διακινδύνευση μιας μονάδας ενός εννόμου αγαθού. Ο χρονικός προσδιορισμός της, κατά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, είναι απόλυτα αναγκαίος, προκειμένου να μην αιωρείται καμία αμφιβολία αναφορικά με την ταυτότητα της μονάδας του εννόμου αγαθού, που στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβλήθηκε.- 12.2.- Το αν και πότε μπορεί να προκύψει ζήτημα παραγραφής δεν μπορεί κανένας να προοικονομήσει. Όταν, όμως, προκύψει ζήτημα παραγραφής, ο συγκεκριμένος χρονικός προσδιορισμός της φερομένης πράξης της παρ. 2 του 186 ΠΚ στο υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα είναι ασαφής και αβέβαιος [πως].- Β!/δ!/ii! 13.- Δεν εξειδικεύει τη δράση κάθε συναυτουργού.- 13.1.- Η εξειδίκευση της δράσης κάθε συναυτουργού είναι απαραίτηση, αλλιώς ακριβής περιγραφή της πράξεως δεν υπάρχει. Για τον ακριβή καθορισμό της πράξεως αξιώνεται η μνεία υπάρξεως συναυτουργικού δόλου [Ολ. ΑΠ 50/90 ΠΧρ Μ
(1990)/949=ΝοΒ 1990/320 με παρατ. Χ. Αργυρόπουλου]. Εν όψει της διαφοράς απλού δόλου μοναυτοργίας και κοινού δόλου συναυτουργίας, αξιώνεται η αναφορά του κοινού δόλου συναυτουργίας. Μόνον έτσι μπορεί να θεωρηθεί ακριβής η περιγραφή της συναυτουργικής δραστηριότητας.- 13.2.- Πράγματι, στην συναυτουργία δεν αρκεί ο απλός δόλος, δηλαδή η γνώση και η θέληση ή αποδοχή τελέσεως πράξεως αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος με τον άλλο συναυτουργό. Χρειάζεται η μνεία στο κλητήριο ότι ο κάθε συναυτουργός γνωρίζει και θέλει ή αποδέχεται τη σύμπραξη, ότι έχει δηλαδή τον ίδιο με τον άλλο δόλο σχετικά με την από κοινού ολοκλήρωση του εγκλήματος. Η συναυτουργία (: στα πλαίσια προσβολής της ίδιας μονάδος εννόμου αγαθού) καταφάσκεται αντικειμενικά τόσο στις περιπτώσεις παράλληλης ή διαδοχικής πραγματώσεως όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από καθένα δράστη χωριστά όσο και στις περιπτώσεις παράλληλης ή διαδοχικής πραγματώσεως ενός τμήματος της αντικειμενικής υποστάσεως από τον ένα και του υπολοίπου τμήματος από τον άλλο δράστη. Τι από όλα αυτά έχει συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά δεν μπορεί στα σοβαρά να γίνει λόγος για ακριβή περιγραφή της πράξεως του κάθε συναυτουργού.- 13.3.- Η παραδοχή της φερομένης συναυτουργίας, στην δική μας περίπτωση, συνέχεται, αναπόσπαστα, με την εξειδίκευση των ενεργειών καθενός δράστη, του Χ1 και του Χ3. Στο περί ού ο λόγος Κλητήριο δεν αναφέρεται: πώς ο κάθε συναυτουργός γνώριζε και ήθελε η αποδεχόταν τη σύμπραξη, πώς είχαν τον ίδιο δόλο για την από κοινού ολοκλήρωση του εγκλήματος. 13.4.- Μάλιστα, εκτός από την παράλειψη αναφοράς στον κοινό δόλο και τη σύμπραξη, υπάρχει και αοριστία για το τι ακριβώς έγινε, διότι, ενώ από το υλικό της προανακρίσεως προκύπτει: ότι στην Αθήνα στην κατοικία του Χ1 βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 499 γνήσια κουπόνια και 18 άδεια κουτιά φαρμάκων (βλ. υπ' αριθμ. 1 αναγνωστέο) και ότι ο Χ1 ουδέποτε εμφανίστηκε στα Χανιά Κρήτης με κουπόνια ή άδεια κουτιά φαρμάκων σε κανέναν από τους οκτώ ανώνυμους και άγνωστους φαρμακοποιούς, αλλά ούτε και στην κ. Χ2 (βλ. μαρτυρική κατάθεση Χ2 και .....), το κλητήριο εμφανίζει τον Χ1 να περιφέρεται μαζί με τον Χ3 στα Χανιά από φαρμακείο σε φαρμακείο με 554 κουπόνια και 18 άδεια κουτιά φαρμάκων και να προκαλεί και να παροτρύνει οκτώ
(8)ανωνύμους φαρμακοποιούς αλλά και την Χ2.- 13.5.- Η παραδοχή της συναυτουργίας συνδέεται, αναπόσπαστα, με την εξειδίκευση των ενεργειών καθενός δράστη, διαφορετικά περιγραφή πράξεως δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνον η υπόνοια ότι είτε κάποια άλλη μορφή συμμετοχής βαπτίζεται ως συναυτουργία είτε ότι επιχειρείται ο καταλογισμός ολόκληρης της ευθύνης στους ώμους καθενός κατηγορουμένου, επειδή στάθηκε αδύνατο να διαπιστωθεί ο ένας δράστης.- Β!/δ!/iii! 14.- Πρώτον, δεν μνημονεύει το άρθρο 45 ή 47 του ΠΚ για τη συναυτουργία των Χ1 και Χ3. Δεύτερον, δεν μνημονεύει το άρθρο του ορισμένου πλημμελήματος προς το οποίο κατέτεινε η πρόκληση και η παρότρυνση (186 παρ. 2 ΠΚ). 15.1.- Οπου η συναυτουργία έχει τη μορφή της κατανομής εργασίας η παράθεση του άρθρου 45 ΠΚ στο κλητήριο θέσπισμα είναι απολύτως αναγκαία, διότι είναι η μόνη διάταξη που επιτρέπει εκείνο που διαφορετικά δεν θα συναγόταν από πουθενά: την απειλή, δηλαδή, ολόκληρης της ποινής του αυτουργού σε πρόσωπο που δεν πραγμάτωσε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος.- 15.2.- Αλλωστε, το ίδιο το κλητήριο θέσπισμα μνημονεύει το άρθρο 83 του ΠΚ. Οι περιπτώσεις "ελαττωμένης ποινής" του Γενικού Μέρους του ΠΚ είναι περιοριστικά δέκα τρεις
