Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1798 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά. Περίληψη: Ναρκωτικά. Έννοια αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης. Ισχυρισμός κατηγορουμένου περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 δ΄ και ε΄ ΠΚ. Ορισμένο του ανωτέρω ισχυρισμού. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης με λόγους την έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Αριθμός 1798/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στην Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς, περί αναιρέσεως της 2892/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 229/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (βλ. ήδη άρθρο 20 του ΚΝΝ 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η πώληση πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και για το σκοπό αυτό παράδοσης της από τον πωλητή στον αγοραστή με τίμημα που συμφωνήθηκε. Ακόμη για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσος εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της πώλησης, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορος για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου των επιμέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη και δ) της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος, ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (βλ. Ολ.ΑΠ 1276/1973). Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ΠΚ, αν οι περισσότερες πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της δε το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, ενώ αν η πράξη της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών έχει τελεσθεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς (πώληση, αγορά, κατοχή κλπ) και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράστη του (άρθρο 5 παρ.2 του ν. 1729/1987 ήδη άρθρο 20 παρ.2 του ν. 3459/2006). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 2892/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το άνω Δικαστήριο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Στις αρχές Δεκεμβρίου 2003 περιήλθαν στους αστυνομικούς τους τμήματος Ασφαλείας .... πληροφορίες, ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών στην περιοχή του ..., ενώ στις 17 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ακολούθησε τηλεφωνική καταγγελία περί του ότι ο κατηγορούμενος κατείχε στην οικία της μνηστής του ... επί της οδού ... στα ..., όπου διέμενε και ο ίδιος συζώντας με αυτήν, ναρκωτικές ουσίες και δη ηρωΐνη. Σε νομότυπη έρευνα που πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα στην ως άνω οικία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο λεβητοστάσιο της οικοδομής 10 αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες, που περιείχαν ανισοβαρείς ποσότητες ηρωΐνης, συνολικού βάρος 491,1 γραμμαρίων, που ήταν επιμελώς κρυμμένες εντός γυναικείας τσάντας καθώς και μία ζυγαριά ακριβείας, μάρκας ΤΑΝΙΤΑ, κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών. Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκτός από την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης κατείχε κατά το διάστημα από 6-12-2003 και εφεξής έως την πλήρη διάθεσή της και άλλη ποσότητα ηρωΐνης συνολικού βάρους 500 γρ., γεγονός που ομολόγησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Αμφότερες τις ως άνω ποσότητες, αγόρασε ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατά του αμέσως προηγούμενο χρόνο από άγνωστο άτομο, αντί αγνώστου τιμήματος, με σκοπό την εμπορία, όπως τούτο καταδεικνύεται από την ποσότητα ηρωΐνης που ήταν μεγάλη, από τη συσκευασία της σε περισσότερες αυτοσχέδιες συσκευασίες, έτοιμες προς πώληση και από την ύπαρξη της ζυγαριάς ΤΑΝΙΤΑ στον ίδιο χώρο που φυλασσόταν η ηρωΐνη. Μάλιστα μέρος της ως άνω αγορασθείσης ποσότητας ανερχομένης σε 500 γρ. κατά το από 6 έως 17 Δεκεμβρίου 2003 διάστημα, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος επώλησε ο κατηγορούμενος σε άγνωστα άτομα στην περιοχή των ..., αντί αγνώστου κάθε φορά τιμήματος, ήτοι επώλησε την αγορασθείσα την πρώτη φορά στις 6-12-2003 ποσότητα, αιτία για την οποία προχώρησε στις 15-12-2003 στην αγορά και δεύτερης ποσότητας, όπως τούτο προκύπτει από την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Μ1, αστυνομικού, οι πληροφορίες του οποίου περί κατοχής και διακινήσεως υπό του κατηγορουμένου ναρκωτικών, οι οποίες και επιβεβαιώθηκαν, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, καταδεικνύει ότι η δράση του κατηγορουμένου ήταν πλέον γνωστή. Ενόψει τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πιο πάνω και στο διατακτικό αναφερόμενες με λεπτομέρεια αξιόποινες πράξεις. Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών της ειλικρινούς μεταμελείας (84 2δ ΠΚ) και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (84 2εΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Και τούτο διότι ως προς το πρώτο αίτημα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε για τις πράξεις του και δη ειλικρινά, διότι αν και αυτός ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ομολόγησε εμμέσως, πλην σαφώς, τις πράξεις του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προσπάθησε να αποσείσει την εις βάρος του ευθύνη, ισχυριζόμενος ότι τα ναρκωτικά απέκρυψε, στο σημείο που ανευρέθησαν, ο πεθερός του και όχι ο ίδιος. Ως προς δε το άλλο ελαφρυντικό, διότι η καλή συμπεριφορά στον τόπο της κράτησης δεν αρκεί, η δε προσκόμιση του πιστοποιητικού του διευθυντή των φυλακών περί καλής διαγωγής δεν αποδεικνύει καλή συμπεριφορά, αφού αυτή για να έχει αξία πρέπει να επιδεικνύεται υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης και όχι εγκλεισμού του δράστη στις φυλακές, εφόσον η καλή συμπεριφορά που επιδεικνύεται κατά την ελεύθερη διαβίωση αποδεικνύεται συνειδητή επιλογή και όχι επιλογή οφειλομένη στο κλειστό περιβάλλον της φυλακής και στο φόβο των πειθαρχικών κυρώσεων και του κανονισμού της". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ' και ε' του ΠΚ, τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ'εξακολούθηση και τον καταδίκασε συνολικά σε ποινή κάθειρξης δέκα τεσσάρων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.