← Ελλάδα

ΑΠ 1799/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1799 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Λαθρεμπορία. Παράβαση ν. 2960/

  1. Όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους ειδικότερα προ-βάλλεται η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσον για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναβολής της δίκης και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί λαθρεμπορίας, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αριθμός 1799/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 2332, 2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ
  2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Μαρτίου 2009 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1953/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται: Α)....Β) δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους α)....β)...γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 102 και 107 που περιέχονται στο υπό τον τίτλο "περί ποινών της λαθρεμπορίας" ΙΔ' κεφάλαιο του Ν 1165/1918, κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, εκτός από την ποινή φυλακίσεως που επιβάλλεται, δημεύονται τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής και, εάν, για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η δήμευση τους, επιβάλλεται στον κηρυχθέντα ένοχο αυτής χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Με το άρθρο 2 παρ. 13 του Ν. 2443/1996, αντικ. οι παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2127/1993, που όριζαν μέχρι τότε, ότι η με οιοδήποτε τρόπο διαφυγή καταβολής για τα εισαγόμενα κοινοτικά αυτοκίνητα του ειδικού φόρου κατανάλωσης, δε συνιστούσε το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας, αλλά χαρακτηριζόταν ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επέσυρε την επιβολή μόνον πολλαπλών τελών και προστίμου, και ορίστηκαν τα εξής: "παρ.
  4. Η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων των αναφερομένων στο άρθρο 75 οχημάτων, καθώς και η μη τήρηση των προβλεπομένων από τα άρθρα 75 και επόμενα διατυπώσεων, με σκοπό τη μη καταβολή των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία και τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Ν. 1165/1918". " παρ.
  5. . .". Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κωδικός". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές με τις ίδιες διακρίσεις ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Έτσι, ο νέος νόμος ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που τελέσθηκαν προ της 1-1-2002 και που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής απόφαση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2332,2335/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της λαθρεμπορίας εισαχθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό το ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α, β και δ' του ΠΚ. Όπως δε προκύπτει από το αιτιολογικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου και των συγκατηγορουμένων του), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, τρίτο κατηγορούμενο Χ1: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (...) ασχολούταν, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, με την εμπορία αυτοκινήτων στην..., ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ2), ανέπτυσσε την αυτή επαγγελματική δραστηριότητα στην ..., όπου και διατηρούσε μάνδρα αυτοκινήτων, συνεργαζόταν δε στενά με τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως τούτο προέκυψε από τις ιδιόχειρες καταχωρήσεις που είχε διενεργήσει στο προσωπικό του ημερολόγιο, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, που κατασχέθηκε στα χέρια του όταν συνελήφθη στο Τελωνείο σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που εκκρεμούσαν σε βάρος του, το οποίο και αποτελεί στοιχείο της δικογραφίας, οι επίμαχες σελίδες του οποίου και αναγνώσθηκαν, καταχωρήσεις οι οποίες αφορούν συγκεκριμένες συναλλαγές από τις επίμαχες που αναφέρονται στο διατακτικό, όπως λ.χ. η αφορώσα τον τρίτο κατηγορούμενο. (Χ1). 