(13), ήτοι: 42 παρ. 1, 43 παρ.1, 44 παρ. 2, 47 παρ. 1, 49 παρ. 1, 36 παρ. 1, 35 παρ. 2, 33 παρ. 2, 133, 130 παρ. 1,23, 25 παρ. 3 και 32 παρ. 2 του ΠΚ (Σταμάτης στο συλλ. Συστηματική Ερμηνεία του ΠΚ, εκδ. 1993, σελ. 9-10). Οταν, ακριβώς, μνημονεύεται το άρθρο 83 του ΠΚ στο κλητήριο της συγκεκριμένης ποινικής δίωξης γεννάται αμφιβολία για το είδος της συμμετοχής. Μήπως υπάρχει περίπτωση απλής συνέργειας; Αυτή είναι λανθάνουσα εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κάποιος. Για τούτο και χρειάζεται η μνεία του 45 ή του 47 του ΠΚ. Το κλητήριο δεν δικαιούται να παλινδρομεί και παιχνιδίζει μεταξύ των μορφών συμμετοχής. Η μνεία αυτή του άρθρου 83 του ΠΚ καταδεικνύει τις εγγενείς παραλείψεις του κλητηρίου. Ετσι, γεννάται η ασάφεια.- Β!/δ!/iii!/b! 16.1.- Kάθε ουσιαστική διάταξη του ΠΚ, που τυποποιεί τα στοιχεία του συγκεκριμένου εγκλήματος και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, πρέπει να μνημονεύονται στο κλητήριο θέσπισμα. Το ορισμένο πλημμέλημα προς το οποίο κατέτεινε η πρόκληση και παρότρυνση (186 παρ. 2) πρέπει να μνημονεύεται. Ποια είναι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος προς το οποίο κατέτεινε η απόπειρα ηθικής αυτουργίας του 186 παρ. 2; [Αιτιολογική Εκθεση που συνοδεύει το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05, Αεροδ. Λαρ. 19/1992 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών - Νόμος, Μανωλεδάκης σε Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, εκδ. 1999, σελ. 192], να τιμωρείται αυστηρότερα από το όποιο τετελεσμένο ή σε απόπειρα ορισμένο, πάντως, πλημμέλημα [Κωνσταντινίδης, Σύσταση και Συμμορία, σελ. 60 και Μορφές εμφανίσεως, σελ. 115 και 162, όπως αναφέρεται από Μανωλεδάκη σε Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, εκδ. 1999, σελ.192]. 16.3.- Αυτή ακριβώς η θέση γίνεται δεκτή στην Αιτιολογική Εκθεση που συνοδεύει το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05: "Με το άρθρο 26 αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 186 του ΠΚ, ώστε να τιμωρείται ουσιαστικά και η απόπειρα ηθικής αυτουργίας τέλεσης ορισμένου πλημμελήματος. Ενώ, δε, η ηθική ή φυσική αυτουργία του πλημμελήματος που σχεδιάζεται μπορεί να τιμωρείται με μικρότερη ποινή και να απαιτείται έγκληση για τη δίωξή του, στην περίπτωση αυτή, κατά δογματική αντίφαση αλλά και παραβίαση της αναλογικότητος της ποινής, η πράξη τιμωρείται και αυστηρότερα και αυτεπάγγελτα π.χ η φυσική και ηθική αυτουργία της απειλής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους και μετά από έγκληση, ενώ η απόπειρα ηθικής αυτουργίας ή προπαρασκευή φυσικής αυτουργίας του ιδίου πλημμελήματος διώκεται με φυλάκιση μέχρι 5 ετών και αυτεπάγγελτα".- 17.- Σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 291/29.07.04 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων [οράτε φύλλα 3β και 4α]: "[...] σε βάρος του αιτούντος [: Χ1] και του Χ3 έχει ασκηθεί κατ' αυτών ποινική δίωξη με ΑΒΜ Ζ01/127 για πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος (άρθρο 186 παρ. 2 ΠΚ) και όχι για περιουσιακά σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αδικήματα, για τα οποία είχαν δημιουργηθεί σε βάρος τους υπόνοιες κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως της σχετικής υποθέσεως, ήτοι για απάτη (άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ) και για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (394 παρ. 1 ΠΚ). [...] Με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του αιτούντος αποδίδεται σε αυτόν η τέλεση πλημμελήματος - συγκεκριμένα η πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος κατ' άρθρον 186 παρ. 2 ΠΚ-. το οποίο δεν αφορά προσβολή περιουσιακού εννόμου αγαθού, συνισταμένου στην προκείμενη περίπτωση σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. [...] Διατάσσει την αποδέσμευση του υπ' αριθμ. ...... κοινού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας και την απόδοση της κατάθεσης στους δικαιούχους του, δηλαδή στον αιτούντα και στη μητέρα του .....".