← Ελλάδα

ΑΠ 1740/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1740 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 1740/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βικέντιο Χαριτάτο - Τυπάλδο, περί αναιρέσεως της 392/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη" Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα εφέσεως κατ' αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου. Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, αλλά αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, αν και δεν υπήρχε αιτιολογία στην έκθεση εφέσεως, και εκδώσει καταδικαστική απόφαση σε βάρος του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του είναι αναιρετέα, για θετική υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχτηκε τυπικά την έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βέροιας κατά της με αριθμό 2.184/2005 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο πλαστογραφίας με χρήση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ

(8)μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Στην 209/2005 έκθεση εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βεροίας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι η παραπάνω Εισαγγελεύς δήλωσε ότι "εκκαλεί σήμερα σύμφωνα με το άρθρο 489 Κ.Π.Δ. στο Εφετείο Θεσσαλονίκης την υπ' αρ. 2184/14.10.2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, με την οποία, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Χ1 για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και να του επιβληθεί η ανάλογη ποινή, καθ' όσον, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία και δη από τις μαρτυρικές καταθέσεις της εκκαλούσας Ψ1, του Γ1, Υποδιευθυντή της Τράπεζας Πειραιώς, του Γ2 και της Γ3, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2000 έως 30.8.2000, νόθευσε έγγραφα, κάνοντας και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Ειδικότερα, παρέλαβε από την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης μπλοκ επιταγών στο όνομα της εγκαλούσας Ψ1 και συμπλήρωσε εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή της τα στοιχεία των υπ' αριθμ. ...., ..., ...., ...., ...., ....., ...., ....., ...., ...., ...., ...., ....., ...., ....., ...., ....., ....., ....., ...., ... και .... επιταγών, θέτοντας στη θέση του ποσού αντίστοιχα τα παρακάτω ποσά, σε δραχμές 6.000.000, 4.000.000, 4.400.000, 5.000.000, 5.150.000, 5.000.000, 5.000.000, 3.300.000, 5.000.000, 3.000.000, 4.500.000, 3.500.000, 4.310.000, 2.000.000, 5.000.000, 5.955.394, 3.000.000, 5.000.000, 6.000.000, 4.500.000, 5.500.000 και 2.000.000 αντίστοιχα, στη θέση του εις διαταγή δικαιούχου το όνομα Χ1 και στη θέση του εκδότη το όνομα της εγκαλούσας Ψ1 και κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας και την σφραγίδα της και στη συνέχεια τις χρησιμοποίησε περαιτέρω για την κάλυψη οφειλών του ιδίου και της επιχείρησής του. Η έφεση αυτή της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βεροίας είναι παραδεκτή, διότι περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ), αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως, το γεγονός δε ότι στην αρχή της εφέσεως προσδιορίζεται ως δικαστήριο, στο οποίο αυτή απευθύνεται, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, χωρίς να αναφέρεται αν πρόκειται για το Τριμελές ή Πενταμελές Εφετείο, συνιστά προδήλως γραφική παραδρομή της Εισαγγελέως, η οποία δεν επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο του ως άνω ένδικου μέσου και είναι χωρίς έννομη επιρροή, διότι η έκθεση που συντάσσεται για την άσκηση της εφέσεως αρκεί να περιλαμβάνει τη δήλωση ότι ασκείται έφεση και τους λόγους της, ο δε εκκαλών δεν υποχρεούται να προσδιορίσει το αρμόδιο για την εκδίκαση της εφέσεως δικαστήριο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Δικαστήριο που την εξέδωσε υπερέβη την εξουσία του, επειδή, δέχτηκε την έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως κατ' ουσίαν και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση, ενώ αυτή ήταν αναιτιολόγητη και έπρεπε να την απορρίψει, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους, έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 392/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια ήταν σύζυγοι. Αυτός δε, κατά τη διάρκεια του γάμου του, που λύθηκε ήδη, διατηρούσε και λειτουργούσε δύο καταστήματα, το ένα εκ των οποίων στο όνομα της εγκαλούσας. Κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι 1999 έως αρχές Ιανουαρίου 2000 μετέβη στην Τράπεζα Πειραιώς, υποκατάστημα Βέροιας και, αφού άνοιξε λογαριασμό επιταγών στο όνομα της εγκαλούσας, παρέλαβε ένα μπλοκ επιταγών αυτής, χωρίς όμως η εγκαλούσα να είναι ενήμερη και να συναινεί προς τούτο. Ακολούθως με πρόθεση και με σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, νόθευσε, κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2000 έως 30.8.2000, είκοσι δύο
(22)στελέχη του ανωτέρω μπλοκ επιταγών της εγκαλούσας, συμπληρώνοντας τα στοιχεία των επιταγών με αριθμούς ..., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ..., ..., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., .... και ..... και ειδικότερα, θέτοντας σε καθεμία εκ των επιταγών αυτών στην ένδειξη ''ποσό'' σε δραχμές ανέγραψε τα κάτωθι ποσά: 6.000.000, 4.000.000, 4.400.000, 5.000.000, 5.150.000, 5.000.000, 5.000.000, 3.300.000, 5.000.000, 3.000.000, 4.500.000, 3.500.000, 4.310.000, 2.000.000, 5.000.000, 5.955.394, 3.000.000, 5.000.000, 6.000.000, 4.500.000, 5.500.000 και 2.000.000 αντίστοιχα. Στην ένδειξη δε ''σε διαταγή'' ανέγραψε το όνομά του Χ1, ενώ στη θέση του ''εκδότη'' τοποθέτησε σφραγίδα με το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσας και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της, χωρίς να υπάρχει συναίνεση της ίδιας προς τούτο, αλλά ούτε και μεταγενέστερη έγκριση αυτής, δεδομένου ότι, από το καλοκαίρι του έτους 1999, επήλθε διατάραξη του συζυγικού τους δεσμού, που τους οδήγησε σε διάσταση και τελικά στην αμετάκλητη λύση του γάμου τους. Στη συνέχεια έθεσε αυτός σε κυκλοφορία τις εν λόγω επιταγές, προκειμένου να καλύψει οφειλές του ιδίου και της επιχείρησής του. Οι επιταγές αυτές κατ' αρχήν δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να καταχωρηθεί στον ''Τειρεσία''. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ειδικότερα αυτής του μάρτυρα κατηγορίας Γ1, υπαλλήλου της πληρώτριας Τράπεζας, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο λογαριασμός των επιταγών ανοίχθηκε από τον κατηγορούμενο στο όνομα της συζύγου του (εγκαλούσας), με την υπόσχεση απ' αυτόν ότι η σύζυγός του θα πήγαινε στην Τράπεζα να υπογράψει για την έκδοση του μπλοκ επιταγών εκ των οποίων και οι επίμαχες, χωρίς όμως ποτέ η σύζυγός του να μεταβεί στην Τράπεζα αυτή. Και αυτής (κατάθεσης) της εγκαλούσας, ότι, από το καλοκαίρι του 1999, είχαν προβλήματα στην συζυγική τους σχέση, και ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο χωρίς την προς τούτο εντολή αυτής, κατάθεση η οποία ενισχύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ2, ο οποίος αναφέρει ότι η εγκαλούσα έμαθε για τις επιταγές αυτές όταν ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα για την μη πληρωμή μίας εξ αυτών και δεν ανατρέπεται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν νόθευση γνήσιων εγγράφων, με τη χρήση των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι οι παραπάνω επιταγές ήσαν γνήσιες και βάσει αυτών ο κατηγορούμενος δικαιούνταν να εισπράξει τα αναγραφόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά, ενώ, εξάλλου, έγινε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων από τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι η θέση των επιταγών σε κυκλοφορία έγινε με δόλο για να χρησιμοποιηθούν αυτές προς παραπλάνηση άλλων τρίτων προσώπων. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως και δη η γνώση της πλαστότητας των νοθευμένων πλαστών εγγράφων και αφετέρου ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ως προς τα προαναφερόμενα γεγονότα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ, καθ' ό μέρος, οι λόγοι αυτοί αφορούν σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σε παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και σε παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠοινΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 34/2.7.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 392/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.