Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1795 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, 19 , 20, 21 ν. 2523/
- Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ, περί υπερβάσεως εξουσίας, λόγος αναιρέσεως, διότι: α) δεν είναι άκυρη η έκθεση εφέσεως. ούτε απαράδεκτη η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, συνταγείσα κατά τα άρθρα 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ. ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε απόφαση, εκ του ότι έγινε στο γραφείο του Εισαγγελέα στο κατάστημα της Εισαγγελίας και όχι στο γραφείο του γραμματέα στο Πρωτοδικείο, β) είναι ορισμένος και όχι αόριστος ο λόγος εφέσεως του Εισαγγελέα για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και γ) παραδεκτά, κατά τη δικονομικού χαρακτήρα νέα διάταξη του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, δεν ισχύει πλέον η διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997 και για τα αδικήματα του άρθρου 19 του τελευταίου νόμου, όπως εδώ της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται άμεσα, πριν εκπνεύσει η προθεσμία της διοικητικής επιλύσεως της φορολογικής διαφοράς, επειδή η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (ΑΠ 440/2008).
- Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 19 παρ 4 του ν. 2523/
- Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 1795/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, περί αναιρέσεως της 1465/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 182/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1,2 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι, "Με την επιφύλαξη του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή ...Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Ο εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ενδίκου μέσου και τηλεγραφικά , οπότε το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεση του τηλεγραφήματος. Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα... ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, ..ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο σχετικά... κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο... ". Κατά τη διάταξη του άρθρου 498 ορίζεται ότι, " Για την έφεση συντάσσεται στον αρμόδιο υπάλληλο κατά το άρθρο 474 παρ. 1 έκθεση, η οποία περιέχει τους λόγους της έφεσης σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου... ". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΠοινΔ προκύπτουν τα ακόλουθα. Η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως πρέπει, καταρχήν να γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Ως γραμματέας του άνω Δικαστηρίου νοείται κάθε υπάλληλος στον οποίο έχει ανατεθεί η υπηρεσία αυτή, πράγμα το οποίο μπορεί να συνάγεται από την ίδια την έκθεση ή συνοδευτικά της έγγραφα, προκειμένου δε για έφεση Εισαγγελέα, η δήλωση ασκήσεως μπορεί να γίνει και τηλεγραφικά στον αρμόδιο γραμματέα. Αν δε η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Αν δε η έκθεση εφέσεως γίνει ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Δικαστηρίου, στο γραφείο του ασκούντος την έφεση Εισαγγελέα στο δικαστικό κατάστημα της Εισαγγελίας και όχι στο γραφείο του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου, στο κατάστημα του πρωτοδικείου, ουδεμία ακυρότητα επέρχεται και δεν είναι εκ τούτου και μόνου του λόγου απαράδεκτη. Επίσης η έκθεση εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά όμως προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 486 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, (άρθρο 7 του νόμου αυτού), ορίζεται ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή του νόμου προκύπτει σαφώς ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του νόμου 2408/1996, ήτοι μετά τις 4 Ιουνίου
- Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται όπως γινόταν δεκτό μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2408/1996, στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως "της κακής εκτίμησης των αποδείξεων" από την εκκαλούμενη αθωωτική απόφαση, αλλά αξιώνει από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων του νόμου ή λόγω ελλείψεως αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως (βλ. Ολ.ΑΠ 9/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της με αριθ. κατ. 503/3-7-2007 εφέσεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας, κατά της με αριθμ. 2601/27-6-2007 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Καβάλας και αφού δέχθηκε ως τυπικά παραδεκτή την ως άνω έφεση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, στη συνέχεια, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, τον οποίον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποίαν μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Στην ως άνω έκθεση εφέσεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας, που συντάχθηκε ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας ... και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλομένου πρώτου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι η παραπάνω Εισαγγελέας, " στο κατάστημα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας εμφανίστηκε στη γραμματέα ..., την οποία είχε καλέσει στο κατάστημα της Εισαγγελίας και της ζήτησε να συντάξει την έκθεση αυτή, δηλώνοντας ότι ασκεί έφεση κατά της 2601/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώ έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε, "δεδομένου ότι όπως προέκυψε από τα έγγραφα (ιδίως την έκθεση ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων) και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ήταν αδύνατον να ανταποκρίνεται σε πραγματική συναλλαγή, αφού η εταιρία που εμφανίζεται να τα εκδίδει είχε πτωχεύσει σε προγενέστερο χρόνο της εκδόσεώς τους, ήτοι εν έτη 1999, στην τότε έδρα της εκδότριας είχε εγκατασταθεί άλλη εταιρία με συναφές αντικείμενο στην οποία εταίρος είναι η σύζυγος του διαχειριστή της εκδότριας, η οποία με βάση τους κανόνες της λογικής, αν πράγματι λειτουργούσε η επιχείρηση του συζύγου της θα συμμετείχε σε αυτή και μόνο σε αυτή, ο δε κατηγορούμενος έμπειρος επιχειρηματίας δεν θα καταχωρούσε ποτέ στα βιβλία της εταιρίας του φορολογικά στοιχεία αθεώρητα από την οικεία ΔΟΥ (βλ. σχετικά έκθεση ελέγχου) ή τουλάχιστον ακόμη κι αν μεσολαβούσε υπαρκτή συναλλαγή θα το είχε επισημάνει και δεν θα ξαφνιαζόταν, όπως δήλωσε στο ακροατήριο". Η παραπάνω δε έκθεση εφέσεως, φέρει τον τίτλο "Πρωτοδικείο Καβάλας - Τμήμα Ποινικών Ενδίκων Μέσων". Η αιτιολογία αυτή της εφέσεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, και επομένως δεν έπρεπε αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι, καίτοι στρέφεται κατά αθωωτικής αποφάσεως, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σε αυτήν ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και περιστατικά συνάγεται ότι πρόκειται για ανύπαρκτη συναλλαγή της εταιρείας του κατηγορουμένου και για καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας αθεώρητων από την οικεία ΔΟΥ φορολογικών στοιχείων και επομένως δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της ύπαρξης του δόλου του αθωωθέντος κατηγορουμένου, αφού ο δόλος αυτός, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και δη των παραπάνω αναφερόμενων τιμολογίων και προκύπτει από τις ως άνω ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Τούτο δε, διότι η παραπάνω πράξη της αποδοχής των άνω εικονικών τιμολογίων τελέσθηκε μετά την κατά την 1-1-1999 έναρξη ισχύος του Ν. 2523/1997 και, συνεπώς, σύμφωνα με την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του νόμου αυτού, αρκούσε, για τη συνδρομή της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, ο κοινός δόλος και δεν ήταν αναγκαία, τα από την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. η' του Ν. 1591/1986 για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτούμενα πρόσθετα στοιχεία της γνώσης από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό και του σκοπού τούτου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ήτοι στοιχεία που δεν απαιτεί πλέον ο ισχύων στην προκειμένη περίπτωση ως άνω νεότερος νόμος. Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, με το να κρίνει τυπικά παραδεκτή την άνω έφεση της Εισαγγελέως που ασκήθηκε ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, αδιάφορα αν αυτή συνετάγη στο γραφείο της Εισαγγελέως στο κατάστημα της Εισαγγελίας και όχι σε εκείνο της γραμματέα στο Πρωτοδικείο Καβάλας. Επίσης το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, με το να κρίνει ορισμένο τον άνω λόγο εφέσεως της Εισαγγελέως και να απορρίψει την ένσταση του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της εφέσεως. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος ( α και β σκέλος) της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, στο άρθρο 21 παρ.2 εδάφια. β' και γ' του Ν.2523/1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι "κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμοδίας ΔΟΥ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο... Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα
(1)μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Ακολούθησε η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 κατά την οποία, ορίζεται "ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου άρθρου". Με τον πρώτο λόγο (γ σκέλος)της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο καθ' υπέρβαση εξουσίας τον καταδίκασε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού παρέλειψε να ερευνήσει τη συνδρομή δικονομικών προϋποθέσεων τις οποίες τάσσει ο νόμος για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής διώξεως. Ειδικότερα, επικαλείται ότι για την φερόμενη έκδοση και αποδοχή φορολογικών στοιχείων η μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ ... υποβλήθηκε την 8-2-2007, ενώ ακόμη δεν του είχαν επιδοθεί οι οικείες αποφάσεις επιβολής προστίμων και δεν είχε περάσει άπρακτη η προθεσμία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επιδόθηκαν δε οι αποφάσεις για την επιβολή προστίμου την 8-3-2007, δηλαδή μετά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Όμως, από την παραδεκτή για τον έλεγχο του λόγου αναιρέσεως επισκόπηση του σκεπτικού ( σελ.7) της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η χρηματική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων για την έκδοση και αποδοχή των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, για ανύπαρκτη συναλλαγή, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 211.273 ευρώ και υπερβαίνει κατά πολύ το χρηματικό όριο των 150.000 ευρώ, το οποίο τίθεται στο νόμο ως κατώτατο όριο για την άμεση υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Άρα, με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 40 παρ.2 του νέου ν. 3220/2004, που έχει ως δικονομικού χαρακτήρα άμεση εφαρμογή και επί της υπό κρίση υποθέσεως, φερομένης ως διαπραχθείσας το έτος 2001-2002, παραδεκτά ασκήθηκε η ποινική δίωξη αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου και δεν ήταν απαραίτητη η αναμονή της παρόδου απράκτου της προθεσμίας προσφυγής του φορολογουμένου κατηγορουμένου, όπως έκρινε σχετικά και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας με το εν λόγω αιτιολογικό υποβληθείσα στο ακροατήριο εκ μέρους του κατηγορουμένου ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής διώξεως. Συνεπώς και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (γ σκέλος πρώτου λόγου), με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο με το να απορρίψει σχετική ένστασή του και να τον κηρύξει ένοχο, υπερέβη την εξουσία του, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη επειδή η κατ' αυτού μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την διοικητική επίλυση της διαφοράς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά την παρ. 4 εδ. πρώτο και δεύτερο του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτό είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Η