- 17.1.- Το υπ' αριθμ. 291/29.07.04 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων έχει καταστεί, προ πολλού, αμετάκλητο. Η ακριβώς προηγούμενη παρατιθέμενη διάταξή του αποτελεί δεδικασμένο ή, έστω, οιονεί δεδικασμένο ότι ο κατηγορούμενος Χ1 δεν έχει προκαλέσει κάποιον ή/και περισσοτέρους να τελέσουν το αδίκημα της απάτης (386 παρ. 1 ΠΚ) ή της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος (394 παρ. 1 ΠΚ) σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.- Β!/δ!/iv! 18.- Δεν αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία, πειστικά και φορτικά, ο κατ/νος προκάλεσε την απόφαση.- 18.1. Η διάταξη του 186 παρ. 2 του ΠΚ αποτελεί αναγωγή απόπειρας ηθικής αυτουργίας [Αιτιολογική Εκθεση που συνοδεύει το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05, Αεροδ. Λαρ. 19/1992 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών - Νόμος, Μανωλεδάκης σε Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, εκδ. 1999, σελ. 192]. Στην ηθική αυτουργία πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία πειστικά και φορτικά ο κατ/νος προκάλεσε την απόφαση [ΑΠ 1623/00 ΠΧρ ΝΑ/712, ΣυμβΑΠ 1719/99 ΠΧρ Ν/748, ΑΠ 447/99 ΠΧρ Ν/59, ΑΠ 229/99 ΠΧρ ΜΘ/1009], πρέπει να αναφέρεται ο βαθμός επίδρασης ή της εξάρτησης [ΑΠ 811/01 ΠΧρ ΝΒ/251] και σε καμμία περίπτωση δεν αρκεί η γενική και αόριστη επίκληση πειθούς και παραινέσεων [ΣυμβΑΠ 1779/99 ΠΧρ Ν/802]. Πρέπει να αποδεικνύονται τα χρησιμοποιηθέντα μέσα τα οποία χρησιμοποίησε ο δράστης και προκάλεσε έτσι την απόφαση στον φυσικό αυτουργό να τελέσει συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη [ΣυμβΠλημΣερ 37/04 ΠρΛογΠΔ 5/77]. Σε τι συνίστανται οι προτροπές, να προσδιορίζεται ο βαθμός επίδρασης ή η εξάρτηση, η φορτικότητα και η πειθώ [ΑΠ 740/04 ΠρΛογΠΔ 5/2004:274].- 18.2.- Στο ανά χείρας κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία πειστικά και φορτικά ο κατ/νος Χ1 προκάλεσε την απόφαση, δεν αναφέρεται ο βαθμός της επίδρασης ή της εξάρτησης, αλλά, απλώς, αναφέρεται, γενικώς και αορίστως, ότι προκάλεσε και παρότρυνε.- Γ!/α! 19.- Το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα, λοιπόν, για όλους τους παραπάνω, παραδεκτούς και βάσιμους, λόγους είναι και πρέπει να κηρυχθεί άκυρο.- Γ!/β! 20.- Η διαδρομή της παραγραφής του αδικήματος δεν αναστέλλεται στην περίπτωση, κατά την οποία κατά της απ' ευθείας εισαγωγής των κατ/νων σε δίκη ασκήθηκε προσφυγή με το 322 και εγένετο αυτή δεκτή, ασχέτως της εκ μέρους του Συμβουλίου εκδόσεως απαλλακτικού ή παραπεμπτικού βουλεύματος, διότι η αρχική παραπομπή δι' απευθείας κλήσεως των κατ/νων ανατρέπεται και ακυρούται με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής [ΣυμβΑΠ 13/05 ΠρΛογΠΔ 6/2005:7]. Η αρχική παραπομπή δι' απευθείας κλήσεως του κατ/νου ανατρέπεται και ακυρούται με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέως επί της προσφυγής [ΣυμβΑΠ 13/05 ΝοΒ 53:1337]. Μόνον στην περίπτωση απόρριψης της προσφυγής από τον εισαγγελέα εφετών διατηρούνται οι συνέπειες της επίδοσης του κλητηρίου για την έναρξη της κύριας διαδικασίας και την αναστολή της παραγραφής [ΣυμβΑΠ 463/04 ΠρΛογΠΔ 5/2004: 237].- Γ!/γ! 21.- Της ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητηρίου Θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων αποφασισθείσης, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, τη στιγμή που από τον φερομένο ως χρόνο τελέσεως (Σεπτέμβριο του 2000) μέχρι και σήμερα (Ιανουάριο 2006) έχει παρέλθει η κρίσιμη της παραγραφής πενταετία άνευ επερχομένης της αναστολής που ανετράπη με την κήρυξη της ακυρότητος [άρθρα: 171, 173, 321, 322, 370 περίπτ. β! ΚΠοινΔ, 111 παρ. 3, 112 και 113 του ΠΚ]". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του απέρριψε την άνω περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Η υποβληθείσα από τον εκπροσωπούντα τον 3ο εκκαλούντα (Χ1) ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε παραδεκτά, αφού προβλήθηκε παραδεκτά και στο πρωτόδικο δικαστήριο και απορρίφθηκε και αποτελεί ειδικό λόγο της εφέσεως του (αρχικής και συμπληρωματικής) - βλ. οικείες εκθέσεις, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι: από το περιεχόμενο (κείμενο) του προσβαλλομένου κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτό τα απαιτούμενα κατ' άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχεία και δη τα αμφισβητούμενα από τον ενιστάμενο (καθορισμός αξιόποινης πράξεως και μνεία του άρθρου που την προβλέπει). Ειδικότερα, στους εκκαλούντες - κατηγορουμένους Χ3 και Χ1 αποδίδεται η αξιόποινη πράξη της πρόκλησης για την εκτέλεση πλημμελήματος (άρ. 186 παρ. 2 ΠΚ) και στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι αυτοί... τον Σεπτέμβριο του 2000 στα Χανιά προκάλεσαν ή παρότρυναν με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει κάποιο πλημμέλημα και ειδικότερα έχοντας στην κατοχή τους 554 γνήσια κουπόνια διαφόρων φαρμάκων και 18 κουτιά φαρμάκων με επικολλημένα τα κουπόνια προκάλεσαν και παρότρυναν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων να τα αγοράσουν εξαπατώντας έτσι το ταμείο ασφάλισης δημοσίου και άλλους φορείς ασφάλισης από τους οποίους θα έπαιρναν την αξία των φαρμάκων χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχουν διαθέσει στους ασθενείς πελάτες τους και παρατίθεται το άρθρο 186 παρ. 2 ΠΚ που προβλέπει την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους πράξη. Επομένως, παρατίθενται τα στοιχεία του εγκλήματος, ήτοι η με πρόθεση (που ενυπάρχει στις ενέργειες των κατηγορουμένων) πρόκληση και παρότρυνση προς τους ανωτέρω φαρμακοποιούς να διαπράξουν πλημμέλημα, το οποίο μάλιστα προσδιορίζεται και περιγράφεται (απάτη σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων). Επίσης, παρατίθενται στο κλητήριο θέσπισμα τα άρθρα 26 παρ.1, 25, 51, 53, 83, 186 παρ. 2 ΠΚ που προβλέπουν την ανωτέρω αξιόποινη (πράξη). Η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα μη παράθεση του άρθρου 386 παρ. 1 α που προβλέπει την πράξη της απάτης δεν δημιουργεί ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού η αποδιδόμενη στους εκκαλούντες πράξη της πρόκλησης για τέλεση πλημμελήματος μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε πλημμέλημα και επομένως η ερευνόμενη εν λόγω αξιόποινη πράξη δεν προβλέπεται από το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ (Συμβ. Πλημ. Θεσ. 679/1987 Αρμ. 1987 698). Περαιτέρω, ρητά προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, η δε παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένης ημερομηνίας δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού ο χρόνος τελέσεως είναι ο Σεπτέμβριος 2000 και η υπόθεση ήδη εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό το έτος 2004, με συνέπεια να μην τίθεται θέμα παραγραφής ή συνδρομής άλλου λόγου εξαλείψεως του αξιοποίνου, συναρτώμενου με την παραληφθείσα συγκεκριμένη ημερομηνία (ΑΠ 1504/1994 Ποιν. Χρ. ΜΔ 1251). Εξάλλου, ο ισχυρισμός για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος επειδή δεν παρατίθεται το άρθρο 45 ΠΚ και η συμμετοχική δράση κάθε εκκαλούντος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι δεν παραπέμφθηκαν ως συναυτουργοί. Τέλος είναι επίσης αβάσιμος ο ισχυρισμός για μη προσδιορισμό του τρόπου και των μέσων που προκάλεσαν και παρότρυναν τους φαρμακοποιούς (η ειδικότερη εξειδίκευση των οποίων πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση), αφού στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι " ...θα έπαιρναν την αξία των φαρμάκων χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχουν διαθέσει στους ασθενείς πελάτες τους... Η Χ2 ... αγόρασε... γνήσια κουπόνια φαρμάκων έναντι ποσού 82.500 που αντιστοιχούσε στο 20% της νόμιμης αξίας τους... ", ήτοι προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα προκλήσεως (παράδοσης κουπονιών φαρμάκων, υπόσχεση και παροχή παράνομων οικονομικών ανταλλαγμάτων)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς απέρριψε την ένσταση περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αναφέρονται σ' αυτό τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στοιχεία, και συγκεκριμένα περιέχει το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα, ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της