← Ελλάδα

ΑΠ 177/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 177 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Προϋποθέσεις. Δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Με την αίτηση δεν προβάλλονται νέες αποδείξεις ή γεγονότα ή νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτεται η αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 177/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ1, κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκο Δαμασκόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 10455/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαϊου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 957/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου με αριθμό 279/3-7-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την από 17-5-2007 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στις Φυλακές Τρικάλων , με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 10455/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, δια της οποίας καταδικάσθηκε ο αιτών σε φυλάκιση 2 ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και φυλάκιση 6 μηνών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων και σε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 3 μηνών και εκθέτω τα εξής: Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επιτρέπεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις,' τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως "κάνουν φανερό ", ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα, με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων, οι οποίες τέθηκαν υπ' όψη του δικαστηρίου, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κλπ, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο να κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η φράση "κάνουν φανερό" αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 ΚΠΔ στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο", η οποία είχε ερμηνευθεί ότι είχε την έννοια ότι τα νέα στοιχεία πρέπει "να εγγίζουν την βεβαιότητα", περί αθωότητας (ΑΠ 1546/1984 ΠΧρ ΛΕ' σελ. 491) Από το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., σαφώς προκύπτει, ότι μεταξύ των λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας, υπέρ του αμετακλήτως καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα , δεν περιλαμβάνονται και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου , η οποία μόνο δια των ενδίκων μέσων δύναται να προσβληθεί και όχι δια της επαναλήψεως της διαδικασίας, δοθέντος ότι η τελευταία καθιερώθηκε για την επανόρθωση ουσιαστικής και όχι νομικής πλάνης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ( ΑΠ 69/1999 αδημοσίευτη , 199/1965 Π. Χρ. ΙΕ/475). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, ο οποίος καταδικάσθηκε παρών με την υπ' αριθ. 10455/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, προβάλλει α) την ακυρότητα της κλητεύσεώς του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της αποφάσεως του οποίου (77337/2002) εξεδόθη η καθής πιο πάνω απόφαση και β) την παραγραφή των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Από το περιεχόμενο αυτό της κρινομένης αίτησης, είναι προφανές ότι δεν προβάλλονται νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα, βάσει των οποίων να προκύπτει ότι ο αιτών είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο ή βαρύτερα εγκλήματα από εκείνα που τέλεσε, αλλά νομικά σφάλματα της απόφασης και συνεπώς είναι αυτή απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, να μη ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 17-5-2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Φυλακές Τρικάλων, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 10455/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, να μη ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 29-6-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις, είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε ώστε να μη μπορεί να τα λάβει υπόψη και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γατί αν ήταν γνωστά, έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη, η δε αρμοδιότητα για την εκδίκαση τέτοιας αίτησης ανήκει στο συμβούλιο εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, στο συμβούλιο δε του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η από 17-5-2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10455/31-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί για α) απάτη από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και β) για παράβαση του ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων" και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών και έξι
(6)μηνών, αντίστοιχα, και συνολικά ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών τριών
(3)μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών επικαλείται α) ακυρότητα της κλήτευσης του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε ερήμην του την υπ' αριθμ. 77337/2002 καταδικαστική απόφαση, για το λόγο ότι η κλήση επιδόθηκε στην οικία του, ενώ αυτός βρισκόταν κρατούμενος στις Φυλακές Τρικάλων, β) παραγραφή των ως άνω αδικημάτων, αφού από το χρόνο τελέσεώς τους στις 24-4-1998 και μέχρι το χρόνο εκδόσεως της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή και γ) την αθώωσή του για τις ίδιες πιο πάνω αξιόποινες πράξεις με την υπ' αριθμ. 9918/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ζητεί δε την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του και να παύσει οριστικώς η εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Η αίτηση αυτή αρμοδίως (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ) εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτής. ΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε
(5)ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320 - 321, 339 - 340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο σε περίπτωση άκυρης κλητεύσεως του και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλήθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτής εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε, ανεξαρτήτως της αοριστίας της διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή αν η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχει καταστεί αμετάκλητη και με ποιον τρόπο, ούτε αν προβλήθηκε ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος με την έφεση, δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, καθόσον με τους προβαλλόμενους πιο πάνω λόγους ο αιτών αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα, τα οποία αποτελούν λόγους για την άσκηση ένδικου μέσου και όχι επαναλήψεως και διαδικασίας, η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Σημειώνεται, ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο αιτών παραστάθηκε στο Δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση κατ' έφεση και δεν προέβαλε ακυρότητα της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος προς εμφάνισή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ετσι, τυχόν ακυρότητα τούτων (κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος) καλύφθηκε με συνέπεια ή επίδοση να θεωρείται έγκυρη και να έχει επέλθει αναβολή της παραγραφής, ενώ κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του εφετείου (31-10-2005) δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία από το χρόνο τελέσεως των πράξεων (24-4-1998) για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Μαϊου 2007 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 10455/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.