Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1792 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Απόρριψη της αιτήσεως ως αόριστης. Απορρίπτει. Αριθμός 1792/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 336/
- Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 267/28.6.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Eισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § 1+4, 138 § 2β, 525 §1 περ. 2,3 Κ.Π.Δ. την από 28-2-2007 (εγχειρισθείσα την 5-3-2007) αίτηση του Χ
- 'Αρεως περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας για (ως εκθέτει): αναίρεση διόρθωση και συμπλήρωση της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να υποστηρίξει δια συνηγόρου του όλους τους αναιρετικούς λόγους της υποθέσεως αυτής. Με την εν λόγω απόφαση κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας η οποία ετελέσθει στην Αθήνα τον Οκτώβριο 1948 σε βάρος της Ψ1 για τους αναφερόμενους στην διάταξη των άρ. 525 § 1 περ. 2,3 ΚΠΔ λόγους και εκθέτω τ'ακόλουθα: ΙΙ. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5) Εξ'άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμό με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). ΙΙΙ. Στην υπό κρίση περίπτωση ο αιτών Χ1 κατεδικάσθη κατ'έφεση με την υπ'αρ. 3585/04 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, παράνομα ιδιοποιήθηκε ποσό δραχμών 5.850.000 που του παρέδωσε η μηνύτρια Ψ1 για να το καταβάλει στην πωλήτρια ιδιοκτήτρια διαμερίσματος του οποίου την αγορά διαπραγματευόταν η μηνύτρια και της οποίας (ιδιοκτήτριας) παρουσιαζόταν ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος, ποσό που ουδέποτε κατάβαλε σ'αυτή, ιδιοποιηθείς αυτό παράνομα και δεν το επέστρεψε παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ψ1, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο αιτών υπέβαλε αίτηση για διόρθωση ή συμπλήρωσή της, η οποία, με την υπ'αρ. 3590/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών παρεπέμφθη προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στο οποίο εκκρεμούσε αίτηση αναιρέσεως μετά προσθέτων λόγων που είχε υποβάλει ο Χ1 κατά της υπ'αρ. 3585/94 καταδικαστικής (για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) αποφάσεως. Η αναίρεση απερρίφθη ως ανυποστήρικτη, με την υπ'αρ. 92/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου Με την ίδια επίσης απόφαση απερρίφθη και η αίτηση του Χ1 για διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως διότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως. IV) Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας για: 1) συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως 2) διόρθωση-συμπλήρωση κατ'αρ. 145 Κ.Π.Δ. της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με την οποία, ως εξετέθη, κατεδικάσθη σε φυλάκιση 15 μηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να υποστηρίζει δια συνηγόρου του όλους τους αναιρετικούς λόγους της υποθέσεως αυτής. Στην εν λόγω αίτηση (ως εισαγωγή) αναφέρει τον εγκλεισμό του Εφέτη δικαστή Γ1 στην Δικ. Φυλακή Κορυδαλλού ως εμπλεκομένου στα παραδικαστικά κυκλώματα, διότι στις 17-6-2002 που τον δίκασε χωρίς να τον ακούσει αποκρύπτοντας κύρια υπερασπιστικά στοιχεία της δικογραφίας, ώστε να τον καταδικάσει και ν'αποτελέσει η καταδίκη του αυτή την απαρχή πολλών δεινών γι'αυτόν φθάνοντας ακόμη και στην παράνομη προσωποκράτησή του, μέχρι που το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά διέταξε την απόλυσή του. Αναφέρεται στην ενώπιον του Α.