Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1768 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό όφελος ποσού άνω των 73.000 ευρώ. Λόγος αναιρέσεως: Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ο ισχυρισμός ότι η επίθεση της σφραγίδας της εγκαλούσας στις επίδικες επιταγές από τον αναιρεσείοντα και η υπογραφή απ’ αυτόν για λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνιστά πλαστογραφία, διότι έγινε με τη συναίνεση της εγκαλούσας, αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του συμβουλίου. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1768/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θες/νίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GREEN OIL AEBE ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.6.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 396/22.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 17/25-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η υπ'αριθ. 7/7-2-2007 έφεση του αναιρεσείοντες κατά του υπ'αρ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ'εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, το συνολικό όφελος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 98 και 216 § § 1 και 3α Π.Κ.). Το βούλευμα τούτο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 17-6-2007 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Δημ. Χηνιτίδη, στις 3-7-2007 (δείτε αποδεικτικά επιδόσεως) και κατ' αυτού άσκησε ο ίδιος στις 25-6-2007, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την υπ'αριθμ. 17/2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα (άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς νομότυπη και εμπρόθεσμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 473 § 1 και 474 Κ.Π.Δ.) και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσία. Από το συνδυασμό των παραγράφων 1α και 3α του άρθρου 216 ΠΚ (όπως η παραγρ.3 αυτού τροποπ. με το άρθρο 14 παρ. 2 α και 2 β του Ν.2721/1999), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου έγγράφου , υποκειμενικά δε δόλος του δράστη συνιστάμενος στη γνώση και θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη , συνάμα δε ο σκοπός αυτού όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες προστατευομένου δικαιώματος , με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει τον εαυτό του ή σε άλλο τρίτο περιουσιακό όφελος , εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 Ε) χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη του τρίτου. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά , όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και να του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος (ΑΠ 184/2002 Π.Χρ.ΝΒ/898, ΑΠ 1383/2001 Π.Χρ.ΝΒ/787). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § § 1 και 2 Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν.2721/1999 και άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, "
- Αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων.
- Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Εξάλλου κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται κατ'είδος, προέκυψαν τα εξής: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος "στη Θεσσαλονίκη την 25-04-2004, 04-05-2004, 13-05-2004, 14-05-2004, 15-05-2004, 16-05-2004, 17-05-2004, 27-05-2004, 30-05-2004, 28-06-2004 και 03-11-2004 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών των νοθευμένων εγγράφων. Στις πράξεις δε αυτές προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 73.000 ΕΥΡΩ με αντίστοιχη βλάβη άλλου, αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη, αφού παρέλαβε: α) από τον Γ1, στις 04-05-2004, 15-05-2004, 27-05-2004 και 28-06-2004, τις με αριθμό ...., ....., ..... και ..... τραπεζικές επιταγές της Γενικής Τράπεζας αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.500 ΕΥΡΩ, 52.500 ΕΥΡΩ, 20.600 ΕΥΡΩ και 31.800 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, και με ημερομηνία έκδοσης 04-05-2004, 15-05-2004, 27-05-2004 και 28-06-2004 αντίστοιχα, β) από τον Γ2, στις 25-04-2004, 13-05-2004, 14-05-2004, 15-05-2004, 16-05-2004 και 17-05-2004, τις με αριθμό ...., ....., ....., ......, ...... και ..... τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας ALPHA BANK αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.500 ΕΥΡΩ, 15.600 ΕΥΡΩ, 15.600 ΕΥΡΩ, 15.600 ΕΥΡΩ, 23.000 ΕΥΡΩ και 22.000 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, και με ημερομηνία έκδοσης 25-04-2004, 13-05-2004, 14-05-2004, 15-05-2004, 16-05-2004 και 17-05-2004 αντίστοιχα, και γ) από τον Γ3, στις 30-05-2004, τη με αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 53.750 ΕΥΡΩ, και με ημερομηνία έκδοσης 30-05-2004, άπασες (υπό στοιχεία α' + β'+ γ') σε διαταγή του ιδίου του κατηγορουμένου Χ1, έθεσε την υπογραφή του στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και στη συνέχεια, ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από τη δική του, πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρίας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε, έκανε χρήση αυτών των επιταγών, καθώς παρέδωσε τις υπό στοιχείο α', την πρώτη και έκτη από το υπό στοιχείο β ', και την από στοιχείο γ' επιταγή στον εκπρόσωπο της Μονής ...., Ζ1, προς εξασφάλιση πληρωμής απαίτησης της (της Μονής) από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, ποσού 180.000 ΕΥΡΩ, ενώ τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές παρέδωσε στον Β1, και δι' αυτού στον Β2, την δε πέμπτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές παρέδωσε στον Β1 και δι' αυτού στη Β3, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησης των ανωτέρω, από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, συνολικού ποσού 125.640 ΕΥΡΩ περίπου. Επίσης, την 03-11-2004 αφού παρέλαβε από τον Γ2 την με αριθμό ...... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 13.440 ΕΥΡΩ, με ημερομηνία έκδοσης 03-11-2004, σε διαταγή του Ε1, έθεσε την υπογραφή του τελευταίου στη θέση πρώτου οπισθογράφου και στη συνέχεια ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από την πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρίας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής της επιταγής, καθώς την παρέδωσε στον Ε1, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησής του από τη χορήγηση του ως άνω δανείου προς αυτόν, με τη μεσολάβηση του Β1, συνολικού ποσού 125.640 ΕΥΡΩ. Στις πράξεις δε αυτές προέβη ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ισάξιο των ποσών των επιταγών περιουσιακό όφελος που ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 368.890 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε. ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ" αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Επειδή από τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία για την οποία το Συμβούλιo Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο ως άνω κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε σύνολη εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται και ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα). Δηλαδή τα προκύψαντα περιστατικά που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμα αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Συμπληρωματικά επισημαίνουμε ότι ο εκκαλών στην απολογία και το εφετήριο έγγραφο αναγνωρίζει την οφειλή -άρα και την γνησιότητα των επιταγών που παρέδωσε - προς τον Β1 και τους συνεργάτες του, πλην όμως αρνείται ότι πλαστογράφησε τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές που παρέδωσε στον Ζ1 (πατέρα Ζ1) ισχυριζόμενος ότι έθεσε στη θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας, ύστερα από εντολή της, προκειμένου να την εξυπηρετήσει- να μην πηγαινοέρχεται Αθήνα, Θεσσαλονίκη.- Όμως οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι έωλοι και αβάσιμοι και τούτο διότι α) ενώ αναγνωρίζει ότι έλαβε προσωπικό δάνειο 125640 ευρώ από τον Β1 και τους συνεργάτες του -βλ. το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό- δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο έθεσε στις επιταγές που παρέδωσε και στην θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και την υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας; Ποία δηλαδή η σχέση -συναλλακτική-της εγκαλούσας με τους δανειστές του κατηγορουμένου; Και β) όσον αφορά τις επιταγές -πλαστογραφημένες- που παρέδωσε στον πατέρα Ζ1, ο τελευταίος αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την εγκαλούσα εταιρεία, οι εκπρόσωποι της οποίας μάλιστα ξαφνιάστηκαν όταν εκείνος επικοινώνησε τηλεφωνικά για την τακτοποίηση του χρέους και ακόμα ότι τα χρήματα υπό μορφή δανείου τα παρέδωσε -ο πατήρ Ζ1- στον εκκαλούντα. Ύστερα από τις παραπάνω επισημάνσεις και αφού παραδεκτώς αναφερθούμε ευθέως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλούμενου βουλεύματος (βλ. ΑΠ 348/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ 33) θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο) με την κρινόμενη έφεση, η oποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 216 § § 1 και 3α και 98 του Π.Κ., αφού αναφέρονται σ'αυτό οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στις ουσιαστικές αυτές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και την αντίστοιχη ζημία του ύψους του ποσού ανωτέρου των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι: α) "Δεν συνιστά πλαστογραφία αυτός που συμπληρώνει επιταγή μετά από εντολή του εκδότη" και β) ".......η επίθεση της σφραγίδος της εγκαλούσας στις επίδικες επιταγές από τον αναιρεσείοντα και η υπογραφή από αυτόν για λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνιστά πλαστογραφία, διότι έγινε με εντολή και συναίνεση της εγκαλούσας", έτσι όπως εκτίθενται αποτελούν άρνηση της ουσίας της κατηγορίας και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ αριθ.17/25-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και β) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 216 του Ποινικού Κώδικα, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι μεν η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου, προκειμένου με τη χρήση του να παραπλανηθεί άλλος, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσεως. Η πλαστογραφία έχει κακουργηματική μορφή και ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) αν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Ως περιουσιακό όφελος θεωρείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας εκείνου που ωφελείται ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο, που πρόκειται να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου και να παραπλανηθεί απ' αυτό ο τρίτος. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 και 2 του Π. Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999, ορίζει τα ακόλουθα: "
- Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
- Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Εξάλλου, κατά το άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφάρμοσε το βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος "στη Θεσσαλονίκη, την 25.04.2004, 04.05.2004, 13.05.2004, 14.05.2004, 15.05.2004, 16.05.2004, 17.05.2004, 27.05.2004, 30.05.2004, 28.06.2004 και 03.11.2004, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών των νοθευμένων εγγράφων. Στις πράξεις δε αυτές προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη άλλου, αποτέλεσμα, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη, αφού παρέλαβε: α) από τον Γ1, στις 04.05.2004, 15.05.2004, 27.05.2004 και 28.6.2004, τις με αριθμό ...., ...., .... και ...... τραπεζικές επιταγές της Γενικής Τράπεζας, αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.000 ευρώ, 52.500 ευρώ, 20.600 ευρώ και 31.900 ευρώ, αντίστοιχα, και με ημερομηνία έκδοσης 04.05.2004, 15.05.2004, 27.05.2004 και 28.06.2004, αντίστοιχα, β) από τον Γ2, στις 25.04.2004, 13.5.2004, 14.05.2004, 15.05.2004, 