Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo
παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, κατά πλειοψηφίαν, ένοχη την αναιρεσείουσα παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς της, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "...αποδείχτηκε ότι η κατηγορουμένη Χ, στη ..., στις 29-1-2003, σε νόμιμο αστυνομικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος - καφετερίας, με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ..., ιδιοκτησίας της, όπου είχε εγκαταστήσει ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στον οποίο έλεγχο συμμετείχε και ο μάρτυρας κατηγορίας, αστυνομικός ..., κατελήφθη να λειτουργεί στο κατάστημα αυτό δεκαπέντε
(15)ηλεκτρονικούς υπολογιστές που ελέγχονταν από κεντρική μονάδα (Η/Υ), και πληκτρολόγιο που χειριζόταν κατ' εντολή της ο υπάλληλος της .... και σε έξι
(6)από τους υπολογιστές αυτούς έπαιζαν ισάριθμοι παίκτες απαγορευμένα παίγνια, αφού στις οθόνες τους εμφανίζονταν φρουτάκια και ζωάκια σχηματίζοντας τρίλιζα και επί πλέον εμφανίζονταν μονάδες στοιχήματος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ο ως άνω υπάλληλός της χειριζόταν κατ' εντολή της το τηλεχειριστήριο των Η/Υ, με το οποίο άλλαζαν οι ενδείξεις επί της οθόνης αυτών, ώστε να εξαφανίζονται τα ανωτέρω και εισέπραττε για λογαριασμό της τα χρήματα από την συμμετοχή των παικτών σ` αυτά τα παίγνια. Ειδικότερα, ο ως άνω υπάλληλος της κατηγορουμένης κατελήφθη να χειρίζεται κατ' εντολή της την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος και να εισπράττει από τους έξι
(6)παίκτες που χειρίζονταν τη στιγμή του αστυνομικού ελέγχου τους ισάριθμους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τα τυχερά παίγνια παίζοντας σ' αυτά, την οικονομική συμμετοχή τους στα παιγνίδια, είχε δε επάνω του τα έσοδα εκείνης της ημέρας από αυτή τη δραστηριότητα, που αναγράφονταν σε δύο φύλλα χαρτιού, ανερχόμενα σε 265,00 ευρώ (βλ. την από 29-1-2003 έκθεση κατάσχεσης), τα οποία θα τις απέδιδε. Σημειωτέον ότι τα παίγνια αυτά ήταν τυχερά, γιατί οι παίκτες επεδίωκαν με το χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή να επιτύχουν συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη των φρούτων ή ζώων (πλήρη στοίχιση) ώστε να κερδίσουν, χάνοντας σε κάθε άλλη περίπτωση, ενώ δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET), καθώς η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό του ως άνω υπαλλήλου της κατηγορουμένης, που αιφνιδίασε τους παίκτες (βλ. ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα - αστυνομικού). Ο αυτοτελής ισχυρισμός της τελευταίας, με τον οποίο υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του Ν. 3037/2002 που εφαρμόζονται έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, όπως άλλωστε κρίθηκε με την C-65/05απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2§1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998", πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι η κατηγορούμενη καταδικάζεται ως αυτουργός, όχι στην εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους ως άνω Η/Υ, καθεαυτήν, αλλά στη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων τα οποία ηλέγχοντο απ` τον ως άνω υπάλληλό της με τηλεχειρισμό, παραλλήλως προς τον έλεγχο των παικτών επί των έξι
(6)ως άνω Η/Υ, περίπτωση η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, ως άνω, το ΔΕΚ (...). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της ως άνω πράξης που κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα ήταν ιδιοκτήτρια του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο και εκμεταλλευόταν, και ότι όχι μόνο εγκατέστησε πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων στους 15 Η/Υ, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια των προγραμμάτων αυτών, τα οποία, μάλιστα, ηλέγχοντο με τηλεχειρισμό, παραλλήλως δε ήλεγχε, δια του υπαλλήλου της ..., ο οποίος ενεργούσε κατ` εντολή της, τους παίκτες επί των Η/Υ, περίπτωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ. Ακόμη, ορθά απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ότι κρίθηκε από το ΔΕΚ ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Ορθά, επίσης, έκρινε, σιωπηρώς, ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα απόδοσης οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από την αναιρεσείουσα αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο, στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά τη διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων, μεταξύ άλλων, και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, την διενέργεια των οποίων, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο. Επομένως, οι,
§1στοιχ.
Ε ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τρίτος,
§1στοιχ.
Ε ΚΠοινΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7 του β. δ. 29/1971, όπως έχει τροποποιηθεί, πέραν της αβασιμότητάς του, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η αναιρεσείουσα δεν καταδικάσθηκε για παράβαση του β. δ. 29/1971. Τέλος, ο τέταρτος,
§1στοιχ.
Δ ΚΠοινΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, γιατί δεν διαλαμβάνονται σ` αυτήν περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τη διενέργεια απαγορευμένων παιγνίων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογεί πλήρως τη γνώση αυτής με την παραδοχή ότι ο υπάλληλός της, που προαναφέρθηκε, χειριζόταν, κατ` εντολήν της, το τηλεχειριστήριο των Η/Υ και θα της απέδιδε τα έσοδα της ημέρας. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο πλήττει την απόφαση με την επίκληση της απόψεως της μειοψηφίας, χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται σ` αυτήν, είναι απαράδεκτος, γιατί την απόφαση αποτελεί η άποψη της πλειοψηφίας, η οποία και πρέπει να προσβάλλεται, και όχι αυτή της μειοψηφίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Φεβρουαρίου 2010 (με αριθ. πρωτ. 1354/2010) αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