← Ελλάδα

ΑΠ 1797/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1797 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης. Αναίρεση της απόφασης για ελλιπή αιτιολογία. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1797/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, για αναίρεση της με αριθμό 65.627/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιουμένου είναι άγνωστη, οπότε είναι 30 ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά της σχετικής δε αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει α) το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως β) εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, και γ) το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 65.627/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 82.613/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δύο

(2)ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για την έκδοση της αναφερομένης ακάλυπτης επιταγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση στις 17-7-2007, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι κακώς αυτή της επιδόθηκε με τις διατυπώσεις που τηρούνται για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, διότι δεν βρέθηκε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε, ενώ αυτή είχε γνωστή διαμονή επί της οδού .... στην ...... Αττικής. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκπροσωπούμενη από την εξουσιοδοτημένη συνήγορό της επανέλαβε τον ισχυρισμό της αυτόν, προτείνοντας προς απόδειξή του την μάρτυρα ..... η οποία και εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε την ανάγνωση εγγράφων τα οποία και ανεγνώσθησαν. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό της εκκαλούσης κατηγορουμένης και ακολούθως ως εκπρόθεσμη την έφεσή της, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Όπως προκύπτει από το από ..... αποδεικτικό επίδοσης σε κατηγορούµενο µε άγνωστη διαµονή του αστυφύλακα ......, η εκκαλούσα κατηγορουµένη, κατά την επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουµένης 82.612/2002 ερήµην της εκδοθείσας απόφασης του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόµενη ηµεροµηνία, στην επί της οδού ...... τελευταία γνωστή, από την από 24-2-00 µήνυση του Ψ1 εναντίον της, κατοικία της και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε µετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορουµένη), ούτε κάποιος από τους αναφερόµενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθµό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουµένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαµονή της ήταν άγνωστη στην αρµόδια για την επίδοση αρχή, στην από το Δήµαρχο του Δήµου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουµένης (....) ορισµένη για το σκοπό αυτό δηµοτική υπάλληλο, ....., η οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης, από 13-1-2005 βεβαίωση της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουµένης απόφασης το δηµοσιότερο µέρος του πιο πάνω Δήµου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πληµµελειοδικών Αθηνών. Σηµειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσµα, η εκκαλούσα στις 3-5-2001 και στη συνέχεια στις 13-5-2002 προκειµένου να της επιδοθούν το κλητήριο θέσπισµα και η κλήση αντίστοιχα για να εµφανιστεί στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο, τα οποία (κλητήριο θέσπισµα και κλήση) επιδόθηκαν σ' αυτήν ως άγνωστης διαµονής (βλ. τα από ... και ... σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του επιµελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ....). Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η εκκαλουµένη απόφαση ως άγνωστης διαµονής, καθόσον κατά τον κρίσιµο χρόνο της επίδοσης, την 13-1-2005, είχε γνωστή στις αρχές διαµονή, επί της οδού.... στην ..... Αττικής, όπου κατοικούσε µόνιµα µε την οικογένεια της από το έτος
  1. Από κανένα όµως στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιµότητα του ανωτέρω ισχυρισµού της εκκαλούσας, ότι δηλαδή αυτή κατά τον ως άνω χρόνο διέµενε πράγµατι στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι η διεύθυνση αυτή (ακόµη και αν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως αληθές) είχε γνωστοποιηθεί και µε ποιο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, µη αρκούσας προς τούτο µόνης της κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο µαρτυρά της, η οποία όλως αορίστως ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση γίνονταν "διάφορες επιδόσεις", χωρίς όµως τούτο να προκύπτει και από άλλα στοιχεία (δηλ. από επιδοθείσες στην παραπάνω διεύθυνση προς αυτήν κλήσεις, αποφάσεις κλπ). Προσκοµίζει η εκκαλούσα, προς απόδειξη του άνω ισχυρισµού της, τα αναφερόµενα πιο πάνω και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη λογαριασµό πιστωτικής κάρτας Citibank, κινήσεις λογαριασµών δανείων Εurobank και Τραπέζης Πειραιώς, σύµβαση δανείου µε την ίδια Τράπεζα, µηχανογραφικό δελτίο για εισαγωγή στην τριτοβάθµια εκπαίδευση, λογαριασµούς ΟΤΕ και Vodafone, αποδείξεις ΕΛΠΑ, πληρωµής τελών κυκλοφορίας και καταβολής χρηµατικού ποσού για εξόφληση αυτοκινήτου, αίτηση απογραφής προς το ΙΚΑ, εκκαθαριστικό σηµείωµα της ΔΟΥ Αγ.