← Ελλάδα

ΑΠ 1728/2012 — Χρησικτησία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1728 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Χρησικτησία. Περίληψη: Στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διεκδικητική αγωγή για είναι ορισμένη. Διάκριση αοριστίας σε νομική και ποσοτική ή ποιοτική. Συνέπειες. Έκτακτη χρησικτησία κατά τον Α.Κ. και κατά το προϊσχύον βυζανορωμαϊκό δίκαιο. Αβάσιμος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 παρ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που συνιστά άρνηση της ταυτότητας του διεκδικούμενου ακινήτου. Αριθμός 1728/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Γ. και 2) Α. Ζ., Π., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τάντση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/02/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5950/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 4138/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/6/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 5/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής, που αφορά ακίνητο, το δικόγραφό της, εκτός από το αίτημα και τα λοιπά στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρο 118 ΚΠολΔ), πρέπει να περιέχει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πλην άλλων, και α)τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα ο ενάγων και ειδικότερα, αν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αυτός ή ο δικαιοπάροχός του, πρέπει να αναφέρει (για τον μετά την 23.2.1946 χρόνο), σύμφωνα με τα άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ, ότι νεμήθηκαν το ακίνητο με διάνοια κυρίων επί μία συνεχή εικοσαετία, αναφέροντας και τις υλικές φανερές πράξεις πάνω σ' αυτό, με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέληση αυτού-ενάγοντος- ή του δικαιοπαρόχου του για εξουσίασή του, και β)ακριβή περιγραφή του επίδικου ακινήτου, προσδιορίζοντας τη θέση, την έκταση και τα όριά του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του (ΑΠ 833/2010, ΑΠ 491/1995, ΑΠ 598/1979). Όμως, όπως, προκύπτει από το άρθρο 1046 ΑΚ, αν - ο ενάγων - επικαλεστεί και αποδείξει ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου και ότι την έχει και τώρα, τεκμαίρεται ότι την είχε και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (ΑΠ 121/1981 ΝοΒ 29.1281). Εξάλλου, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων πρέπει να αναφέρει σ' αυτήν - αγωγή - εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε, να είναι δυνατό στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 560/1979). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι τα όρια που αναφέρονται σ'αυτήν για το ευρύτερο κτήμα "Γεροτσακούλι" είναι "εντελώς ασαφή και μη προσδιορίσιμα, αφού γίνεται χρήση τοπωνυμιών ("Ξυλοκέριζα", Ραφήνα, Πικέρμι, Κτήμα Σκουζέ, Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης") που καταλαμβάνουν το καθένα ευρύτερη και ακαθόριστη εδαφική έκταση και τα οποία δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, σταθερά στο έδαφος και αναλλοίωτα στο χρόνο συγκεκριμένα σημεία, ικανά να προσδιορίσουν τα ακριβή όρια και τη θέση του κτήματος "Γεροτσακούλι", που φέρεται, κατ'αυτό τον τρόπο να καταλαμβάνει τη μισή Αττική", ενώ "δέχτηκε ότι το επίδικο (των 32000 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 31.216,361 τ.μ.) αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 270 στρεμμάτων, η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί τμήμα του πολύ μεγαλύτερου κτήματος, ονομαζομένου "Γεροτσακούλι", χωρίς, όμως, να εντοπίζεται (ούτε στην αγωγή ούτε στην αναιρεσιβαλλομένη) η ακριβής θέση των επιδίκων σε σχέση με την ευρύτερη αυτή "τεράστια" έκταση του κτήματος "Γεροτσακούλι" (ούτε αναφέρονται στην αγωγή) συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επίδικου εδαφικού τμήματος (των 31.216,361 τ.