← Ελλάδα

ΑΠ 1758/2008 — Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1758 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Η παράγραφος 8 του άρθρου 2 του Ν. 2954/2001 με την οποία τροποποιήθηκε το καθεστώς της παραγραφής για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, ώστε να αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την παλαιότερη ρύθμιση, αφού σύμφωνα με την τελευταία η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Με την πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για έκδοση τεσσάρων εικονικών και πλαστών δελτίων αποστολής - τιμολογίων πώλησης. Η πράξη αυτή δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έφεση και από παραδρομή περιελήφθη στο διατακτικό. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα με την κατάθεση μάρτυρα υπαλλήλου ΔΟΥ. Απορρίπτει. Αριθμός 1758/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της 4935/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρο Τσιρά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1425/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών". Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπεύθυνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4935/2007 απόφασή του, κατά τα άρθρα 98 ΠΚ και 19 παρ.1, 3,4,21 παρ. 2, 4, 5, 6, 7, 8, 10, του ν. 2523/1997, για κατ' εξακολούθηση έκδοση των αναφερομένων σ' αυτή δέκα τεσσάρων
(14)εικονικών φορολογικών στοιχείων (Τιμολογίων Πώλησης), και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών. Η πράξη αυτή διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, και φέρεται να έχει τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-1998 έως 22-5-1998, διαπιστώθηκε δε στις 25-10-2005, με την έκθεση ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για όλες τις ως άνω πράξεις. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, λόγω παρόδου πενταετίας, από τις 9-1-1998 έως 22-5-1998 και μέχρι της επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 15-9-
  1. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχτηκε τα επόμενα? " Στον κατηγορούμενο αποδίδεται ότι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση με το Γ1, με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος? Α) προέβη στην έκδοση 14 εικονικών τιμολογίων πώλησης (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) της ατομικής επιχείρησης του ανωτέρω προσώπου, συνολικής καθαρής αξίας 301.798.851 δρχ. ή 885.682 ευρώ, τα οποία εξέδωσε η ανωτέρω επιχείρηση κατά τους χρόνους 9-1-1998, 16-1-1998, 31-1-1998, 6-2-1998, 20-2-1998, 27-2-1998, 6-3-1998, 20-3-1998, 27-3-1998, 3-4-1998, 10-4-1998, 24-4-1998, 8-5-1998 και 15-5-1998 και ήταν εικονικά, καθόσον ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες σ' αυτά ενδοκοινοτικές παραδόσεις έτοιμων ενδυμάτων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Συνεπώς οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και συνιστούν το έγκλημα του άρθρου 19 παρ. 1-4 του Ν 2523/1997, φέρεται ότι τελέσθηκαν, κατά τους ως άνω μερικότερους χρόνους, κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-1998 μέχρι και 22-5-
  2. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η παραγραφή του αδικήματος αυτού, τελεσθέντος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εφαρμοζόμενης, ως ευμενέστερης (άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ), της διάταξης του άρθρου 21 παρ.1 δεύτερο εδάφιο του Ν 2523/1997, όπως το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν 2954/2001, αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο και όχι από τον χρόνο έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο κατηγορούμενος δια των ανωτέρω δικηγόρων του. Όπως δε προκύπτει από το αναγνωστέο με αριθμό ..... υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου, (έκθεση ελέγχου του ΠΔ 186/92 (ΚΒΣ), το ως άνω πόρισμα του φορολογικού ελέγχου που διενεργήθηκε από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ. Ε. Ε) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας, θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της ανωτέρω αρχής, που διενήργησε τον έλεγχο, την 25-10-
  3. Επομένως από το χρόνο αυτό της 25-10-2005, που αποτελεί το εναρκτήριο σημείο της παραγραφής, μέχρι την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, που έλαβε χώρα την 15-9-2006, (βλ. το από ...... αποδεικτικό επίδοσης κλητήριου θεσπίσματος του επιμελητή δικαστηρίων ...), δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα της πενταετίας, που ορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ για την παραγραφή των πλημμελημάτων. Συνεπώς και ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής των πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο πρέπει να απορριφθεί". Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργιας του κατηγορουμένου στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή ότι έκτοτε μέχρι του χρόνου επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 15-9-2006 δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις δέκα τέσσερις
(14)ως άνω μερικότερες πράξεις , ώστε να έχει υποπέσει σε παραγραφή, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, περ. Α, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο, περ. Β, ισχυρίζεται ότι, ενώ με την υπ' αριθμ. 30828/2006 απόφασή του το Μονομελές Πλημμελειοδικείο θεσσαλονίκης τον κήρυξε αθώο για την πράξη της έκδοσης τεσσάρων εικονικών και πλαστών δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης με φερόμενο εκδότη την επιχείρηση ....... Ο.Ε. -ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-...... και λήπτρια την ατομική επιχείρηση του Γ1, όπως αυτά εμφανίζονται κατ' αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό και ημερομηνία, αξία σε δραχμές και ΦΠΑ στον πίνακα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παραπάνω απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης υπερέβη την εξουσία του με το να τον κηρύξει ένοχο για την ίδια πράξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος για τους πιο κάτω λόγους? Δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος κατά το μέρος αυτό απαλλάχτηκε από το Δ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, και δεν ασκήθηκε κατά το απαλλακτικό μέρος έφεση από τον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ιδίως από το σκεπτικό, (16η σελίδα), όπου διαλαμβάνεται ότι "θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ως άμεσος συνεργός του Γ1 στο αδίκημα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, που ο τελευταίος τέλεσε με την έκδοση των προαναφερθέντων δέκα τεσσάρων εικονικών τιμολογίων πώλησης", σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε μόνο για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην έκδοση των δέκα τεσσάρων εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, και η επιβληθείσα ποινή των τεσσάρων
(4)ετών αναφέρεται στην πράξη αυτή, η αναφορά δε στο διατακτικό της απόφασης και της πράξης της έκδοσης τεσσάρων εικονικών και πλαστών δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης οφείλεται σε παραδρομή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ, "προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001, "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος, (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο). Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004, "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις, (ΦΕΚ 254/14.12.2004), ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού, (174 του ν. 2960/2001), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μάρτυρας Ζ1 κλήθηκε, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προκειμένου να καταθέσει, ως μάρτυρας, όλα όσα περιήλθαν σε γνώση της κατά την έρευνα της υπόθεσης. Η επαφή της με τον κατηγορούμενο έγινε στα πλαίσια της έρευνας αυτής, το δε γεγονός ότι μέρος όσων γνωρίζει, είτε λόγω της προηγούμενης επαφής της με τον κατηγορούμενο. είτε λόγω των προσωπικών επαφών της με άλλα πρόσωπα, περισσότερα από πενήντα, που έχουν εμπλακεί στη συγκεκριμένη υπόθεση, έχουν καταγραφεί στις από .... και .... ένορκες καταθέσεις του κατηγορουμένου ενώπιον του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, (οι οποίες δεν είναι έγκυρα αποδεικτικά μέσα), δεν καθιστούν την κατάθεσή της άκυρο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι η γνώση της περί την κρινόμενη υπόθεση δεν περιορίζεται στις προαναφερόμενες καταθέσεις του κατηγορουμένου, αλλά στη γενικότερη έρευνα που διεξήγαγε ως υπάλληλος του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας. Επομένως, πρέπει η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου να απορριφθεί. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δεν έσφαλε, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τη λήψη υπόψη και αξιολόγηση της καταθέσεως της Ζ1. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 4935/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.