Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1770 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη. Περίληψη: Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών υπέρ του αναιρεσείοντος, 2) Απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη στο ακροατήριο διότι έγινε ατελής διερμήνευση όσων έλαβαν χώρα στο ακροατήριο, 3) Απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι ελήφθησαν υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που δεν αναγνώσθηκαν. Απορρίπτεται η αναίρεση. Αριθμός 1770/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της 89/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 498/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', ς' και ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα
(10)ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος α) εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτή ή διαμετακομίζει ναρκωτικά, ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Με την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως α' τιμωρείται με την ως άνω ποινή η εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην χώρα, το έγκλημα δε τούτο πραγματοποιείται με την εισαγωγή εντός των ορίων του Κράτους από την αλλοδαπή ναρκωτικών ουσιών. Επομένως η είσοδος και μόνο στο ελληνικό έδαφος του δράστη, ο οποίος έχει αποκρύψει εντός του μεταφορικού του μέσου ποσότητα ναρκωτικών, συνιστά συντελεσμένη εισαγωγή ναρκωτικής ουσίας στην επικράτεια και όχι απόπειρα εισαγωγής, διότι η είσοδος του δράστη στην ελληνική επικράτεια με το μεταφορικό του μέσο έχει ήδη συντελεσθεί πλήρως κατά τη στιγμή της έρευνας, που διενεργείται μέσα στο ελληνικό έδαφος. Εξ άλλου, από τη διάταξη της περιπτώσεως ζ' τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής πρακτικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο. Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη τιμωρείται και η μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή η μετακίνησή τους από τόπο σε τόπο μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Εξάλλου, Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", για την προβολή δε του ισχυρισμού αυτού, είναι προφανές το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου. Εξ άλλου, το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και ε' της Ευρωπαϊκής συμβάσεως Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), (Ν.Δ. 53/1974 ΦΕΚ Α'256/20.9.1974) ορίζει τα ακόλουθα: "Πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας......... ε) να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιουμένην εις το δικαστήριον γλώσσαν". Η παράβαση από το δικαστήριο των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. δ' ΚΠΔ)), η οποία επέρχεται όταν, παρά τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, δεν διορισθεί διερμηνέας ή αν διορισθεί δεν γίνεται διερμήνευση της όλης διαδικασίας στη γλώσσα του κατηγορουμένου και αντιστρόφως, δεν γίνεται διερμήνευση των όσων εκείνος λέγει στην γλώσσα του, στην ελληνική. Απόλυτη ακυρότητα επέρχεται επίσης και όταν λαμβάνεται υπόψη του δικαστηρίου έγγραφο, το οποίο δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, υπό περιστάσεις ιδιαίτερης επικινδυνότητας και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 5.5.2002, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, ο κατηγορούμενος κατελήφθη στο χώρο του Τελωνείου Κακαβιάς, σε έλεγχο που πραγματοποίησαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, να κατέχει 1962 κιλά και 400 γραμμάρια ακατέργαστη ινδική κάνναβη, τα οποία βρέθηκαν να είναι κρυμμένα σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη στην μπροστινή πλευρά του θαλάμου - ψυγείου του με αριθμό κυκλοφορίας ..... φορτηγού ψυγείου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ίδιος. Την ποσότητα αυτή της ναρκωτικής ουσίας, ο κατηγορούμενος την εισήγαγε από την Αλβανία και την μετέφερε με το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο στην Αθήνα, προκειμένου να τη διαθέσει σε τρίτους. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι αγνοούσε την ύπαρξη της ναρκωτικής ουσίας και πίστευε ότι το ως άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν άδειο, προκειμένου να το φορτώσει με άλευρα στον ...... και συνεπώς δεν μπορούν να καταλογιστούν σ' αυτόν οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ή το πολύ πρέπει να αποδοθούν οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις σε αμέλειά του, επειδή δεν ήλεγξε το αυτοκίνητό του πριν την αναχώρησή του από την Αλβανία. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πραγματική πλάνη του (άρθρου 30 παρ. 1 και 2 Π.Κ.