με πρόθεση προκλήσεως για την εκτέλεση πλημμελήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 186 παρ. 2 του ΠΚ, το οποίο παρατίθεται στο κλητήριο θέσπισμα (καθώς και τα άρθρα 1, 14, 16, 17, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 83 ΠΚ), και δη του πλημμελήματος της απάτης εις βάρος των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του προκάλεσαν και παρότρυναν τους άνω φαρμακοποιούς με την πιο πάνω παράδοση κουπονιών φαρμάκων, υπόσχεση και παροχή παράνομων οικονομικών ανταλλαγμάτων. Δεν ήταν δε αναγκαία εν προκειμένω για την εγκυρότητα του άνω κλητηρίου θεσπίσματος η παράθεση και του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., που προβλέπει την πράξη της απάτης, αλλ' ούτε και του άρθρου 45 ΠΚ, αφού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν κατηγορείτο ως συναυτουργός, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιτρεπτώς χαρακτήρισε την αποδιδόμενη σ' αυτόν και το συγκατηγορούμενό του πιο πάνω αξιόποινη πράξη ως τελεσθείσα από κοινού απ' αυτούς (άρθρ. 45 ΠΚ). Περαιτέρω, ρητά προσδιορίζεται στο κλητήριο θέσπισμα ο χρόνος τελέσεως του άνω πλημμελήματος (Σεπτέμβριος 2000). Εφόσον δε επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα έγκυρο κλητήριο θέσπισμα εντός της πενταετίας, δεδομένου μάλιστα ότι η υπόθεση εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό στις 14-12-2004 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11540/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της άνω πράξεως και ο χρόνος της παραγραφής της με τον ειρημένο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, αφού από την αναγνώριση ή μη τέτοιων περιστάσεων εξαρτάται και η μείωση της προβλεπόμενης από την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ποινής. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ προκύπτει ότι για να συντρέξουν οι προβλεπόμενες από τις περιπτώσεις αυτές ελαφρυντικές περιστάσεις, πρέπει ο υπαίτιος, αντίστοιχα: α) να έζησε έως το χρόνο που έλαβε χώρα το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος να ανάγεται σε όλες τις μορφές της κοινωνικής συμπεριφοράς και β) να συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκείμενη περίπτωση, από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 182/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού την πράξη που τους αποδίδεται και συγκεκριμένα: Στα Χανιά το Σεπτέμβριο 2000, ενεργούντες από κοινού, μετά από συναπόφαση, προκάλεσαν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων, μεταξύ των οποίων και την Χ2, να διαπράξουν το πλημμέλημα της απάτης (αρ. 386 παρ. 1 ΠΚ). Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, (εμπορία παραφαρμακευτικών προϊόντων), είχαν γνώση του τρόπου είσπραξης από τους φαρμακοποιούς του τιμήματος των πωλουμένων σε ασφαλισμένους φαρμάκων από τα ασφαλιστικά ταμεία, (με την υποβολή στα ταμεία των επικολλημένων στα πωλούμενα στους ασφαλισμένους φάρμακα κουπονιών, που αντιπροσώπευαν την αξία των φαρμάκων), ο μεν Χ1 μερίμνησε και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό γνήσιων κουπονιών διαφόρων φαρμάκων, τα οποία δεν είχαν πωληθεί σε ασφαλισμένους και επομένως δεν είχαν χρησιμοποιηθεί τα επικολλημένα σ' αυτά κουπόνια και ακολούθως αμφότεροι, δια του πρώτου (Χ3), ο οποίος βρισκόταν στα Χανιά, με την υπόσχεση και την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων από την παράνομη διακίνηση των κουπονιών αυτών, προκάλεσαν τους ανωτέρω φαρμακοποιούς να διαπράξουν το πλημμέλημα της απάτης σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων. Ειδικότερα τους προκάλεσαν να αγοράσουν κουπόνια από τα ανωτέρω σε χαμηλή τιμή και ακολούθως να τα υποβάλλουν στα ασφαλιστικά ταμεία, ως δήθεν αντιπροσωπεύοντα την αξία πωληθέντων από αυτούς σε ασφαλισμένους φαρμάκων για να εισπράξουν την αξία τους αυτή αποκομίζοντες παράνομο περιουσιακό όφελος, (αναγραφόμενη στα κουπόνια αξία, μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), με αντίστοιχη ζημία των ταμείων. Μάλιστα, είχαν πωλήσει στη φαρμακοποιό Χ2 35 από τα προαναφερθέντα γνήσια κουπόνια, αντί τιμήματος 82.500 δρχ. που αντιπροσώπευε το 20% της αναγραφομένης στα κουπόνια αξίας των φαρμάκων, προκειμένου η φαρμακοποιός να υποβάλλει τα κουπόνια αυτά σε ασφαλιστικά ταμεία, εμφανίζουσα ψευδώς ότι αφορούσαν πωληθέντα σε ασφαλισμένους φάρμακα, και να εισπράξει την αναγραφόμενη αξία, (μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), αποκομίζουσα έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη των ταμείων. Ο δόλος των κατηγορουμένων συνάγεται από τις προαναφερόμενες ενέργειές τους. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου (Χ3) ότι η φαρμακοποιός Χ2 του ζήτησε να της προμηθεύσει τα κουπόνια, λόγω απώλειας άλλων, είναι αβάσιμος, ενόψει της απολογίας της τελευταίας στο πρωτόδικο Δικαστήριο και της καταθέσεως στο ίδιο Δικαστήριο και κατά την προανάκριση της μάρτυρος ....., από τις οποίες συνάγεται το αντίθετο, προσέτι δε εν όψει ότι η δραστηριότητα των κατηγορουμένων δεν εξαντλήθηκε στην ως άνω φαρμακοποιό. Από τις καταθέσεις της ανωτέρω μάρτυρος συνάγεται ότι η δραστηριότητα αυτή των κατηγορουμένων έγινε αντικείμενο συζητήσεως στον διοικητικό συμβούλιο του φαρμακευτικού συλλόγου Χανίων και αποφασίστηκε να γίνει καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Εξάλλου, στην κατοχή του κατηγορουμένου Χ3 βρέθηκαν και κατασχέθηκαν επί πλέον 20 κουπόνια συγκεκριμένου φαρμάκου (Claricid 250), ποσό 149.500 δρχ. προερχόμενο από την παράνομη δραστηριότητά του, και σημειώματα με ονομασίες φαρμάκων που δεν είχαν σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, (βλ. από ... οικείες εκθέσεις του Α/Β .....), στοιχεία που αναιρούν τον ανωτέρω ισχυρισμό του, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι δεν συμμετείχε στη διάπραξη της πράξης που του αποδίδεται. Σημειώνεται ότι στην κατοχή του ίδιου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 24 φιάλες, 350 γρ. εκάστης, καθαρού οινοπνεύματος, που διακινούσε παράνομα, καθώς και δύο κουτιά (110 τεμάχια) κροτίδες, τύπου "MEFISTO MANNA", που κατείχε παράνομα. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1 ότι δεν συμμετείχε στην ως άνω αξιόποινη πράξη είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, πέραν της απολογίας του συγκατηγορουμένου του Χ3, (ο οποίος ανέφερε ότι ο ανωτέρω - Χ1 - βρήκε και του παρέδωσε τα κουπόνια), η συμμετοχή του τελευταίου αποδεικνύεται πρωτευόντως από το γεγονός ότι μόλις καταλήφθηκαν στα Χανιά οι Χ3 και Χ2 και δραστηριοποιούνται ως ανωτέρω, έγινε έρευνα στην οικία αυτού (Χ1) στην Αθήνα και καταλήφθηκε να κατέχει 499 κουπόνια διαφόρων φαρμάκων και επί πλέον 18 άδεια κουτιά φαρμάκων με επικολλημένα κουπόνια, (βλ. από ... οικεία έκθεση του ανθ/μου .....). Τα αντίστοιχα φάρμακα (517 συνολικά) είχαν πωληθεί (όχι σε ασφαλισμένους, αφού δεν είχαν χρησιμοποιηθεί τα κουπόνια) και η συγκέντρωση και κατοχή τόσο μεγάλου αριθμού κουπονιών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνο για την παράνομη διακίνησή τους από τους κατηγορουμένους, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Ο ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου ότι τα κουπόνια που βρέθηκε να κατέχει ήταν από φάρμακα που χρησιμοποιούσαν οι γονείς του είναι αβάσιμος, αφού πέραν της κατοχής μεγάλου αριθμού κουπονιών διαφόρων φαρμάκων, οι γονείς του ήταν ασφαλισμένοι, (όπως συνομολογεί ήταν φαρμακοποιός ο πατέρας του) και τα κουπόνια των φαρμάκων που τυχόν χρησιμοποιούσαν αποστέλλοντο στο οικείο ασφαλιστικό ταμείο. Τέλος, τα συνομολογούμενα από τον κατηγορούμενο Χ1 στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής καταρτίσεώς του, (πανεπιστημιακές σπουδές στα οικονομικά, προϋπηρεσία 2,5 ετών ως φαρμακοϋπάλληλος, εμπορία παραφαρμακευτικών προϊόντων), συνδυαζόμενα με το μεγάλο αριθμό κουπονιών που κατείχε, αποδεικνύουν ότι αυτός είχε σαφή γνώση των πράξεών του και των συνεπειών τους και ανατρέπουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους για πραγματική πλάνη. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, η οποία επιτρεπτώς, (αφού πρόκειται για τον τρόπο συμμετοχής τους στην ίδια αξιόποινη πράξη), πρέπει να χαρακτηριστεί ως τελεσθείσα από κοινού από αυτούς". Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 (καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Χ3) του ότι: "Στα ....., το Σεπτέμβριο του 2000, ενεργούντες από κοινού, με πρόθεση προκάλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει πλημμέλημα και δη αυτό της απάτης. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι, έχοντες γνώση του τρόπου είσπραξης από τους φαρμακοποιούς του τιμήματος των πωλουμένων σε ασφαλισμένους φαρμάκων από τα ασφαλιστικά ταμεία, (με τη υποβολή στα ταμεία των επικολλημένων στα πωλούμενα στους ασφαλισμένους φάρμακα κουπονιών), ο μεν Χ1 μερίμνησε και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό γνήσιων κουπονιών διαφόρων φαρμάκων, τα οποία δεν είχαν πωληθεί σε ασφαλισμένους και επομένως δεν είχαν χρησιμοποιηθεί τα επικολλημένα σ' αυτά κουπόνια, και ακολούθως αμφότεροι, δια του πρώτου (Χ3), ο οποίος βρισκόταν στα Χανιά, με την υπόσχεση και την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων από την παράνομη διακίνηση των κουπονιών αυτών, προκάλεσαν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων, μεταξύ των οποίων την Χ2, να διαπράξουν το πλημμέλημα της απάτης σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων. Ειδικότερα τους προκάλεσαν να αγοράσουν κουπόνια από τα ανωτέρω σε χαμηλή τιμή και ακολούθως να τα υποβάλλουν στα ασφαλιστικά ταμεία, ως δήθεν αντιπροσωπεύοντα την αξία πωληθέντων από αυτούς σε ασφαλισμένους φαρμάκων για να εισπράξουν την αξία τους αυτή, (μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), αποκομίζοντες παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία των ταμείων. Μάλιστα πώλησαν στην ανωτέρω φαρμακοποιό Χ2 35 από τα προαναφερθέντα γνήσια κουπόνια, αντί τιμήματος 82.500 δρχ. που αντιπροσώπευε το20% της αναγραφόμενης στα κουπόνια αξίας των φαρμάκων, προκειμένου η φαρμακοποιός να υποβάλλει τα κουπόνια αυτά σε ασφαλιστικά ταμεία, εμφανίζουσα ψευδώς ότι αφορούσαν πωληθέντα από αυτή σε ασφαλισμένους φάρμακα, και να εισπράξει την αναγραφόμενη αξία, (μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), αποκομίζουσα έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη των ασφαλιστικών ταμείων". Μετά την απαγγελία της άνω αποφάσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς στο πρόσωπο του εν λόγω κατηγορουμένου, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά και κατέθεσε εγγράφως, με το ακόλουθο σημείωμά του: "ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ, (ΚΠοινΔ 141 ΠΑΡ.2) Ο κατ/νος, Χ1, διά του συνηγόρου του, ζήτησε την υπέρ αυτού αναγνώριση των κατωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων: 1.- Ότι μέχρι την τέλεση του αδικήματος, για το οποίο σήμερα δικάζομαι, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (ΠΚ 84 παρ. 2 στοιχ. α!).- 1.1.- Τούτο πιστοποιείται από το δελτίο ποινικού μου μητρώου, αλλά και από τις καθόλου, θετικές και σταθερές, εκδηλώσεις κάθε μορφής της, μέχρι τότε, οικογενειακής, επαγγελματικής, κοινωνικής, κλπ ζωής μου. Συγκεκριμένως: • Από την οικογένειά μου [: ήμουν και είμαι μέλος μιας τετραμελούς οικογενείας, ασχέτως αν οι γονείς μου είναι χωρισμένοι, ο πατέρας μου είναι φαρμακοποιός (συνταξιούχος πιά), η μητέρα μου ήταν μαία (απεβίωσε), ο αδελφός μου εκείνη την περίοδο σπούδαζε Νομικές Επιστήμες στην Parma της Ιταλίας (δικηγόρος πιά και, νυν, συνήγορός μου)].- • Από τις σπουδές μου [: έχω σπουδάσει Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο La Verne, μιλάω τρεις
(3)ξένες γλώσσες γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά].- • Από την εργατικότητά μου [: παράλληλα με τις σπουδές μου εργαζόμουν ως φαρμακοϋπάλληλος στο φαρμακείο του πατέρα μου].- • Από την προσφορά μου στο κοινωνικό σύνολο και την άμυνα της χώρας [: Υπηρέτησα την δεκαοκτάμηνη
(18)θητεία μου ως οπλίτης με την ιδιότητα του ταχυδρόμου στις τάξεις του Πεζικού του στρατού ξηράς. Σημειώνω ότι βρέθηκα για μια εβδομάδα στην πρώτη γραμμή με το δάκτυλο κυριολεκτικά στη σκανδάλη εξαιτίας του επεισοδίου στις Νήσους Ίμια].- 2.- Το έγκλημα, για το οποίο κατηγορούμαι, δεν μπορεί, πιστεύω, να μου στερήσει την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, την οποία μια φορά στη ζωή του δικαιούται κάθε άνθρωπος να ζητήσει.- 3.- Ότι από τότε μου καταλογίζεται η πράξη συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα (ΠΚ 84 παρ. 2 στοιχ. ε!).- 3.1.- Συγκεκριμένως: Από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι και σήμερα έχουν περάσει έξι