1.Ειδικότερα για την περίπτωση αυτή του τρίτου κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 2-3-2001, από αστυνομικούς της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής, οι οποίοι ερευνούσαν τις παράνομες δραστηριότητες των δύο πρώτων κατηγορουμένων, κατασχέθηκε στην ...αυτοκίνητο τύπου ΑUIDI 100 που έφερε πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου .... Το αυτοκίνητο κατείχε ο τρίτος κατηγορούμενος, κάτοικος ..., ο οποίος στις αρχές του προηγουμένου έτους 2000, παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, που, όπως λέχθηκε, δραστηριοποιούταν επαγγελματικά με την εμπορία αυτοκινήτων στη ... ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Mitsubihi, το οποίο αποτιμήθηκε στο ποσό του 1.300.000 δραχμών και επιπλέον ποσό 2.300.000 δραχμών, με την συμφωνία να του φέρει από το εξωτερικό ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής AUDI τύπου Α
  6. Επειδή αυτός, όπως του δήλωσε, αδυνατούσε να του προμηθεύσει το εν λόγω αυτοκίνητο τον παρέπεμψε, στις αρχές Φεβρουαρίου 2000, στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ασχολούταν με την εμπορία αυτοκινήτων στην περιοχή της ..., μετά του οποίου και τελούσε σε συνεννόηση, τον διαβεβαίωσε δε ότι θα τακτοποιούσε το ζήτημα του, γνώριζε όμως ότι η "τακτοποίηση" θα γινόταν με τον κατωτέρω τρόπο και εν τούτοις τον διαβεβαίωσε ότι θα του παρέδιδε νομίμως εισαχθέν αυτοκίνητο, το οποίο μπορούσε να εκτελωνισθεί και θα εκτελωνιζόταν και θα επακολουθούσε η νόμιμη κυκλοφορία του. Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 7-2-2000, του παρέδωσε ένα αυτοκίνητο του ιδίου εργοστασίου κατασκευής, τύπου όμως 100, το οποίο έφερε ξένες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας. Παρέστησε δε ψευδώς σ αυτόν ότι το αυτοκίνητο είχε εισαχθεί νομίμως από την Γερμανία και ως εκ τούτου μπορούσε και έπρεπε να εκτελωνισθεί γι αυτό και ο Χ1 του κατέβαλε, πέραν του ανωτέρω ποσού των 3.600.000 δραχμών, για τον σκοπό αυτό και ποσό 300.000 δραχμών. Το αληθές όμως ήταν ότι το αυτοκίνητο εκείνο δεν μπορούσε να εκτελωνισθεί, διότι δεν είχε εισαχθεί νομίμως, χωρίς όμως, λόγω της κατωτέρω επεμβάσεως σ' αυτό του τρίτου κατηγορουμένου, η οποία αλλοίωσε τα στοιχεία που αφορούσαν την "ταυτότητα" του αυτοκινήτου, να καταστεί δυνατή η διαπίστωση της Χώρας από την οποία είχε εισαχθεί και του έτους κατασκευής του, εκτός βέβαια του ότι κατασκευάζεται στην Γερμανία. Τις ψευδείς αυτές παραστάσεις επιβεβαίωσε, όπως λέχθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, παρότι ήξερε την ως άνω πραγματική κατάσταση ως προς την αδυναμία εκτελωνισμού του αυτοκινήτου. Στις ψευδείς αυτές παραστάσεις του πρώτου που επιβεβαιώθηκαν και ενισχύθηκαν από τον δεύτερο πείσθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος και αγόρασε το αυτοκίνητο και κατέβαλε το προαναφερθέν ποσό κατά το οποίο, ωφελήθηκαν παράνομα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, με αντίστοιχη ζημία του τρίτου, αφού το αυτοκίνητο ουδεμία εμπορική αξία είχε, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να εκτελωνισθεί, ούτε βέβαια μπορούσε να μεταβιβασθεί περαιτέρω και ενόψει της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ο τρίτος προέβη στην αμέσως κατωτέρω εκτιθέμενη ενέργεια, με την οποία φρονούσε ότι θα επέλυε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε, το οποίο, όχι μόνον δεν λύθηκε, αλλά και κατέληξε στην κατάσχεση στις 2-3-2001 και αφαίρεση από την κατοχή του του αυτοκινήτου. Ειδικότερα, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος ανέβαλε συνεχώς τον εκτελωνισμό του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα ο τρίτος να μη μπορεί να το κυκλοφορήσει, προς επίλυση του προβλήματος που αντιμετώπιζε και, ενόψει του ότι είχε ήδη καταβάλλει το ποσό των 3.900.000 δραχμών και ήθελε να κρατήσει το αυτοκίνητο, όπως ομολογεί, αγόρασε ένα άλλο προγενέστερου έτους κατασκευής ιδίου τύπου και εργοστασίου αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου .... Απέκοψε δε, σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, το