16.05.2004 και 17.05.2004, τις με αριθμό ....., ...., ....., ....., ....., ...... και .... τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας ΑLPHA ΒΑΝΚ, αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.500 ευρώ, 15.600 ευρώ, 15.600 ευρώ, 15.600 ευρώ, 23.000 ευρώ και 22.000 ευρώ, αντίστοιχα, και με ημερομηνία εκδόσεως 25.04.2004, 13.05.2004, 14.05.2004, 15.5.2004, 16.5.2004 και 17.05.2004 αντίστοιχα και γ) από τον Γ3, στις 30.05.2004, τη με αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ΕURΟΒΑΝΚ, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 53.750 ευρώ και με ημερομηνία έκδοσης 30.05.2005, άπασες (υπό στοιχεία α' + β' + γ') σε διαταγή του ίδιου του κατηγορουμένου Χ1, έθεσε την υπογραφή του στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και στη συνέχεια, ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από τη δική του, πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρείας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε, έκανε χρήση αυτών των επιταγών, καθώς παρέδωσε τις υπό στοιχεία α', την πρώτη και έκτη από το υπό στοιχείο β' και την από στοιχείο γ' επιταγή στον εκπρόσωπο της Μονής ....., Ζ1, προς εξασφάλιση πληρωμής απαίτησής της (της Μονής) από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, ποσού 180.000 ευρώ, ενώ τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές, παρέδωσε στον Β1, και δι' αυτού στον Β2, την δε πέμπτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές παρέδωσε στον Β1 και δι' αυτού στη Β3, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησης των ανωτέρω, από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, συνολικού ποσού 125.640 ευρώ περίπου. Επίσης, την 03.11.2004, αφού παρέλαβε από τον Γ2 την με αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 13.440 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 03.11.2004, σε διαταγή του Ε1, έθεσε την υπογραφή του τελευταίου στη θέση πρώτου οπισθογράφου και στη συνέχεια, ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από την πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρείας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και, κατ' απομίμηση. την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε, έκανε χρήση αυτής της επιταγής, καθώς την παρέδωσε στον Ε1, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησής του από τη χορήγηση του ως άνω δανείου προς αυτόν, με τη μεσολάβηση του Β1, συνολικού ποσού 125.640 ευρώ. Στις πράξεις δε αυτές προέβη ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ισάξιο των ποσών των επιταγών περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 368.890 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε. ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ", αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Επειδή, από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία, για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη, για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο ως άνω κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε σύνολη εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στο βούλευμα). Δηλαδή, τα προκύψαντα περιστατικά, που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Συμπληρωματικά επισημαίνουμε ότι ο εκκαλών στην απολογία και το εφετήριο έγγραφο αναγνωρίζει την οφειλή - άρα και την γνησιότητα των επιταγών που παρέδωσε - προς τον Β1 και τους συνεργάτες του, πλην όμως αρνείται ότι πλαστογράφησε τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές, που παρέδωσε στον Ζ1 (πατέρα Ζ1), ισχυριζόμενος ότι έθεσε στη θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας, ύστερα από εντολή της, (προκειμένου να την εξυπηρετήσει - να μην πηγαινοέρχεται Αθήνα-Θεσσαλονίκη -. Όμως, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι έωλοι και αβάσιμοι και τούτο διότι α) ενώ αναγνωρίζει ότι έλαβε προσωπικό δάνειο 125.640 ευρώ από τον Β1 και τους συνεργάτες του -βλ. το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό - δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο έθεσε στις επιταγές που παρέδωσε και στη θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και την υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας; Ποία δηλαδή η σχέση - συναλλακτική - της εγκαλούσας με τους δανειστές του κατηγορουμένου; και β) όσον αφορά τις επιταγές - πλαστογραφημένες - που παρέδωσε στον πατέρα Ζ1, ο τελευταίος αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την εγκαλούσα εταιρεία, οι εκπρόσωποι της οποίας μάλιστα ξαφνιάστηκαν όταν εκείνος επικοινώνησε τηλεφωνικά για την τακτοποίηση του χρέους και ακόμα ότι τα χρήματα υπό μορφή δανείου τα παρέδωσε - ο πατήρ Ζ1 - στον εκκαλούντα. Ύστερα από τις παραπάνω επισημάνσεις και αφού παραδεκτώς αναφερθούμε ευθέως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλούμενου βουλεύματος (βλ. Α.Π. 348/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ 33), θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο) με την κρινόμενη έφεση, η οποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 216 παρ. 1 και 3α του Ποινικού Κώδικα, αφού αναφέρονται σ' αυτό οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού περιγράφονται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, με σκοπό το όφελός του και την αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας ως άνω εταιρείας, ποσού ανώτερου των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι "η επίθεση της σφραγίδος της εγκαλούσας στις επίδικες επιταγές από τον αναιρεσείοντα και η υπογραφή επίσης από αυτόν για λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνιστά πλαστογραφία, διότι έγινε με εντολή και συναίνεση της εγκαλούσας", αποτελεί άρνηση της ουσίας της κατηγορίας και πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου. ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 17/25.6.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
- Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