← Ελλάδα

ΑΠ 1771/2009 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1771 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμοδίου δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, αφού αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική του στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αναίρεση κατ' αυτής. ΑΡΙΘΜΟΣ 1771/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, περί αναιρέσεως της 9061/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1731/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 9061/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπ' αριθμ. 573/26-2-2007 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 20.552/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό 573/26-2-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διάμενει τόσο κατά το χρόνο κλητεύσεώς του ενώπιον του Μ/λούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, όσο και κατά το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στη Θεσ/νίκη, στην οδό .... Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτον μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως, στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτήν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ..., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Κατά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ασκήθηκε, από τον ενταύθα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και κατόπιν της από 19-9-1996 εγκλήσεως της υπό την επωνυμία "ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε." ανωνύμου εταιρείας, ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, την οποία εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενταύθα εδρευούσης υπό την επωνυμία "Β. ΔΟΛΜΑΣ - ΦΙΛ. ΧΑΡΙΤΙΔΗΣ -ΡΟΚΑ ΑΕΒΕ" ανωνύμου εταιρείας και παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του ενταύθα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στη συνεδρίαση του της 4ης Απριλίου
  2. Η μόνη γνωστή διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την εγκαλέσασα εταιρεία, η οποία και περιέλαβε ταύτην στην έγκληση της και, συνακολούθως, και για την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, προς την οποία η έγκληση αυτή υπεβλήθη και επελήφθη της ασκήσεως της ποινικής κατ' αυτού διώξεως και παρήγγειλε και επεμελήθη κάθε συναφούς με την ποινική διαδικασία επιδόσεως, ήταν αυτή στη Θεσσαλονίκη και στην οδό ..., όπου και η έδρα της εταιρείας, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος εκδώσει την επίδικη, εν προκειμένω, επιταγή, διεύθυνση η οποία προέκυπτε και από τη σχετική σημείωση επί του σώματος της επιταγής αυτής και στην οικεία, παρά την υπογραφή του εκδότη, θέση. Στη διεύθυνση αυτή επιχειρήθηκε να γίνει η προς αυτόν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά της παρά πόδας αυτού κλήσεως όπως εμφανισθεί στην κατά τα άνω δικάσιμο, πλην όμως το επιφορτισμένο με την επίδοση όργανο διαπίστωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος απουσίαζε από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του και η διαμονή του ήταν πλέον άγνωστη, ενώ εκεί δεν ανευρέθη άλλο πρόσωπο εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η προς αυτόν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος εγένετο κατά τους όρους της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ..., σε συνδυασμό με την από 21-1-2000 (αναγνωσθείσα στο ακροατήριο) βεβαίωση της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης,.... Τελικά, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δικάσθηκε και καταδικάσθηκε ερήμην, στην ως άνω δικάσιμο, με την (ήδη εκκαλουμένη) υπ' αριθμ. 20552/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), η οποία, αφού ακολουθήθηκε η αυτή, ως άνω διαδικασία και για τους εκεί αναφερομένους λόγους, επιδόθηκε σε αυτόν την 5-1-2001, ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης,.... Ο εκκαλών όμως άσκησε την ένδικη έφεση του εκπροθέσμως, πολύ πέραν της εν αρχή αναφερομένης προθεσμίας των τριάντα ημερών και δη, ως προκύπτει εκ του εφετηρίου, μετά εξαετία και, ειδικότερα, την 26η Φεβρουαρίου 2007, επικαλούμενος ότι είχε πάντοτε γνωστή αστική κατοικία στην περιοχή ... επί της οδού ..., ισχυρισμό που επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση του επιμέλεια του εξετασθέντος μάρτυρος και από τα επιμέλεια του προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα. Παρατηρείται όμως ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι η επαγγελματική του κατοικία ήταν, κατά το χρόνο εκδόσεως της επιδίκου επιταγής και υποβολής της ενδίκου κατ' αυτού εγκλήσεως, η προαναφερθείσα στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού ..., η οποία ήταν και η μόνη γνωστή στην δανείστρια του - εγκαλέσασα εταιρεία και, συνακολούθως, στην