Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1780 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή. Περίληψη: Καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας. Η επιμέτρηση της ποινής στα όρια του άρθρου 79 ΠΚ ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου. Δεν δημιουργείται ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως εάν το δικαστήριο δεν απαντήσει σε αίτημα του κατηγορουμένου για την επιβολή εφέσιμης ποινής. Απορρίπτει. Αριθμός 1780/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Παπαηλιού, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτόπουλο, για αναίρεση της 458/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 και 2)Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούκνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σάμου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 22 Απριλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2054/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, ''γεγονότος'' που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του ''γεγονότος'' εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 458/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, καταδικάσθηκε ανεκκλήτως ο αναιρεσείων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε ποινή φυλάκισης τριών
(3)μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, με μνεία των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... ο κατηγορούμενος Χ1 διατηρεί γειτονική οικία με τους πολιτικώς ενάγοντες (ζεύγος Ψ) στο ..... Σάμου, έχει εγκατασταθεί δε και κατοικεί μόνιμα στο ......, κατά την τελευταία πενταετία, μετά την αγορά της εν λόγω οικίας από τη συγγενή του ....., ενώ καθόλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, χωρίς να διατηρεί προηγούμενη επαφή με τους ήδη αντιδίκους του και την ευρύτερη περιοχή, που είναι ο τόπος καταγωγής του. Κατά το έτος 1998 οι πολιτικώς ενάγοντες αγόρασαν μία ερειπωμένη οικία, η οποία βρίσκεται μεταξύ της οικίας τους και της οικίας του κατηγορουμένου, την οποία επιθυμούσε να αγοράσει και ο τελευταίος, γεγονός στο οποίο θα πρέπει να αποδοθεί η έριδα και διάθεση του κατηγορουμένου για υποβολή μηνύσεων και καταγγελιών στην Πολεοδομία σε βάρος των αντιδίκων του. Οι πολιτικώς ενάγοντες κατά το έτος 2001 εξέδωσαν οικοδομική άδεια για ανακατασκευή της εν λόγω παλαιάς, προϋπάρχουσας του έτους 1955, οικίας και εκτέλεση λοιπών εργασιών (προσθήκες, κατασκευή περίφραξης κ.λ.π). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος διατηρώντας την πεποίθηση ότι οι πολιτικώς ενάγοντες κατά την ανακατασκευή της μάνδρας της οικίας τους προέβησαν σε καταπάτηση τμήματος του έμπροσθεν αυτής δημόσιου δρόμου κατέθεσε την από 23-7-2001 σχετική μήνυση του στην Εισαγγελία Πλημ/κών Σάμου, σχετική δε παράγραφο συμπεριέλαβε και στην από 2002 (με αριθμ. έκθ. καταθ. 916/86ΤΠ/2002) αγωγή του ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Σάμου, που απορρίφθηκαν (τόσο η μήνυση όσο και η αγωγή). Στη πεποίθησή του αυτή συνέτεινε και το γεγονός ότι η εν λόγω μάνδρα, (όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες) ανακατασκευάσθηκε σε επαφή με το σημείο, όπου βρισκόταν αποκοπείσα κολώνα της Δ.Ε.Η, για την εξακρίβωση δε της καταπάτησης ή μη του δημοσίου δρόμου, η Πολεοδομία προέβη σε αυτοψία με μέτρηση του πλάτους του δρόμου και σύγκριση με προγενέστερα διαγράμματα, όπως διαλαμβάνεται και στο υπ' αριθμ. 9/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Σάμου. Εξάλλου, δε διακριβωθείσες πολεοδομικές παραβάσεις κατά την ανακατασκευή της παλαιάς οικίας, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας (....) εκ μέρους των πολιτικώς εναγόντων (συνέβαλαν και ενίσχυαν τη πεποίθησή του αυτή περί κατάληψης δηλαδή και του δημόσιου δρόμου. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της δεύτερης αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης (Β' πράξη, σελ. 19 κατά το κατηγορητήριο) ελλείψει δόλου, καθόσον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε τα ανωτέρω περιστατικά σε βάρος των αντιδίκων του πίστευε ότι είναι αληθή. Ομοίως, αθώος, πρέπει να κηρυχθεί και για τους ισχυρισμούς του ότι οι πολιτικώς ενάγοντες του έκλεψαν ένα ξυλόγλυπτο χειροποίητο σαλόνι, καθόσον προέκυψε, όπως και ο ίδιος ομολόγησε απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήταν "ατυχής" η έκφραση κλοπή, υπονοώντας ότι πράγματι αφαιρέθηκε το εν λόγω σαλόνι από την κατοχή του, όχι όμως τελικά αναγκαίως με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης αλλά πιστεύοντας ότι στην πράξη αυτή προέβησαν οι αντίδικοί του, οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στο ..... και διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τη δικαιοπάροχό του, με αποτέλεσμα να επισκέπτονται συχνά την οικία και να οικειοποιηθούν καθοιονδήποτε τρόπο το σαλόνι, το οποίο τελικά δεν ανευρέθηκε στην αγορασθείσα από αυτόν οικία. Πρέπει, συνεπώς, να απαλλαγεί και της αποδιδόμενης σ' αυτόν πρώτης πράξης (Α' πράξη κατηγορητηρίου), λόγω αμφιβολιών ως προς τη πρόθεσή του, εάν δηλαδή γνώριζε το ψεύδος όσων ισχυριζόταν για το ζεύγος Ψ. Πρέπει, όμως, να κηρυχθεί ένοχος της τρίτης πράξης, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση των ψευδών ισχυρισμών του περί απόπειρας απαγωγής του από Αλβανούς, καθοδηγούμενους από τους αντιδίκους του, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τους παρέχουν "προστασία", περιστατικά τα οποία από κανένα απολύτως στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψαν τόσο δηλαδή ως προς το σκέλος της απόπειρας απαγωγής όσο και ως προς τα πρόσωπα, που φέρεται ότι την οργάνωσαν και αποπειράθηκαν να την εκτελέσουν, ούτε βέβαια αποδείχθηκε οποιαδήποτε σχέση αυτών ή καθοδήγηση για διάπραξη τέτοιας εγκληματικής πράξης από τους πολιτικώς ενάγοντες. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της τρίτης αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης (Γ' πράξη κατηγορητηρίου), διότι στοιχειοθετείται, κατά τα ανωτέρω, στο πρόσωπό του η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, τα περιστατικά που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου υπ' αριθμ. 916/2002 αγωγή του και έτσι διέδωσε για τους εγκαλούντες, τα οποία είναι πράγματι γεγονότα κατά την έννοια των αναφερόμενων διατάξεων και επίσης ότι τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους. Σε σχέση δε με τον άμεσο δόλο του κατηγορούμενου, ο οποίος επί του προκειμένου περιλαμβάνει, όχι μόνο τη γνώση του ότι τα γεγονότα που διέδωσε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και τη θέλησή του να τα διαδώσει, αλλά και τη γνώση ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή, αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτός (κατηγορούμενος) τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των αναφερόμενων περιστατικών και κατά ποιο τρόπο προκύπτει η γνώση του αυτή, αφού ο ίδιος φέρεται ως το θύμα της δήθεν απόπειρας απαγωγής, εμπνευστές της οποίας κατήγγειλε ότι ήσαν οι πολιτικώς ενάγοντες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, προβαλλόμενοι με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου και με τους πρώτο, δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της την υπ' αριθμ. καταθέσεως 916/86 ΤΠ/2002 αγωγή, χωρίς να την αναγνώσει, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως προκύπτει το αντίθετο. ΙΙ.- Έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. Β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου ν' ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από τον νόμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφει ο νόμος, ανήκει στην αποκλειστική και κυριαρχική κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου και δεν αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και τρίτος των προσθέτων λόγων (όπως εκτιμάται ) από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακρόασης του αναιρεσείοντος, καθόσον το δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά του για την επιβολή εφέσιμης ποινής, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και την δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 176 Κ.Πολ.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση και τους από 22-4-2008 προσθέτους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 458/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