Π. ερήμην συζήτηση την 9-12-2005 των αιτήσεών του (αναιρέσεως και διορθώσεως, αντίστοιχα) της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι ήταν επιβεβλημένη η διόρθωση ή συμπλήρωση της άνω αποφάσεως και δεν εξηγεί για ποιό λόγο δεν παρέστη κατά την συζήτηση. Υποστηρίζει ότι στην συνέχεια προσετέθησαν νεώτερα στοιχεία που αφορούν την συγκεκριμένη περίπτωση όπως: Τα στοιχεία της απάτης του δικηγόρου του Τ.Ε.Ε. Δ1 σε βάρος του που στοιχειοθετούνται με τις ακόλουθες αποφάσεις : α) 6022/2003 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών β) 6240/2002 Μον. Πρ.Αθηνών, γ) 8590/2007 Τρ Πλημ. Αθηνών, τα στοιχεία τη αποφάσεως του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (ΤΕΕ) που αποφαίνεται επί της οφειλής 20.000.000 δρχ. από του έτους 1994 του δικηγόρου αυτού Δ1 (13046/15-6-2006) που αρνείται να τον πληρώσει και καταφεύγει σε παράνομες πράξεις σε βάρος του. Οι λόγοι που καθιστούν την απόφαση 3585/2005 αναιρετέα είναι ότι ο Δ1 με τις από 20-11-2002 προτάσεις του προς το Μον. Πρωτ/κείο Αθηνών επί αγωγής του αιτούντος χαράσσει γραμμή συναλλαγής με την μηνύτρια και με παραδικαστικούς κύκλους της εποχής εκείνης. Με το υπ'αρ. .... έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών προς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ για παράνομες συνδέσεις αυτών με διαμερίσματα της πολυκατοικίας οδού ..... μεταξύ των οποίων και της μηνύτριας Ψ1 φανερώνεται η δολιότητά τους σε όλο το μεγαλείο για την μη ενεργοποίηση του πινακίου αμοιβών επιβλέψεως που εκδόθηκε από το Τ.Ε.Ε. για την πολυκατοικία στις 19-11-
- Επικαλείται στοιχεία της υποθέσεως Δ2 δικηγόρου Αθηνών με τις προεκτάσεις αυτής και τις συνδέσεις με το σύμπλεγμα δολιότητας του Δ1 και της μηνύτριας Ψ
- Ο Δ2 είναι δικηγόρος και το έτος 2000 του είχε αναθέσει με την σύζυγό του Δα, την σύνταξη μελετών για το διατηρητέο και σεισμόπληκτο κτίριο της οδού .... στην Περιοχή ..... Στην συνέχεια προκειμένου να εξαπατήσουν τα δικαστήρια, και για να βοηθήσει μ'αυτόν τον τρόπο τον Δ1, ώστε να μην του πληρώσουν τα οφειλόμενα σ'αυτόν ποσά πλαστογράφησε την Υπ. Δήλωση, εξαπάτησε τον δικηγόρο της για να την επικυρώσει πλαστογραφημένη και όταν αντελήφθη πως αυτός (αιτών) το αντελήφθη αφαίρεσε αυτή (δήλωση) από την δικογραφία. Στις 8-5-2003 έγινε το πρώτο δικαστήριο, που δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω τον κατεδίκασε με την υπ'αρ. 37164/2003 απόφαση, ούτε το Εφετείο το έλαβε υπόψη του και πάλι τον κατεδίκασε με την υπ'αρ. 9442/20-10-2004 απόφαση. Υπέβαλε μηνυτήριες αναφορές για τα παραπάνω αδικήματα και δικαιώθηκε πλήρως. Την 12-1-2007 ο Δ2 δικηγόρος κατεδικάσθη στο Εφετείο Αθηνών για πλαστογραφία, απάτη, υπεξαγωγή. Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 17-6-2002 που δίκασε την υπόθεση της μηνύσεως της Ψ1 ήταν ο δικαστής Γ1 που κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος στις δικ. Φυλακές Κορυδαλλού ως εμπλεκόμενος στα παραδικαστικά κυκλώματα. Στο δικαστήριο στις 17-6-2002, αρνήθηκε επιμόνως να εξετάσει το αίτημά του, ως κατηγορουμένου, αν και ήταν νόμιμο αλλά και απαραίτητο ώστε να έρθει στο φως όλη η αλήθεια αφού με αυτό ζητούσε την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί εάν είχαν γίνει ή όχι, οι εργασίες στο διαμέρισμα της Ψ1 στο χρονικό διάστημα Απρίλιος 1997 - Ιούνιος 1998, ήτοι σε χρονικό διάστημα 14 μηνών. Να αιτιολογηθεί από την μηνύτρια για ποιόν λόγο αρνείτο να υποβάλλει μήνυση κατά υπεργολάβων - τεχνιτών, που εργάστηκαν στο διαμέρισμά της και ορκίστηκαν δίνοντας ένορκες καταθέσεις, πως είχαν εργασθεί στο διαμέρισμά της το ανωτέρω διάστημα; Για ποιό λόγο απέκρυψε ο δικαστής την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ......., που