ασκήσασα την κατά τα άνω κατ' αυτού ποινική δίωξη Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Εν όψει τούτων και όσων εκτενώς στη νομική σκέψη που προηγήθηκε εκτέθηκαν, νομίμως επιδόθηκαν σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής τόσο το κλητήριο θέσπισμα, όσο και κυρωμένο αντίγραφο της σε βάρος του εκδοθείσης -εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως, αφ' ενός γιατί, ειδικότερα, η μόνη γνωστή στην εγκαλούσα εταιρεία και περιληφθείσα στην ένδικη έγκληση της διεύθυνση επαγγελματικής κατοικίας του, στην οποία νομίμως, κατά τα εν αρχή αναφερόμενα, η επιληφθείσα αυτής και ασκήσασα την κατ' ακολουθίαν ταύτης ποινική σε βάρος του δίωξη, μπορούσε να παραγγείλει κάθε συναφή με την ποινική διαδικασία επίδοση, ήταν αληθής και υπαρκτή και αφ' ετέρου γιατί τα αρμόδια όργανα της επιδόσεως δεν μπορούσαν να τον ανεύρουν στη διεύθυνση αυτή, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ. Τα πράγματα δεν μεταβάλλονται εκ του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από την συνήγορο του εκκαλούντος και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο αντίστοιχα έγγραφαστοιχεία, αυτός (εκκαλών - κατηγορούμενος), σε χρονικάσημεία, εντοπιζόμενα σε χρόνο προγενέστερο των ως άνω επιδόσεων, κλήθηκε σε απολογία, την 27-4-1998, από τον Πταισματοδίκη ΙΒ' Τμήματος Θεσσαλονίκης για υπόθεση σχετική με παράβαση του Ν. 1882/90, ενώ την 28-7-1998 παραγγέλθηκε, από τον ενταύθα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, η επίδοση προς αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος για την ιδία αξιόποινη πράξη, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις στην προαναφερθείσα αστική του κατοικία, στην .... και επί της οδού ..., αφού δεν θα μπορούσε ν' αξιωθεί από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να έχει τη δυνατότητα συσχετισμού των δύο, εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους, υποθέσεων, ώστε να είναι σε θέση να ενεργήσει και τις επιδόσεις της ενδίκου υποθέσεως στη να αστική κατοικία του εκκαλούντος, όπως ο τελευταίος διατείνεται, αφ' ενός γιατί είχε εις χείρας της υπαρκτή και αληθή, κατά το χρόνο υποβολής της σε βάρος του ενδίκου εγκλήσεως, επαγγελματική του κατοικία, προκύπτουσα από την υποβληθείσα εναντίον του έγκληση και αφ' ετέρου, εν όψει της όλης, υπαγορευθείσης εξ υστεροβουλίας, στάσεώς του. Ειδικότερα, σε σχέση με την τελευταία αυτή παρατήρηση, να σημειωθεί ότι, μολονότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε, υπό την ως άνω ιδιότητα του, εκδώσει ακάλυπτη και μηδέποτε πληρωθείσα επιταγή και ήταν εκ των πραγμάτων αναμενόμενη η σε βάρος του κίνηση αντιστοίχου ποινικής διώξεως αλλά και η κίνηση της νομίμου κομίστριάς της - εγκαλούσης εταιρείας για την αστική ικανοποίηση της, εντούτοις, επί μακρά σειρά ετών, δεν γνωστοποίησε, ούτε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ούτε στην Τράπεζα, παρά της οποίας είχε ληφθεί το σώμα της επιταγής, ούτε στην κομίστριά της, ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, την σταθερή διεύθυνση της αστικής κατοικίας του, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της πράξεως του να εκδώσει ακάλυπτη επιταγή, έπραξε δε τούτο εξ υστεροβουλίας, ώστε να ενεργήσει μετά πάροδο πολλών ετών, οπότε και θα είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως του. Υπό τις παραδοχές αυτές πρέπει, μετά ταύτα, ν' απορριφθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος, να επιβληθούν δε σε βάρος του, σύμφωνα με την ιδία διάταξη τα δικαστικά έξοδα, τα οποία εν προκειμένω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 663/1977 και την υπ' αριθμ. 58553/19-6-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ανέρχονται στο ύψος των εκατόν είκοσι

(120)ευρώ". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτη, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεσή του ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά, ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής του μίσθιας κατοικίας, στην οδό ... που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στο παραδεκτώς αναγνωσθέν σώμα της εκδοθείσας από τον κατηγορούμενο αντίστοιχης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής που αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου Θεσ/νίκης, χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι ο αναζητούμενος στο κατάστημα του κατηγορουμένου στη τελευταία γνωστή διεύθυνσή της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, δεν βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες.- Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.- Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 79/28-9-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 9061/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.