παραπάνω διάταξη, η οποία αναφέρεται στα αδικήματα φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών τιμολογίων, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ίδιου νόμου, διαπράττονται από 1-1-1998, αντικατέστησε, ως προς το συγκεκριμένο αδίκημα, εκείνη του άρθρου 31 παρ.1 εδ. ζ' και η' του ν. 1591/1986, η οποία ήταν επιεικέστερη από την ανωτέρω νεότερη διάταξη. Και αυτό, γιατί απαιτούσε, μεταξύ άλλων, ως πρόσθετο αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του ίδιου αδικήματος τη γνώση από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας , δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις του προαναφερθέντος πληρεξουσίου Δικηγόρου του κατηγορούμε-νου για την πράξη που αποδίδεται στον τελευταίο, αλλά καιαπό όλη γενικά τη διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο όσον αφορά την αποδοχή φορολογικών στοιχείων έτους 2002. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης "ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ Α.Ε." με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές - εξαγωγές τηλεοράσεων - ηλεκτρικών ειδών - μικροσυσκευών με έδρα το Πολύστυλο Καβάλας, αποδέχτηκε και. καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία του ΚΒΣ φορολογικά στοιχεία και συγκεκριμένα έξι
(6)τιμολόγια - δελτία αποστολής χρήσης 2002 συνολικής αξίας (82.176,00) ευρώ, τα οποία εκδόθηκαν από την επιχείρηση "Υ1" με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές φορτηγών αυτοκινήτων - ανταλλακτικά & ελαστικά αυτοκινήτων - δομικά μηχανήματα με έδρα στο .... και εμφαίνονται στο διατακτικό της παρούσας τα οποία είναι εικονικά φορολογικά στοιχεία καθόσον αφορούν ανύπαρκτη στο σύνολο τους συναλλαγή. Η εικονικότητα των στοιχείων αυτών προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι η επιχείρηση "Υ1" με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές φορτηγών αυτοκινήτων - ανταλλακτικά & ελαστικά αυτοκινήτων - δομικά μηχανήματα με έδρα στο .... σταμάτησε εντελώς τη δραστηριότητα της και έκλεισε τουλάχιστον το έτος 2001 δεδομένου ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και χρωστούσε χρήματα σε οφειλέτες. Μάλιστα στις 26-10-2001 ημέρα Παρασκευή και ώρα 11.30 π.μ. κατόπιν της υπ' αριθμό ... εντολής ελέγχου (τα πορίσματα της εμπεριέχονται και στη νεότερη αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 13-10-2005 με αριθμό υπόθεσης ....έκθεση ελέγχου) επισκέφθηκαν την έδρα της επιχείρησης οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ...., ....και .... όπου αναζητήσαντες τον υπεύθυνο της επιχείρησης Υ1 δεν τον βρήκαν εκεί ούτε στην κατοικία του στην πόλη των ...ούτε βρήκαν αποθέματα - εμπορεύματα της εν λόγω επιχείρησης του. Αντίθετα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης αυτής ανηύραν άλλη επιχείρηση ήτοι την "... ΕΕ" (μάνδρα αυτοκινήτων) ο εκπρόσωπος της οποίας τους δήλωσε ότι ο Υ1 έκλεισε την επιχείρηση του το έτος 1999 λόγω οικονομικών προβλημάτων και επειδή χρωστούσε χρήματα και σ' αυτόν παραχώρησε τις εγκαταστάσεις του καθώς και ότι ομόρρυθμο μέλος της επιχείρησης του με ποσοστό 90% ήταν ο ίδιος και ετερόρρυθμο μέλος η σύζυγος του Υ1. Συστέγαση στον ίδιο χώρο και των δύο επιχειρήσεων δεν διαπίστωσαν οι ελέγχοντες υπάλληλοι και ούτε αποθέματα της επιχείρησης του Υ1 βρήκαν, άλλωστε εάν υπήρχε επιχείρηση του παραπάνω δεν υπήρχε λόγος η σύζυγος του να συμμετέχει σε ξένη επιχείρηση και όχι του συζύγου της. Επομένως αφού δεν υπήρχε επιχείρηση "Υ1" με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές φορτηγών αυτοκινήτων -ανταλλακτικά & ελαστικά αυτοκινήτων - δομικά μηχανήματα με έδρα στο ... δεν υπήρχε και υπαρκτή συναλλαγή της επιχείρησης του κατηγορουμένου με αυτήν και τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καταδεικνύοντας τόσο τη γνώση του για την εικονικότητα των αναφερόμενων στο διατακτικό φορολογικών στοιχείων όσο και τη θέληση του να αποδεχθεί τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία. Τα επιχειρήματα του δε περί