παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες την από αυτούς Χ2 παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τον δε Χ1 άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 είχε στην ιδιοκτησία της και εκμεταλλευόταν εμπορικά η ίδια κατά το έτος 2004 το επί της οδού ... κατάστημα (INTERNET CAFE), με το διακριτικό τίτλο "...". Την 8.10.2003 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διηύθυνε την ημέρα εκείνη το κατάστημα, εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, είχε μεταξύ άλλων θέσει σε λειτουργία εντός του ως άνω καταστήματος που διηύθυνε έναν
Ε ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο δεύτερος,
Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Χ2, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. η έννοια της εκμεταλλεύσεως του καταστήματος από αυτήν είναι αναιτιολόγητη, ενώ η αναφορά της αποφάσεως σε "ιδιοκτήτρια" είναι αδιάφορη και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι είχε αυτή απλώς εγκαταστήσει τον Η/Υ στο κατάστημά της και τον είχε θέσει σε λειτουργία ο συγκατηγορούμενός της, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι η ίδια είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία των Η/Υ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί α. από το ότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια - εκμεταλλεύτρια του καταστήματος δεν γεννάται καμιά αντίφαση, εφόσον το γεγονός ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια δεν αποκλείει το ότι είχε και την εκμετάλλευση του κέντρου, αυτή δε καταδικάσθηκε με την ιδιότητα της εκμεταλλευόμενης το κέντρο, η ιδιότητα δε της ιδιοκτήτριας προστίθεται για να τονίσει τον άμεσο σύνδεσμο και το ενδιαφέρον της για τη λειτουργία και την εκμετάλλευση αυτού, ενώ το γεγονός ότι αυτή το εκμεταλλευόταν προκύπτει από την παραδοχή ότι ο συγκατηγορούμενός της ενεργούσε κατ` εντολήν και για λογαριασμό της και β. δεν υπάρχει καμιά αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, εφόσον, ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας είχε θέσει σε λειτουργία τον Η/Υ, κατ` εντολήν, όμως, και για λογαριασμό της ιδίας. Ο τρίτος,
Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως της αυτής αναιρεσείουσας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. δεν προσδιορίζεται
Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. δεν αιτιολογούνται οι έννοιες της διευθύνσεως και εκμεταλλεύσεως του καταστήματος από αυτόν, οι οποίες αρμόζουν στον αυτουργό της πράξεως και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, όπου γίνεται δεκτό ότι αυτός διηύθυνε το κατάστημα, και διατακτικού, όπου κηρύχθηκε αυτός ένοχος ως άμεσος συνεργός, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν εκμεταλλευόταν ο ίδιος το κατάστημα, αλλά εργαζόταν σ` αυτό, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, και το διηύθυνε, κατά την ημέρα του ελέγχου, η δε άμεση συνδρομή που παρέσχε στη συγκατηγορουμένη του (και εκμεταλλεύτρια του καταστήματος) συνίστατο στο ότι αυτός, ενεργώντας κατ` εντολή και για λογαριασμό της, είχε θέσει σε λειτουργία τον Η/Υ, έλαβε τα χρήματα από τον παίκτη και του διέθετε αντίστοιχες μονάδες. Ο τρίτος,
Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως του αυτού αναιρεσείοντος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. δεν προσδιορίζεται αν αυτός, που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, εργαζόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος, ήταν εκμεταλλευτής του καταστήματος, δηλ. το πρόσωπο που αποκόμιζε για ίδιο όφελος τα οικονομικά ανταλλάγματα από τα παίγνια, ή ήταν η συγκατηγορουμένη του ή αμφότεροι και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι ο αστυνομικός έλεγχος διενεργήθηκε στις 8.10.2003, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 22.4.2004, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Διότι, ως προς το υπό στοιχ. α σκέλος, το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται σαφώς, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ότι η αναιρεσείουσα Χ2 εκμεταλλευόταν το κατάστημα, ενώ ο αναιρεσείων Χ1 ενεργούσε κατ` εντολήν και για λογαριασμό αυτής. Όσον αφορά το υπό στοιχ. β σκέλος, ισχύουν τα αναφερόμενα στη σκέψη, με την οποία απορρίφθηκε ο όμοιος λόγος της ομοδίκου του. Με τον τέταρτο,
Ε και Η ΚΠοινΔ, λόγο των αιτήσεων, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, άλλως για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, ενώ ασκήθηκε κατ` αυτών ποινική δίωξη μόνο για παράβαση των διατάξεων του ν. 3037/2002, για την οποία καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, εν τούτοις το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε και τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 του β.δ. 29/1971. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν καταδικάσθηκαν για παράβαση του β. δ. 29/1971, αλλά οι διατάξεις των άρθρων 1 εδ. α και 7 §1 εδ. α αυτού αναφέρονται σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1 δ, 2 §1 και 4 §1 α του ν. 3037/2002, αφού σ' αυτές, εφαρμοζόμενες αναλόγως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραπέμπουν οι διατάξεις του τελευταίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και μια έκθεση σύλληψης, μια έκθεση κατάσχεσης και μια έκθεση κατάσχεσης και απόδοσης υπό μεσεγγύηση. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ τα ως άνω έγγραφα ήταν τα μοναδικά και καμιά αμφιβολία δεν γεννάται ότι αφορούν τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους και ότι κατασχέθηκε οι υπολογιστής που είναι αντικείμενο του εγκλήματος (του οποίου, άλλωστε, διατάχθηκε η δήμευση). Επομένως, ο πρώτος,
Α και Δ ΚΠοινΔ, λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων από την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις υπ' αριθ. 9/15.3.2009 και 10/15.3.2009 αιτήσεις του Χ1 και της Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5412/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.