είχε γίνει για λογαριασμό της Ψ1 (μηνύτριας) το έτος 2001 για να αποδείξει...... το κακότεχνο των εργασιών που είχε κάνει (αιτών) και ύστερα ισχυρίστηκε πως δεν είχε κάνει και αφού δεν είχε κάνει εργασίες τα έφαγε τα λεφτά υπεξαιρώντας απ'αυτήν. Στο δικαστήριο που εξεδίκασε την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως στις 19-4-2004 συνέβησαν παρόμοια γεγονότα με την προσθήκη όμως και μιάς ψευδομάρτυρος (.......) που μηνύθηκε και ασκήθηκε δίωξη κατ'αυτής. VI) Από τα στοιχεία που προσεκόμισε και επικαλείται ο αιτών. Προέκυψε ότι μεταξύ αυτού και της Ψ1 ανεφύη διαφορά λόγω καταβολής σ'αυτόν από την Ψ1 ποσού 5.850.000 δρχ. για να το δώσει ως προκαταβολή στην ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος (Ζ1) επί της οδού .... στα ...... Αθηνών, το οποίο ήθελε να αγοράσει η Ψ
- Επειδή ο αιτών δεν έδωσε το ποσό αυτό στην ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος (Ζ1) η Ψ1 υπέβαλε έγκληση, ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με την υπ'αρ. 56689/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατεδικάσθη σε φυλάκιση 2 ετών. Πρόεδρος της συνθέσεως ήταν ο νυν Εφέτης Γ1 ήδη κατηγορούμενος για συμμετοχή στο παραδικαστικό κύκλωμα (και δεν συνάγεται οιαδήποτε σχέση του με την Ψ1). Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε έφεση και με την υπ'αρ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με εκ του νόμου διαφορετική σύνθεση) κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για την προαναφερθείσα πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της Ψ
- Ακολούθως υπέβαλε αίτηση διορθώσεως και συμπληρώσεως της άνω αποφάσεως η οποία διεβιβάσθη στον 'Αρειο Πάγο όπου εκκρεμούσε η σχετική δικογραφία λόγω ασκήσεως αναιρέσεως. Με την υπ'αρ. 92/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η αίτηση αναιρέσεως και αίτηση διορθώσεως συμπληρώσεως της αποφάσεως. Ο αιτών προς επίρρωση των ισχυρισμών του επικαλείται αποφάσεις επί διαφορών του με τους δικηγόρους Δ1, Δ2, όμως οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καμμία σχέση με τη διαφορά που είχε με την Ψ
- Ειδικότερα με την υπ'αρ. 6022/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο Δ1 κατηγορούμενος για απάτη σε βάρος του αιτούντος Χ1 απηλλάγη από κάθε ποινή κατ'άρ. 393 παρ. 2 ΠΚ (διότι υπήρξε κοινή δήλωση περί επιλύσεως των διαφορών τους). Με την υπ'αρ. 9442/20-10-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κατ'έφεση της υπ'αρ. 37164/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) ο αιτών Χ1 κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών για απάτη σε βάρος της Δα. Με την υπ'αρ. 75326/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών απηλλάγη από την κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών κατ'εξακολούθηση με βάση άλλη καταγγελία της Δα. Με την υπ'αρ. 195/12-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (κατ'έφεση της υπ'αρ. 75328/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Δ2 κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλακίσεως 11 μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, υπεξαγωγή εγγράφου. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εργασία που ανέθεσε το ζεύγος Δ2,Δα στον αιτούντα (ως συνάγεται από την σελ. 3 της αιτήσεως) αφορούσε άλλη οικοδομή στην οδό .... στην περιοχή ..... και δεν είχε σχέση με την πολυκατοικία επί της οδού ...... όπου το διαμέρισμα το οποίο αγόρασε η Ψ