(6), σχεδόν, ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων: • Ξεκίνησα τη δημιουργία δικής μου οικογενείας [: είμαι, γαρ, αρραβωνιασμένος και συζώ με την ..... - ετών 35, ιδιωτική υπάλληλο: account manager στην εταιρεία δημοσίων σχέσεων: "Out of the Box".- • Παράλληλα, δε, ήμουν στο πλευρό της αποβιωσάσης μητρός μου, η οποία ταλαιπωρήθηκε από συνεχείς μεταστάσεις καρκίνου και είμαι, πάντα, στο πλευρό του πατρός μου, ο οποίος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη με επιπλοκές στα κάτω άκρα: κατακλίσεις, απώλεια ισορροπίας, αδυναμία όρθιας θέσης και περιπάτου, καρδιακή ανεπάρκεια - φέρει εμφυτευμένο βηματοδότη και υψηλή αρτηριακή πίεση.- • Επιδιώκω τη δια βίου εκπαίδευσή μου [: μελέτησα ασκήσεις και εξασκήθηκα σε πρακτικές κατασκευών ναύλων, αεροπορικών εισιτηρίων, τουριστικών πακέτων, τελικού κόστους διακοπών, κλπ. και διαγωνίστηκα, επιτυχώς, στις διεθνείς εξετάσεις της ΙΑΤΑ (: International Association of Travel Agency)], εργάζομαι [: Αρχικώς και για δέκα - τέσσερις
(14)μήνες, ήσκησα το επάγγελμα του εμπόρου παραφαρμακευτικών προϊόντων. Στη συνέχεια, εργάστηκα, ήδη, για τέσσερα
(4)χρόνια, στο τουριστικό γραφείο .... (οδός ....., Πλάκα) ως tour operator. Μάλιστα, αξιοποιώντας την εμπειρία μου και τις επαφές μου στον χώρο των τουριστικών επιχειρήσεων, οργάνωσα και λειτουργώ, ήδη, ιδιόκτητο τουριστικό γραφείο: το ....., στην ....., Σύνταγμα].- 4.- Επισημαίνεται, άλλωστε, πως οι ελαφρυντικές περιστάσεις θεσπίστηκαν και κρίνονται με βάση την προσωπικότητα του δράστη και την καθόλου συμπεριφορά του, πριν και μετά τις πράξεις, ανεξαρτήτως της βαρύτητάς τους. Οι συνθήκες αυτές δικαιολογούν απολύτως την αναγνώριση, στο πρόσωπό μου, των ελαφρυντικών περιστάσεων, που ζητώ και πρέπει να μου αναγνωρισθούν, αφού συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις". Ακολούθως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς στο πρόσωπο του 3ου κατηγορουμένου παραδεκτώς υποβλήθηκε μετά την απόφαση για την ενοχή και κατά το στάδιο της συζήτησης για την ποινή, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τα εκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνάγεται προηγούμενος έντιμος βίος του κατηγορουμένου ως προς όλες τις εκφάνσεις του, (ατομική, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή), ούτε ότι για ικανό χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά (αρ. 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ). Ειδικότερα, τα προσκομισθέντα από τον ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) αναφέρονται στην οικογενειακή και επαγγελματική του κατάσταση (εργασία, ασφάλισή του κ.ο.κ.), όμως δεν συνάγεται από αυτά, ούτε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, (κατάθεση μάρτυρος, απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε και στο πρωτόδικο δικαστήριο κ.ο.κ.) η συνδρομή των ως άνω στοιχείων που απαιτούνται για την αναγνώριση των αιτουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων, εν όψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τις επαγγελματικές του γνώσεις, εμπειρία και υποδομή για την παράνομη δραστηριότητά του και την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους, στοιχεία που υποδηλώνουν όχι μεμονωμένη παράνομη συμπεριφορά". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 και 186 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του παρόντος κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα. Ειδικότερα, με τις άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε ότι τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό στοιχεία "υποδηλώνουν όχι μεμονωμένη παράνομη συμπεριφορά" και ότι συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι άνω ελαφρυντικές περιστάσεις και πριν (αναφορικά με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ) και μετά την τέλεση του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε (σε σχέση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Μαϊου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 1333/19-5-06) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 182/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