Παρασκευής, από τα οποία άλλα έχουν αποσταλεί στο γιο της ... στην παραπάνω διεύθυνση (....) και σε άλλα (αποδείξεις, αιτήσεις κλπ) αναφέρεται ως τόπος διαµονής του τελευταίου η ίδια αυτή διεύθυνση, καθώς και βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ η οποία αφορά τον έτερο γιο της .... µε την ίδια ως άνω διεύθυνση. Από το γεγονός όµως ότι οι προαναφερόµενο, γιοί της εκκαλούσας πιθανόν να διέµεναν κατά τον κρίσιµο χρόνο στην εν λόγω διεύθυνση δεν µπορεί βέβαια να συναχθεί και το συµπέρασµα ότι και η ίδια διέµενε εκεί και µάλιστα ότι τούτο ήταν γνωστό στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κάτι τέτοιο· επίσης δεν προκύπτει ούτε από το προσκοµιζόµενο 641/2006 βούλευµα του Συµβουλίου Εφετών Αθηνών, µε το οποίο, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της, αντικαταστάθηκε επιβληθείσα σ' αυτήν (και κρατούµενη από 19-9-2005) προσωρινή κράτηση µε περιοριστικούς όρους, καθόσον σε τούτο δεν αναφέρεται ότι η εκκαλούσα κατοικούσε κατά τον κρίσιµο χρόνο (επίδοσης της εκκαλουµένης απόφασης) στην αµέσως παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι αυτή διέµενε εκεί κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης και άσκησης σε βάρος της ποινικής δίωξης για κακουργηµατική απάτη (παραπεµφθείσα να δικαστεί γι' αυτή µε το 6121/2002 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Αθηνών), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουµένης απόφασης, ενώ, σηµειωτέον, στο ίδιο παραπάνω βούλευµα (641/2006) αναφέρεται ότι αυτή και ο σύζυγος της κατά το παρελθόν εγκατέλειψαν τη χώρα και µετέβησαν στο εξωτερικό λόγω των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος τους. Επίσης στην (προσκοµιζόµενη) από 27-4-07 κλήση µε την οποία καλείται η εκκαλούσα να εµφανιστεί για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη στο Τριµελές Εφετείο Αθηνών αναφέρεται µεν αυτή ως κάτοικος ...., οδός ....., όµως η κρίση για το άγνωστο ή µη της διαµονής της δεν αφορά τον ως άνω χρόνο αλλά τον Ιανουάριο του
  2. Εξάλλου, ούτε και από τις προσκοµιζόµενες από την εκκαλούσα ... και .... εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της εκκαλούσας δεν προκύπτει η βασιµότητα του ανωτέρω ισχυρισµού της, καθόσον αφενός µεν αυτές αφορούν το έτος 2000, αφετέρου δε σε καµία απ' αυτές δεν αναφέρεται ως διεύθυνση της ή οδός ...., αλλά στη µεν πρώτη η ..... στη δε δεύτερη η οδός ..... στο ...., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για µεγάλο χρονικό διάστηµα η διαµονή της εκκαλούσας ήταν άγνωστη και δη στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών)..." Με τις παραδοχές αυτές το Τριµελές Πληµµελειοδικείο, σε σχέση µε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αµφισβήτηση της διεύθυνσης της κατοικίας της, στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή στις αρχές διαµονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως άγνωστης διαµονής, διέλαβε στην προσβαλλόµενη απόφαση αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στην διεύθυνση της κατοικίας που ο µηνυτής Ψ1 ανέφερε στην από 24-2-2000 µήνυσή του και στην οποία δεν βρέθηκε και για τον λόγο αυτό η επίδοση της απόφασης του Μονοµελούς Πληµ/κείου έγινε στη διεύθυνση αυτή ως διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαµονής, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατοικούσε στη .... Αττικής στην οδό ....., στην οποία και γινόταν από την εισαγγελική αρχή κλήσεις για άλλες ποινικές υποθέσεις της. Δέχεται δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα, είχε πέρα από την διεύθυνση της κατοικίας της που αναφερόταν στην µήνυση, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και άλλη γνωστή στην αρχή που έκανε την επίδοση της απόφασης κατοικία, αφού και στην κατοικία της αυτή γινόταν διάφορες επιδόσεις, χωρίς όµως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί δεν αναζητήθηκε και στη γνωστή στις αρχές οικογενειακή της κατοικία επί της οδού .... όπου εμμέσως δέχεται ότι διέμενε με τα τέκνα της. Το δε γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ως κατοικία, σύµφωνα µε το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οικογενειακή της κατοικία στη ....., δεν σηµαίνει ότι όλες οι επιδόσεις έπρεπε να γίνονται στην κατοικία στην οδό ....., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι αυτή είχε εξετασθεί στην προανακριτική διαδικασία και είχε δηλώσει την διεύθυνση αυτή ως κατοικία της, ώστε κατά τους ορισμούς του άρθρου 272 ΚΠΔ να ανακύπτει υποχρέωση δηλώσεως της τυχόν μετά ταύτα επελθούσης μεταβολής. Εποµένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, µε τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πληµµέλεια, είναι βάσιµος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και να παραπεµφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουµένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως θα ελέγξει και αν συντρέχει νόµιµη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθµ. 65.627/2007 απόφαση του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου
  3. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου
  4. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.