- Ούτε αναφέρει ο αιτών ποιές οι σχέσεις μεταξύ της Ψ1 με το ζεύγος Δ2,Δα και ποιά η συνάφεια του άνω ζεύγους με την καταδίκη του για την υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ούτε, πράγμα που ενδιαφέρει πρωτίστως την υπό κρίση υπόθεση, ποιά είναι τα νέα στοιχεία, ποιές οι νέες καταθέσεις μαρτύρων, ή δικαστικές αποφάσεις, από τα οποία είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με εκείνα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε πραγματικά. Δεν επεκαλέσθη ούτε προσεκόμισε κάποια αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα ή ψευδή καταμήνυση σε βάρος της αντιδίκου του ή άλλων μαρτύρων εκείνης της υποθέσεως. Το έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών προς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ για ανάκληση θεωρήσεων συνδέσεων αυτών με διαμερίσματα της πολυκατοικίας οδού ....... λόγω μη καταβολής αμοιβών επιβλέψεων του μηχανικού ....... (προσκομισθέν σχετ. 11) δεν προκύπτει ότι έχει σχέση με την πράξη της υπεξαιρέσεως. Η Ψ1 εις το κατ'έφεση δικαστήριο είχε καταθέσει μεταξύ άλλων (σελ. 3 πρακτικών υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως: ".............κατόπιν μου είπε ότι είχε χαλάσει τα λεφτά σε υποχρεώσεις δικές του και τα ζητά η κα Ζ
- Πήρα τηλέφωνο την Ζ1 ήρθε στο σπίτι και είπαμε τι έγινε. Από τότε δεν τον ξανάδα. Δεν του είχα δώσει εντολή για τίποτα. 6.000.000 δρχ. μου έφαγε. 'Εχει γράψει μία απόδειξη μόνος του, εγώ δεν την ήξερα. Εάν μου έλεγε την αλήθεια δεν θα του έδινα ποτέ λεφτά..........". Γι'αυτή την κατάθεση ο αιτών δεν υπέδειξε κάποιο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Βεβαίως κατά την πρωτόδικο εκδίκαση της υποθέσεως Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ήταν ο νυν Εφέτης Γ1 κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για συμμετοχή του στο παραδικαστικό κύκλωμα, η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε από την προσβαλλομένη υπ'αρ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη πάλι ο αιτών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επεβλήθη μικρότερη ποινή (φυλ. 15 μηνών) σε σχέση με την πρωτοδίκως επιβληθείσα. Τέλος από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ανωτέρω δικαστής απέκρυψε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ..... . Σημειωτέον ότι στην σύνθεση μετείχαν και έτεροι δύο δικαστές και ο αιτών κατηγορούμενος παρέστη με συνήγορο, συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να αποκρυφθεί έγγραφο από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου. Επίσης η υπ'αρ. 6240/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που προσεκόμισε ο αιτών με την οποία ανεβλήθη συζήτηση αγωγής του κατά του Δ1 αφορά διαφορά στην οποία δεν είχε ανάμειξη η Ψ1 ή ο δικαστής Γ
- Με την υπ'αρ. 4078/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αιτών Χ1 υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Ψ1 το ποσό των 49.127,79 ευρώ και απαγγέλθηκε σε βάρος του προσωπική κράτηση διαρκείας τριών μηνών, ενώ με την υπ'αρ. 4279/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εκηρύχθη άκυρη η προσωπική του κράτηση. Όμως οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο αιτών για διαφορές του με τον δικηγόρο Δ1, το ζεύγος Δ1,Δα , την προσωπική του κράτηση, αλυσιτελώς προβάλλονται σε σχέση με το αίτημα για επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ουδέν νεότερο στοιχείο προσεκόμισε και κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω------------------ Ι) Να απορριφθεί η από 28-2-2007 (εγχειρισθείσα την 5-3-2007) αίτηση του Χ
- 'Αρεως, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας για αναίρεση διόρθωση-συμπλήρωση της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον Χ