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί αποδείχτηκε ότι αυτός γνώριζε ότι μεταφέρει ινδική κάνναβη, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι η ανωτέρω ποσότητα ήταν πολύ μεγάλη, οπότε ήταν εύκολο σε κάθε έμπειρο οδηγό, όπως είναι και ο ίδιος, να διαπιστώσει ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν άδειο και ακολούθως με σχετικό έλεγχο να ανακαλύψει την ύπαρξη της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, τον οποίο όμως έλεγχο δεν πραγματοποίησε, όχι από αμέλειά του, αλλά επειδή τελούσε σε γνώση της γενόμενης ως άνω μεταφοράς, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο για την τυχόν σύλληψή του, αφού το κέρδος του από τη διακίνηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας θα ήταν μεγάλο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατη η τέλεση των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται και συνεπώς πρέπει να επιβληθεί σ' αυτόν μειωμένη ποινή, κατ' άρθρο 83 Π.Κ., δηλαδή ότι υπάρχει απρόσφορη απόπειρα (άρθρο 43 Π.Κ.), για το λόγο ότι η παραπάνω ναρκωτική ουσία ήταν "μουχλιασμένη" και δεν μπορούσε να γίνει διακίνηση αυτής. Τα ανωτέρω, όμως, υποστηριζόμενα απ' αυτόν, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, καθόσον αποδείχθηκε ότι η εν λόγω ναρκωτική ουσία ήταν κατάλληλη για περαιτέρω διάθεση και ως εκ τούτου ήταν δυνατή η τέλεση των προαναφερομένων αδικημάτων και ειδικότερα η εμπορία, για την οποία προοριζόταν η κατασχεθείσα ινδική κάνναβη. Τέλος, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, αλλά εκείνο της απόπειρας εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών, επειδή, κατά την ανακάλυψη της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας και τη σύλληψή του, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί ο τελωνειακός έλεγχος. Όμως, και ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το αυτοκίνητο, που μετέφερε την ανωτέρω ναρκωτική ουσία, είχε ήδη εισέλθει στο ελληνικό έδαφος και δεν έχει καμία σημασία το ως άνω υποστηριζόμενο γεγονός για την τέλεση του αδικήματος της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ήτοι α) της εισαγωγής στην ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, β) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και γ) μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 Ν. 1729/87, διότι οι περιστάσεις των πράξεων αυτών, ο επιμελημένος τρόπος απόκρυψης και η πολύ μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών, που θα επέφερε τεράστια ζημία σε ανθρώπους, κυρίως νέους, οι οποίοι θα έκαναν χρήση αυτών (ναρκωτικών), μαρτυρούν ότι αυτός (κατηγορούμενος) είναι άτομο με ιδιαίτερη επικινδυνότητα και μάλιστα χωρίς τα αιτούμενα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2α και ε Π.Κ., διότι α) δεν αποδείχτηκε ότι ζούσε έως το χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το δε λευκό ποινικό μητρώο του, από μόνο του, χορηγηθέν από τις Αλβανικές Αρχές, δεν αποδεικνύει οπωσδήποτε και ότι αυτός είχε πρότερο έντιμο βίο, ενόψει μάλιστα του είδους, της βαρύτητας και του τρόπου τελέσεως των ανωτέρω αδικημάτων και β) μετά τις πράξεις του ήταν κρατούμενος στις φυλακές, οπότε δεν αποδεικνύεται καλή διαγωγή του σε ελεύθερη στην κοινωνία διαβίωση, κατά την έννοια της δεύτερης ως άνω διατάξεως". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της πραγματικής πλάνης και της από αμέλεια τελέσεως των πράξεων. Ομοίως αιτιολογημένα απέρριψε και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, α) ότι η πράξη της εισαγωγής της ναρκωτικής ουσίας στην Ελληνική Επικράτεια δεν είχε τελεσθεί, αλλ' υπήρχε απόπειρα, διότι δεν είχε ολοκληρωθεί ο τελωνειακός έλεγχος, β) της απρόσφορης απόπειρας, λόγω της κακής ποιότητας των ναρκωτικών ουσιών και γ) περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του πρότερου έντιμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 α' και ε' Π.Κ.), ενώ έχει διαλάβει ειδική αιτιολογία και ως προς την ύπαρξη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως του ιδιαίτερα επικινδύνου. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Περαιτέρω είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, σχετικά με την πλημμελή διερμήνευση των όσων συζητήθηκαν στην διαδικασία στο ακροατήριο και ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και η ταυτάριθμη με αυτά πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, αφού, από τα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου, προκύπτουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή διορίσθηκε και ορκίσθηκε ως διερμηνέας ο ευρισκόμενος στο ακροατήριο ....., ο οποίος μετάφρασε προς το Δικαστήριο και τον κατηγορούμενο, όλα όσα ειπώθηκαν κατά τη διαδικασία, καθώς και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και ότι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων ήταν και τα πρακτικά και η πρωτόδικη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, κατά της 89/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