μ.), ήτοι πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ιστορική βάση της, προκειμένου να διαπιστωθεί η υπαγωγή τους στις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του άρθρου 21 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" που ρυθμίζουν την έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου", ισχυρισμό περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής τον οποίο το ίδιο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό και είχε επαναφέρει παραδεκτά στο Εφετείο με το εφετήριό του, καθώς και με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από την ένδικη - από 16.2.2007 - αγωγή των αναιρεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), αυτοί-αναιρεσίβλητοι-ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του περιγραφόμενου λεπτομερώς κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις ακινήτου από κληρονομία των γονέων τους Γ. Κ. του Μ. - πατέρα τους - και Δ. χήρας Γ. Κ. - μητέρα τους -, που πέθαναν, αντίστοιχα στις 19 Νοεμβρίου 1972 και στις 30 Ιουνίου 1989 χωρίς να αφήσουν διαθήκη, την κληρονομία των οποίων αποδέχθηκαν και μετέγραψαν την περί αποδοχής δήλωσή τους. Ότι στον πατέρα τους - δικαιοπάροχο και αυτών και της μητέρας τους - το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τον Κ. Χ. του Δ. με το .../7-2-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, όπως τροποποιήθηκε με την .../14-11-1964 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί. Ότι στον Κ. Χ. του Δ. είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης - 270.000 τ.μ. - περιγραφόμενης, επίσης, λεπτομερώς κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, με αγορά από την Ιερά Μονή Πεντέλης με το .../1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ότι η Ιερά Μονή Πεντέλης είχε αποκτήσει την έκταση των 270.000 τ.μ., ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, περιγραφόμενης και αυτής κατά θέση, έκταση και όρια, "κατά το έτος 1600 περίπου από έναν Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης", έκτοτε δε τη νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1915 αλλά και μετά το έτος αυτό - 1915 -, στη συνέχεια δε νεμήθηκε την έκταση των 270.000 τ.μ. ο Κ. Χ. του Δ. και ακολούθως οι γονείς των αναιρεσιβλήτων το επίδικο ακίνητο και εν τέλει και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής, ασκώντας σ'αυτό - αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους - τις αναφερόμενες υλικές φανερές διακατοχικές πράξεις. Ζήτησαν δε - οι αναιρεσίβλητοι - να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου, επειδή το ήδη αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το αμφισβητεί, υποστηρίζοντας ότι ανήκει στη δική του κυριότητα διακατεχόμενο απλώς από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους. Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η αγωγή - η οποία έχει ως βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1033, 1710 παρ.1, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ, για την απόκτηση του δικαιώματος συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο και από τους δικαιοπαρόχους τους με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ως έχοντας νεμηθεί αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας - είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρεται στην αγωγή η θέση του επίδικου ακινήτου ("Αγία Βαρβάρα Γεροτσακούλι" Πεντέλης Αττικής, της Περιφέρειας του Δήμου Ραφήνας, πρώην Κοινότητας Ραφήνας), η έκτασή του (3200 τ.μ. ή όσης έκτασης είναι και κατά νεότερη και επακριβή καταμέτρηση τ.μ.31.216,361), και τα όρια και επί πλέον και οι πλευρικές του διαστάσεις (ανατολικά με τη λεωφόρο Αθηνών - Μαραθώνα, επί προσώπου μέτρων συνολικά 133, 02, δυτικά με την οδό Μιλτιάδου και πέραν αυτής με ιδιοκτησία του Συνεταιρισμού ΝΕΟΣ ΒΟΥΤΖΑΣ επί προσώπου μέτρων συνολικά 84,32, βόρεια με ιδιοκτησία Α. Α. επί πλευράς μήκους μέτρων 283,78 και νότια με ιδιοκτησία Π. Λ. και διαδόχων Κ. Γ. επί πλευράς συνολικού μήκους μέτρων 295,02). Επίσης, όπως προεκτέθηκε, περιγράφεται λεπτομερώς και η έκταση των 270.000 τ.