- Αθήνα 31-5-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 528 τταρ.1 του ΚΠοινΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο, προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία .... αποδεικτικό επιδόσεως της δικατικής επιμελήτριας ....., ο αιτών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αρχικώς ορισθείσα για την 16-11-2007 δικάσιμο προς συζήτηση της αιτήσεως του, κατά την οποία, με την υπ'αριθμ.2032/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης. Ωστόσο, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω μετ' αναβολή συνεδρίαση και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να συζητηθεί ερήμην του αιτούντος. II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να III. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 28-2-2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 92/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, ο αιτών έχει καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε
(15)μηνών για υπεξαίρεση, πράξη η οποία συνίσταται στο ότι παρανόμως ιδιοποιήθηκε ποσό 5.850.000 δραχμών το οποίο του είχε δώσει η μηνύτρια Ψ1 να το καταβάλλει στην ιδιοκτήτρια διαμερίσματος, την αγορά του οποίου διαπραγματευόταν η μηνύτρια. Την επανάληψη της διαδικασίας και την ακύρωση της άνω αποφάσεως, ζητεί ο αιτών με την ένδικη αίτηση το κείμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο και έχει ως ακολούθως. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με αφορμή, τον πρόσφατο εγκλεισμό του εφέτη-δικαστή, Γ1, στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, ως εμπλεκόμενου στα παραδικαστικά κυκλώματα, προβαίνω στην παρούσα ενέργειά μου, με έναν κύριο λόγο παραπάνω, πέρα από εκείνους τους αναιρετικούς λόγους, που επικαλέσθηκα στην ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, κατά της υπ' αριθ. 3585/2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που εκδικάσθηκε χωρίς την υποστήριξή μου. - Ο ανωτέρω δικαστής, Γ1, ήταν Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 17.6.2002, που με δίκασε .......Χωρίς να με ακούσει (!) ..... , αποκρύπτοντας κύρια υπερασπιστικά στοιχεία της δικογραφίας, ώστε να με καταδικάσει και ν' αποτελέσει η καταδίκη μου αυτή, την απαρχή πολλών δεινών για μένα, φθάνοντας ακόμα και στην παράνομη προσωποκράτησή μου (!!!), μέχρι που το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, διέταξε την απόλυσή μου.....κηρύσσοντας άκυρη, μια ολόκληρη διαδικασία, νεώτερης παραδικαστικής εμπλοκής των αντιδίκων μου παλαιών και νεωτέρων Κύριε Εισαγγελέα Ι. Συζητήθηκαν στις 9 Δεκεμβρίου 2005, από το Δικαστήριό Σας, οι ακόλουθες αιτήσεις μου, που αφορούσαν: α) Στην από 18 Ιουνίου 2004, ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, κατά της υπ' αρ. 3585/19.4.2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που επιδόθηκε νόμιμα προς τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21 Ιουνίου
- β) Στην από 27 Ιουλίου 2004, ΑΙΤΗΣΗ για ΔΙΟΡΘΩΣΗ ή ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ της ανωτέρω υπ' αριθ. 3585/19.4.2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που υποβλήθηκε νόμιμα, κατ' άρθρο 145 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο του Ε' Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, στις 29.7.2004 με (αριθ. πρωτ. 37766/2004). Στην ανωτέρω συζήτηση δεν παραστάθηκα δια συνηγόρου ή πληρεξουσίου δικηγόρου μου, προς υποστήριξη των αδιαμφισβήτητων ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ, 9.12.2005, αναιρετικών λόγων, ως και των λόγων που καθιστούσαν επιβεβλημένη την διόρθωση ή συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 3585/19.4.2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και κατ' επέκταση θα καθιστούσαν βεβαία την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