του ότι είχε συνεργασία με την εμπορική τράπεζα για την είσοδο του στο χρηματιστήριο και έπρεπε να παρουσιάζει κέρδη και όχι αυξημένα έσοδα, ότι υποβλήθηκε σε νομικό, οικονομικό αλλά, και με περαίωση, φορολογικό έλεγχο ,ότι ο αριθμός των φορτηγών του συναντιστοιχείται με τις δαπάνες συντήρησης τους δεν μπορούν να κατατείνουν έμμεσα στο αντίθετο πόρισμα ενόψει της απόδειξης του προηγούμενου άμεσου πραγματικού γεγονότος. Αντίθετο πόρισμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις αναγνωσθείσες ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αποτυπώνονται καταθέσεις μαρτύρων περί αντιθέτων πραγματικών περιστατικών αφού αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες δεδομένου ότι οι καταθέσεις αυτές αναιρούνται από τις ιδίοις όμμασι διαπιστώσεις των ελεγχόντων υπαλλήλων που περιέχονται στην παραπάνω αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου και στην επίσης αναγνωσθείσα με αριθμ. υπόθεσης 2402/2006 από ...έκθεση ελέγχου ΥΠΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι σύμφωνες και με το γεγονός ότι πράγματι η επιχείρηση του Υ1 πτώχευσε με την 402/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που όρισε ως ημέρα παύσης των πληρωμών την 10-1-99 (κατά της απόφασης αυτής ουδέν μέσο ασκήθηκε ούτε πτωχευτική ανακοπή), ότι οι συναλλαγές φερόταν τοις μετρητοίς ,κάτι που δε συνηθίζεται τη στιγμή μάλιστα που ο μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ότι πολλές πληρωμές γινόταν με επιταγές, ότι πρώτα οι οδηγοί πήγαιναν τα τιμολόγια στο λογιστήριο της επιχείρησης και μετά οι ίδιοι μετέφεραν τα χρήματα στην επιχείρηση του Υ1 λαμβάνοντας απόδειξη πληρωμών (όχι συναλλαγές χέρι με χέρι) χωρίς βέβαια να προσκομίζονται κάποια στοιχεία πληρωμών (αποδείξεις, επιταγές). Ακόμη ο ίδιος ο Υ1 στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Θεσσαλίας δήλωσε ότι το έτος 2002 απεχώρησε στην ... (οι ίδιοι τον αναζήτησαν και στην οικία του στα ... όπου δεν τον βρήκαν στις 26-10-2001 άρα τουλάχιστον από τότε είχε αναχωρήσει από τα ...) όπου πλέον εργαζόταν ως οδηγός πλην όμως το ίδιο και κυρίως το επόμενο έτος ο κατηγορούμενος αποδέχεται τιμολόγια της επιχείρησης του άρα τιμολόγια εικονικά". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για αποδοχή μόνον έξι εικονικών φορολογικών στοιχείων - τιμολογίων, έτους 2002, αφορώντων ανύπαρκτη συναλλαγή, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 19 παρ. 1, 2, 4 , 20, 21 παρ.2, 10 του Ν.2523/1997 και 40 παρ.2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1). Το αιτιολογικό δεν είναι τυπικό, ούτε εξαντλείται σε απλή επανάληψη του διατακτικού, στο δε διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η εκ μέρους της ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ο κατηγορούμενος είναι διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, αποδοχή και καταχώρηση στα λογιστικά βιβλία του ΚΒΣ αυτής, έξι τιμολογίων- δελτίων αποστολής , χρήσεως 2002, συνολικής αξίας 82.176 ευρώ, τα οποία εκδόθηκαν από την ήδη από το 2000 πτωχεύσασα επιχείρηση " Υ1" ... αφορώσα δηλαδή ανύπαρκτη συναλλαγή και επομένως ότι ήταν εικονικά, 2). Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στις αναγνωσθείσες εκθέσεις ελέγχου της ΥΠΕΕ Θεσσαλίας και της ΥΠΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, 3). Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος λόγω της ιδιότητας αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας αυτής, και γνώριζε την εικονικότητα των τιμολογίων, και η γνώση τουσυνάγεται και από την παραδοχή ότι πρόκειται για ανύπαρκτη συναλλαγή, ανεξάρτητα από το ότι η γνώση αυτού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η γνώση της εικονικότητας δεν είναι πλέον αναγκαίο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος αποδοχής φορολογικών στοιχείων. (ΑΠ 406/2007). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/21-1-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμ. 1465/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