μ. κατά θέση [Αγία Βαρβάρα Γεροτσακούλι Πεντέλης πρώην της Κοινότητας και τώρα του Δήμου Ραφήνας στο 27ο και 28ο χιλιόμετρο της οδού Αθηνών Ν.Μάκρης (Λεωφόρου Αθηνών-Μαραθώνος)], έκταση (270.000 τ.μ.), όρια και επί πλέον και πλευρικές διαστάσεις - οι τελευταίες με αναφορά στο από Ιουλίου 1953 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Κ. που είναι προσαρτημένο στο παραπάνω .../1957 συμβόλαιο, στο οποίο η έκταση αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Α-39α-47- [ανατολικά με δημόσια οδό Αθηνών - Νέας Μάκρης (από τη γέφυρα Παπαδιά μέχρι τη γέφυρα Ζαχαριά), δυτικά με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού Νέου Βουτζά (πρώην Ιεράς Μονής Πεντέλης) επί πλευράς που αρχίζει από το 39α ορόσημο μέχρι το 47ο ορόσημο, βόρεια με ρεύμα και πέραν αυτού με κτήμα Ιεράς Μονής Πεντέλης, που αρχίζει από το σημείο Α της γέφυρας Ζαχαριά και συνεχίζει μέχρι το ορόσημο 39α του ανωτέρω Συνεταιρισμού Νέου Βουτζά και νότια με ρεύμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία πρώην Μονής Πεντέλης και ήδη Οικοδομικού Συνεταιρισμού Νέου Βουτζά, επί πλευράς που αρχίζει από το σημείο Α της γέφυρας Παπαδιά μέχρι το 47ο ορόσημο της ιδιοκτησίας του ανωτέρω Συνεταιρισμού]. Επί πλέον περιγράφεται και το μεγαλύτερο κτήμα "Γεροτσακούλι" κατά θέση ("ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ - ΓΕΡΟΤΣΑΚΟΥΛΙ ΠΕΝΤΕΛΗΣ" της Περιφέρειας Ραφήνας Αττικής), έκταση (πολλών χιλιάδων - ως έγγιστα - στρεμμάτων, που περιλάμβανε κυρίως δάση και δασοτόπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες) και όρια (ανατολικά με θάλασσα, βόρεια με κτήμα Μονής Ασωμάτων Ξυλοκέριζας, νότια με Ραφήνα, Πικέρμι και Κτήμα Σκουζέ και δυτικά με Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης και κτήμα Πεντέλης), ήτοι με στοιχεία ικανά να προσδιορίσουν τη θέση του. Ως εκ της περιγραφής δε αυτής και ειδικότερα της αναφοράς των πλευρικών του διαστάσεων, προκύπτει η ακριβής θέση του επίδικου ακινήτου τόσο σε σχέση με τη μεγαλύτερη έκταση των 270.000 τ.μ. όσο και σε σχέση με το μεγαλύτερο - και των δύο - κτήμα "Γεροτσακούλι". Αναφέρεται δε με σαφήνεια στην αγωγή, ότι τη νομή του επίδικου ακινήτου είχε αποκτήσει περί το έτος 1600 η Ιερά Μονή Πεντέλης και ότι το επίδικο ακίνητο νέμονταν αυτή - Ιερά Μονή - έως και μετά το 1915 και στη συνέχεια οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και εν τέλει και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής. Γι' αυτό, οι περί του αντιθέτου ως άνω λόγοι - πρώτος και δεύτερος - της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης...κατά νεότερη επακριβή καταμέτρηση 31.216,361 τ.μ.(ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή του κατά θέση, έκταση, όρια και επί πλέον πλευρικές διαστάσεις) περιήλθε στη συγκυριότητα των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγόντων- εφεσιβλήτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα...από κληρονομία του πατέρα τους Γ. Κ. του Μ. και της Π., που πέθανε στην Αθήνα στις 19-11-1972, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς και τη σύζυγό του μητέρα τους Δ. Χα Γ. Κ. ... (οι οποίοι) αποδέχτηκαν την καταληφθείσα κληρονομιά με την .../4.7.1974 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Στεργίου Καβαλέκα, όπως διορθώθηκε με την 241.204/1978 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα ... (και) της μητέρας τους ... που πέθανε στην Αθήνα την 30.6.1989 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες ... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, για την ... κληρονομία της (οποίας) εκδόθηκε το 583/1990 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την 262/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα...Το συγκεκριμένο ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα των εναγόντων ... με αγορά από τον Κ. Χ. του Δ. δυνάμει του .../7.2.1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, νομίμως μεταγραφομένου..., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την .../14.11.1964 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... Στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Κ. Χ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση (270 στρεμμάτων) με αγορά από την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης δυνάμει του .../20-2-1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα...(ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή της έκτασης των 270 στρεμμάτων κατά θέση, έκταση, όρια και επί πλέον τις πλευρικές της διαστάσεις). Η πώληση της έκτασης των 270 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, προς τον Κ. Χ. επιτράπηκε με την 49644/2195/5.8.1955 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων - Γεωργίας, μετά την από 1-4-1955 ομόφωνη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ.1 ν.5763/1933, που έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να ασκήσει το Δημόσιο για την αγορά αυτή το δικαίωμα προτίμησης κατά το ν.5763/1933, γιατί η προς πώληση έκταση δεν συνέχεται με όμοια έκταση ανήκουσα στο Δημόσιο, ούτε από την πώληση αυτής σε ιδιώτη παραβλάπτονται ή παρεμποδίζονται συμφέροντα δημοσίου ή κοινωνικού ενδιαφέροντος. Επίσης με την 123576/2054/5.8.1955 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας χορηγήθηκε στην Ιερά Μονή Πεντέλης άδεια πώλησης της προαναφερόμενης έκτασης των 270 στρεμμάτων, επιτρεπομένης της περαιτέρω κατάτμησης αυτής, χωρίς ειδική έγκριση, σε τεμάχια 20 στρεμμάτων και άνω ... Εξάλλου η ... έκταση των 270 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου κτήματος της τελευταίας (Ι.Μ.Πεντέλης) ονομαζόμενου "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι", εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, συνορευόμενο παλαιότερα ανατολικώς με θάλασσα, βορείως με κτήμα της Μονής Ασωμάτων Ξυλοκέριζας, μεσημβρινώς με Αραφίνα, Πικέρμι και κτήμα Σκουζέ, δυτικώς με Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης και κτήμα Πεντέλης, (το οποίο) η Ι.Μ.Πεντέλης απέκτησε ... από ένα Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας, οι οποίοι όμως καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, όταν "κάηκε" η επί της οδού Μητροπόλεως Εκκλησία, στην οποία αυτός εφυλάσσοντο. Μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους το επίδικο ακίνητο, ως εν μέρει δάσος και εν μέρει βοσκότοπος, σύμφωνα με τα ΒΔ 17/27.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και 3/15.12.1833, λόγω μη τηρήσεως από την Ι.Μ.Πεντέλης της από το ... ως άνω Β.Δ/γμα προβλεπόμενης διαδικασίας προσαγωγής των τίτλων ιδιοκτησίας στην επί των Οικονομικών Γραμματεία εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως του Δ/τος αυτού, θεωρήθηκε αδιαφιλονίκητα εθνικός (δημόσιο). Το Ελληνικό Δημόσιο όμως ουδέποτε επιλήφθηκε της νομής του ακινήτου αυτού. Αντιθέτως προέκυψε ... ότι η Ι.Μ.Πεντέλης την αρξαμένη από την αγορά του άνω μείζονος εκτάσεως κτήματος (περιλαμβάνοντος το επίδικο) νομή της επί τούτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση και άσκηση της νομής αυτής δεν προσβάλλει δικαίωμα κυριότητας άλλου επί αυτού, συνέχισε και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την 11-9-1915...Την ως άνω νομή της με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί του συγκεκριμένου κτήματος εξακολούθησε η Ι.Μ.Πεντέλης και μετά την 11-9-1915, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση του (ήδη αναιρεσείοντος) εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου μέχρι το έτος 1957, οπότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, πώλησε τμήμα του κτήματος αυτού, εκτάσεως 270 στρεμμάτων στον Κ. Χ.. Ειδικότερα, η Ιερά Μονή Πεντέλης κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των ετών 1600 έως 1957 ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία του ως άνω ακινήτου της διακατοχικές πράξεις με τα αρμόδια όργανα της, επέβλεπε και προστάτευε τούτο από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξη του, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κυρίως με αμπέλια, εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το εν λόγω