← Ελλάδα

ΑΠ 1759/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1759 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη. Επάρκεια αιτιολογίας εφόσον προηγήθηκε η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ακολούθησε η ιδιοποίηση των χρημάτων που απέκτησε από τις απατηλές ενέργειες. Ορθά καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης και όχι αυτήν της υπεξαίρεσης. Απορρίπτει. Αριθμός 1759/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 9659/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 375 και 386 του ΠΚ προκύπτει ότι αν τα εγκλήματα της απάτης και της υπεξαίρεσης στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη πραγματική συρροή. Στην περίπτωση δε που ο δράστης απέκτησε το εν συνεχεία ιδιοποιούμενο πράγμα δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι αυτή απορροφάται από την απάτη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9659/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, τα εξής? "Μετά τον θάνατο του Γ1, ο οποίος με τον κατηγορούμενο ήταν μέλη της εταιρείας "...... ΟΕ", με ποσοστό 67,5 αυτός (κατηγορούμενος) και κατά το υπόλοιπο ο θανών και "....... ΕΕ", στην οποία ο μεν κατηγορούμενος μετείχε με ποσοστό 30% όπως και ο θανών (30%), υπεισήλθαν, βάσει σχετικού άρθρου του καταστατικού των, οι κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος και τα τέκνα του, ....., και Γ και ...., αντίστοιχα. Επειδή υπήρξαν μεταξύ των διενέξεις ως προς τη διαχείριση των εταιρειών, μετά από αίτηση των κληρονόμων, εκδόθηκαν οι 5627 και 5628/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ορίστηκε ο εκ των κληρονόμων του Γ1, Γ, συνεκκαθαριστής των μαζί με τον κατηγορούμενο. Παρά την ύπαρξη του άνω όμως διορισμού ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε την 12-10-2001 στους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Αγ. Αναργύρων και αφού τους παρέστησε ότι ήταν μονός αυτός εκκαθαριστής της πρώτης των άνω εταιρειών, εμφανίζοντάς τους το καταστατικό της, και αποκρύπτοντάς τους ότι με την άνω απόφαση είχε οριστεί συνεκκαθαριστής και ο Γ, πέτυχε να τους πείσει να του καταβάλουν για λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας το ποσό των 975.460 δρχ. το οποίο όμως δεν κατέθεσε στο ταμείο της, με αποτέλεσμα να μην αποτελέσουν τμήμα των διαθεσίμων αυτών και στερηθούν οι μέτοχοι (κληρονόμοι Γ1 ) το ανάλογο της άνω μετοχικής των συμμετοχής μερίδιο. Το ίδιο έπραξε εμφανιζόμενος ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της ίδιας Δ.Ο.Υ. την 19-2-1998, και αφού τους παρέστησε ψευδώς ότι αυτός ήταν μόνος εκκαθαριστής της εταιρείας ...... ΕΕ, τους έπεισε να του καταβάλουν το οφειλόμενο σ' αυτή ποσό των 938.405 δρχ., το οποίο όμως δεν κατέβαλε στο ταμείο της, με αποτέλεσμα να στερηθούν οι κληρονόμοι του Γ1 και μέτοχοι της εταιρείας το ποσό που αντιστοιχεί στην κατά τα άνω συμμετοχική των μερίδα. Με βάση τα ανωτέρω προέκυψε ότι αυτός τέλεσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Ακολούθως τον κήρυξε ένοχο απάτης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ

(8)μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως προηγήθηκε η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ακολούθησε η ιδιοποίηση των χρημάτων που απέκτησε από τις απατηλές ενέργειές του. Εξάλλου, αυτή αφορά ιδιοποίηση από τον αναιρεσείοντα του αυτού ως άνω χρηματικού ποσού. Επομένως, ορθώς καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης, και όχι αυτήν της υπεξαίρεσης, που συρρέει μόνον φαινομενικά και απορροφάται από αυτήν. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνονται στην καταδικαστική απόφαση τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας των παραπλανηθέντων υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ., ενώ ρητώς προσδιορίζεται στην απόφαση ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της απάτης και συγκεκριμένα αυτός της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Επίσης, προσδιορίζεται και το ακριβές ύψος της ζημίας που υπέστησαν οι δύο παθούσες εταιρίες, χωρίς να είναι απαραίτητος ο καθορισμός της αναλογίας των μετόχων τους. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9659/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.