- Επειδή στην συνέχεια του χρόνου, προστέθηκαν νεώτερα στοιχεία, που αφορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως: (2.1) Τα στοιχεία της απάτης του δικηγόρου του Τ. Ε. Ε., Δ1, σε βάρος μου, οι οποίες με τις ακόλουθες αποφάσεις των δικαστηρίων, στοιχειοθετούνται: Απόφαση 6022/9.6.2003 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Απόφαση 6240/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Απόφαση 8590/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (2.2) Τα στοιχεία της απόφασης του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) που αποφαίνεται επί της οφειλής 20.000.000 Δρχ., από του έτους 1999, του δικηγόρου αυτού, Δ1 (αριθ. πρωτ. 13046/15.6.2006), που αρνείται να μου πληρώσει και καταφεύγει σε παράνομες πράξεις σε βάρος μου •Από τα ανωτέρω προκύπτουν, οι λόγοι που καθιστούν την απόφαση 3585/19.4.2005 αναιρετέα καθόσον: -Ο Δ1 με τις από 20.11.2002 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί Αγωγής μου, χαράσσει γραμμή συναλλαγής με την μηνύτρια και με παραδικαστικούς κύκλους της εποχής εκείνης. • Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... Έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών, προς ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, για παράνομες συνδέσεις αυτών με διαμερίσματα της Πολυκατοικίας οδού.....(...), μεταξύ των οποίων και της μηνύτριας Ψ1, φανερώνεται η δολιότητά τους σε όλο το μεγαλείο, για μη ενεργοποίηση του ΠΙΝΑΚΙΟΥ ΑΜΟΙΒΩΝ ΕΠΙΒΛΕΨΕΩΝ που εκδόθηκε από το Τ.Ε.Ε. για την πολυκατοικία, στις 19.11.
- •Συμπληρώνεται, έτσι, το ΙΣΤΟΓΡΑΜΜΑ της δολιότητας και της διαπλοκής του Δ1 σε βάρος μου (2.3) Τα στοιχεία της υπόθεσης του Δ2, δικηγόρου Αθηνών, με τις προεκτάσεις αυτής και τις συνδέσεις αυτής με το σύμπλεγμα της δολιότητας του Δ1 και της μηνύτριας Ψ1.Σημείωση: -Ο Δ2, είναι δικηγόρος (συνταξιούχος) και το έτος 2000 μου είχε αναθέσει με την σύζυγό του, Δα, την σύνταξη των μελετών για το διατηρητέο και σεισμόπληκτο κτίριο της οδού ..... στην περιοχή της ...., για δε τις ανάγκες λήψης δανείου ως σεισμόπληκτο, η Δα υπέγραψε ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ, υπεύθυνη Δήλωση του Ν. 1566/86 και θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής της (= δημόσιο έγγραφο: Ν. 2690/99). Στη συνέχεια, προκειμένου να εξαπατήσουν τα Δικαστήρια και για να "βοηθήσει" μ' αυτόν τον παράνομο τρόπο τον Δ1, ώστε να μην μου πληρώσουν τα οφειλόμενα σε μένα ποσά (20.000.000 δρχ., από Δ1, του έτους 1999) όπως και (11.500.000 δρχ., από το 2000, που όφειλε η ίδια) : Πλαστογράφησε την Υπ. Δήλωση (= δημόσιο έγγραφο) • Εξαπάτησε το δικηγόρο της, για να την επικυρώσει πλαστογραφημένη και όταν αντιλήφθηκε πως εγώ το κατάλαβα • Αφαίρεσε αυτή από τη δικογραφία (!)- Στις 8.5.2003 έγινε το πρώτο δικαστήριο, που δεν έλαβε υπ' όψη του τα ανωτέρω και με καταδίκασε (Απόφαση 37164/2003) (!) . - Στις 20.10.2004 έγινε το Εφετείο, το οποίο ούτε αυτό έλαβε υπ' όψη του τα ανωτέρω και πάλι με καταδίκασε (Απόφαση 9442/2004) (!!!!) .... - Έκανα μηνυτήριες αναφορές, για τα παραπάνω αδικήματα και δικαιώθηκα πλήρως. - Στις 1.12.2005, έγιναν τα δικαστήρια, στο Θ! Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών: • Ένα σε βάρος μου, για δήθεν πλαστογραφία και • Ένα σε βάρος των για: πλαστογραφία, απάτη και υπεξαγωγή Στο δικό μου: αθωώθηκα (Απόφαση 75326/2005) Στο άλλο: ο Δ2, δικηγόρος (!) καταδικάστηκε και για τα τρία αδικήματα (Απόφαση 75328/2005). - Στις 12.1.2007, στο Εφετείο Αθηνών γράφτηκε ο Επίλογος. Ο Δ2, δικηγόρος, καταδικάστηκε πάλι και για τα τρία