ακίνητο, δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί τούτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή μέρος του). Συγκεκριμένα 1) με τα υπ' αριθμ. .../1867, .../1867, .../1869, .../1870 συμβόλαια του συμ/φου Αθηνών Αργυρ. Πέππα, τα υπ' αριθμ. .../1871, .../1873, .../1874 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αντωνιάδη, το υπ' αριθμ. .../1876 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη, το υπ' αριθμ. .../1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαρόπουλου και τα υπ' αριθμ. .../1924 και .../1929 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε σε τρίτους τη ρητινοσυλλογή από τα πεύκα, τη χορτονομή, το δικαίωμα βοσκής των λειβαδιών και της παραγωγής καυσόξυλων από το κτήμα "Χεροτσακούλι" και πώλησε τα καυσόξυλα, 2) με το υπ' αριθμ. .../26.11.1886 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Βουζίκη, μετά από πλειοδοτική δημοπρασία, η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Ν. Β. τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 3) με τα υπ' αριθμ. .../1884, .../1896 και .../1898 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Καλλιοντζή η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Μ. Σ. τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού Πεντέλης" για ρητινοσυλλογή στο Δ. Κ. τη χορτονομή του κτήματος "Χεροτσακούλι" και στο Μ. Π. τη χορτονομή του ίδιου κτήματος αντίστοιχα, 4) με το υπ' αριθμ. .../1900 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μπουρνιά η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε με δημοπρασία στο Μ. Σ. τα κτήματα "Πεντελικό", "Καλήσια", "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 5) με το υπ' αριθμ. .../1909 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνια η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στους Κ. Σ., Β. Π. και Ν. Κ. ακίνητο κτήμα με την ονομασία "Πεντελικό", "Καλήστα", "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 6) με το υπ' αριθμ. .../1920 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαροπούλου η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Συνεταιρισμό Γεωργοκτηνοτρόφων Πεντέλης "Η Αγία Τριάς" το κτήμα με την ονομασία "Γεροτσακούλι", 7) με το υπ' αριθμ. .../1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε για μία πενταετία τη ρητινοσυλλογή του κτήματος "Γεροτσακούλι", 8) με το υπ' αριθμ. .../1932 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Καφαρόπουλου εκμισθώθηκε το δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων. Τις πράξεις δε αυτές τα αρμόδια όργανα της Ιεράς Μονής Πεντέλης ενεργούσαν για λογαριασμό της με διάνοια κυρίας, έχοντας τη θέληση να εξουσιάζει και εκμεταλλεύεται ολόκληρο το παραπάνω μείζον ακίνητο ως ιδιοκτήτρια. Επίσης λόγω της προαναφερόμενης καταστροφής των τίτλων αγοράς του μείζονος ως άνω ακινήτου από τη Μονή Πεντέλης, με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως συντάχτηκαν τα έτη 1836 και 1837 ως "μαρτυρικά" έγγραφα οι δύο κώδικες, που σώζονται μέχρι σήμερα. Από αυτούς, ο ένας έχει αριθμό πρωτοκόλλου 662 και φέρει την από Φεβρουαρίου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντή Αττικής και ο δεύτερος, υπό τον τίτλο "Κώδιξ Μέγας της Ιεράς Μονής Παναγίας Πεντέλης" φέρει χρονολογία 31-3-1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμ. πρωτ. 40 και χρονολογία 1-4-1837 όπως επίσης θεώρηση με χρονολογία 20-6-1909 του Τμηματάρχη του Εκκλησιαστικού Τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ... (Ακολουθεί η αναφορά δικαστικών αγώνων για τμήματα του κτήματος "Χεροτσακούλι" με νικήτρια την Ι.Μ.Πεντέλης και ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε, ότι "... τις ως άνω διακατοχικές πράξεις εξακολούθησε να ασκεί η Ι.Μ.Πεντέλης με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία μέχρι την 20.2.1957 που μεταβίβασε στον Κ. Χ. την προπεριγραφόμενη έκταση των 270 στρεμμάτων του εν λόγω μείζονος κτήματος "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι", στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακατοχική πράξη έχει ασκήσει επί της έκτασης αυτής, αλλά, αντίθετα, θεωρώντας αυτήν ως ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ιερά Μονή Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια, εγκρίνοντας μάλιστα τη μεταβίβαση και κατάτμησή της στον απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Κ. Χ. με την έκδοση των προαναφερομένων υπουργικών αποφάσεων". Και, τέλος, ότι "όλοι οι διάδοχοι της Ιεράς Μονής Πεντέλης το κατείχαν με διάνοια κυρίου, προβαίνοντας καλόπιστα στην εκμετάλλευση και αξιοποίησή του ακωλύτως, με τη συνεχή εκτέλεση επί τούτου διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, όπως φύλαξη, εποπτεία, καθαρισμό, καταμέτρηση, οριοθέτηση, περίφραξη, εργασίες ανεύρεσης ύδατος, εκμίσθωση σε τρίτους για διάφορες καλλιέργειες, τοποθέτηση μελισσών, τη νομή δε αυτή των δικαιοπαρόχων τους συνέχισαν στο επίδικο ακίνητο οι εφεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι "οι ισχυρισμοί του (ήδη αναιρεσείοντος) εκκαλούντος ότι κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή εγκαταλείφτηκε από αυτούς, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2, 4/16-6, 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθαν στην κυριότητά του ως δασικά τμήματα κατά τις διατάξεις του β.δ. της 17/29-11-1836, άλλως ως λιβάδια ή βοσκότοποι κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15.12.1833, άλλως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμεμο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική του δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθενται με σαφήνεια, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και όσον αφορά την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο εμπίπτει στο ευρύτερο κτήμα "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι" και αναφέρονται συγκεκριμένα οι πράξεις νομής που η Ι.Μ.Πεντέλης άσκησε επ' αυτού ως τμήματος του ευρύτερου αυτού κτήματος, από το έτος 1600 που το είχε αποκτήσει έως το έτος 1957 που το μεταβίβασε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ. Χ., καθώς και οι πράξεις που άσκησαν οι - μετά την Ι.Μ.Πεντέλης - δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και εν τέλει οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής. Παρεκτός αυτού, το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια ότι η Ι.Μ.Πεντέλης είχε τη νομή του επίδικου ακινήτου (και) κατά την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) και μετά το 1957 οι λοιποί δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, εν τέλει δε και οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής και συνεπώς ότι αυτοί - αναιρεσίβλητοι και προαναφερόμενοι λοιποί δικαιοπάροχοι τους - είχαν τη νομή και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (ΑΚ 1046). Γι' αυτό οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντέσταση, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, αποκρουόμενοι με την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αγωγή, την ένσταση ή την αντέσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984) έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 1274/1994, ΑΠ 413/1993). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε προβάλει ως λόγο έφεσης, περί του ότι "η επίδικη έκταση δεν ανήκει στο κτήμα "Γεροτσακούλι", το οποίο είναι συγκεκριμένη θέση εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Μαραθώνος στην εντός σχεδίου περιοχή της σημερινής "Αγίας Μαρίνας". Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά άρνηση της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, και, πάντως ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος ως ουσιαστικά αβάσιμο. IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως στο ποσό που ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.6.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4138/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια

(300)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.