(3)αδικήματα. ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΜΟΥΑΠΟ ΤΗΝ ΑΔΕΚΑΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 3. Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 17.6.2002, που δίκασε την υπόθεση της μήνυσης της Ψ1, ήταν ο δικαστής κ. Γ1, που κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος στις δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, ως εμπλεκόμενος στα παραδικαστικά κυκλώματα. Στο δικαστήριο, στις 17.6.2002, αρνήθηκε επιμόνως (!) να εξετάσει το αίτημα μου, ως κατηγορουμένου, αν και ήταν νόμι μ ο .... αλλά και απαραίτητο ώστε να έρθει στο φως όλη η αλήθεια, αφού με αυτό ζητούσα : •Την διενέργεια, τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί εάν είχαν γίνει ή όχι, οι εργασίες στο διαμέρισμα της Ψ1 (μηνύτριας), στο χρονικό διάστημα: Απρίλιος 1997 -Ιούνιος 1998, ήτοι σε χρονικό διάστημα
(14)μηνών (!!!) •Να αιτιολογηθεί από την μηνύτρια, για ποιο λόγο αρνιόταν να υποβάλει μήνυση κατά υπεργολάβων -τεχνιτών, που εργάστηκαν στο διαμέρισμα της και ορκίστηκαν δίνοντας ΕΝΟΡΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ, πως είχαν εργασθεί στο διαμέρισμά της, το ανωτέρω διάστημα; Για ποιο λόγο απέκρυψε, ο ανωτέρω δικαστής, την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ....., που είχε γίνει για λογαριασμό της Ψ1 (μηνύτριας) το έτος 2001 για να αποδείξει.....το κακότεχνο των εργασιών που είχα κάνει και ύστερα ισχυρίσθηκε πως ..... δεν είχα κάνει .... και αφού δεν είχα κάνει εργασίες τα "έφαγα" τα λεφτά υπεξαιρώντας απ' αυτήν; Τώρα που ο ανωτέρω δικαστής βρίσκεται στα χέρια της ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ θα κληθεί, με νόμιμο τρόπο, να απαντήσει και για την ανωτέρω περίπτωση καταδίκη μου, αφού πρώτα απαντηθούν όλα τα ανωτέρω : Στο Δικαστήριο του Εφετείου Αθηνών που εκδίκασε την έφεση μου κατά της πρωτόδικης απόφασης στις 19.4.2004 συνέβησαν παρόμοια γεγονότα, με την προσθήκη όμως και μιας ψευδομάρτυρος (.....) που μηνύθηκε και ασκήθηκε δίωξη κατ' αυτής. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣΑΙΤΟΥΜΑΙ Την επανάληψη της διαδικασίας συζήτησης για Αναίρεση και - Διόρθωση - Συμπλήρωση,της υπ' αριθ. 3585/2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλη μ/των Αθηνών. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αίτηση είναι ασαφής, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως εν πολλοίς δε και ακατάληπτη. Ενόψει του ότι με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αιτών καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση εις βάρος Ψ1, από την εκτίμηση του συνόλου των διαλαμβανομένων στην ένδικη αίτηση, δεν προκύπτει ότι επικαλείται νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αδίκως καταδικάσθηκε. Η επικαλούμενη απάτη του δικηγόρου Δ1, η προς αυτόν οφειλή από εκείνον ποσού 20.000.000 δραχμών, η αναφορά στην υπόθεση του δικηγόρου Δ2 και των μεταξύ τους δικαστικών διενέξεων και η επικαλούμενη εμπλοκή του αναφερόμενου δικαστή στο λεγόμενο "παραδικαστικό κύκλωμα" δεν διευκρινίζεται στην αίτηση κατά ποίο τρόπο σχετίζονται αιτιωδώς με την πράξη της υπεξαίρεσης για την οποία καταδικάσθηκε και ως προς τι αποτελούν νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν την κατ' αυτού κατηγορία. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της υπ' αριθμ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