τμήμα της λαμαρίνας στο οποίο ήταν χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου και το "εντοίχισε" στην αντίστοιχη θέση του αυτοκινήτου που κατείχε, του οποίου εξαφάνισε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου και στο οποίο τοποθέτησε τις πινακίδες με τον ανωτέρω αριθμό κυκλοφορίας και από τις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2000 άρχισε να το κυκλοφορεί, χωρίς βέβαια να το εκτελωνίσει και να καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς τέλη και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου, ανερχόμενα, ενόψει του ότι κατά τα εξωτερικά γνωρίσματα του αυτοκινήτου εκτιμήθηκε, λόγω της προαναφερθείσας αδυναμίας την οποία με την ως άνω επέμβασή του προκάλεσε ο κατηγορούμενος, εξακριβώσεως επακριβώς του έτους κατασκευής, το οποίο, παρά τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, μόνον με τον αριθμό πλαισίου είναι δυνατόν να εξακριβωθεί και όχι με τον αριθμό κινητήρος, διότι ο κινητήρας μπορεί να μεταφερθεί από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο, ως έτους κατασκευής 1991 (τα συγκεκριμένου τύπου αυτοκίνητα σταμάτησαν να παράγονται το έτος 1994), στο ποσό των 16.110,19 € (βλ. από 24-10-2002 Πράξη χρέωσης δασμών ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, που αναγνώσθηκε). Το ποσό αυτό των δασμών κλπ. επιβαρύνσεων, όχι μόνον δεν το κατέβαλε ο κατηγορούμενος, αλλ αντιθέτως αμφισβήτησε και αμφισβητεί με τον σχετικό ισχυρισμό του, το ύψος αυτού, μάλιστα υπέβαλε στην ανωτέρω Υπηρεσία την από 4-2-2008 αίτηση, η οποία αναγνώσθηκε, με την οποία ζήτησε αναχρέωση του εν λόγω ποσού, ούτε βέβαια υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στις ανωτέρω υπό στοιχείο Ι αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 137 Ν. 2960/2001, αλλ'αντιθέτως άσκησε, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 12-5-2005 αναγνωσθείσα προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξεως του Διευθυντή της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, με την οποία επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των ανωτέρω επιβαρύνσεων του αυτοκινήτου, πλέον τέλους χαρτοσήμου και ΟΓΑ, συνολικού ποσού 49.490,55 €., το οποίο επιμερίσθηκε, όπως αναφέρεται στην προσφυγή. Συνεπώς η πράξη της λαθρεμπορίας, την οποία, κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, τέλεσε ο κατηγορούμενος, δεν τυγχάνει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, απλή τελωνειακή παράβαση, αφού δεν εκπλήρωσε αυτός τις στην ίδια σκέψη αναφερθείσες προς τούτο προϋποθέσεις. Συνεπώς το υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως με σκοπό την προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών και της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο, αφού, παρεκτός του ότι δεν προέκυψε ότι υφίσταται τέτοια αλληλογραφία, δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως. Επίσης αβάσιμο και απορριπτέο τυγχάνει το αίτημα του ίδιου κατηγορουμένου για αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως προκειμένου να κλητευθεί και προσέλθει ως μάρτυρας υπάλληλος της ΔΙΠΑΕ, για να καταθέσει επί του ζητήματος αυτού, αφού, με αίτηση του κατηγορουμένου, με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης και κλητεύθηκαν οι μάρτυρες υπάλληλοι της ΔΙΠΕΑΚ, οι οποίοι και κατέθεσαν και διαφώτισαν το Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, στο μέτρο που αυτό ήταν δυνατόν, εξαιτίας της εγγενούς ως άνω αδυναμίας εξευρέσεως, λόγω της ανωτέρω πράξεως του κατηγορουμένου, του ακριβούς έτους κατασκευής του αυτοκινήτου. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την ανωτέρω πράξη χρέωσης δασμών, η δασμολογητέα αξία του αυτοκινήτου, με βάση την οποία καθορίσθηκαν οι διάφορες επιβαρύνσεις στο ανωτέρω ποσό, υπολογίσθηκε με βάση το κριθέν ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα κατά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά στοιχεία του αυτοκινήτου, έτος κατασκευής αυτού

(1991), το οποίο ρητώς αναφέρεται στην πράξη, εξού και η μείωση αυτής κατά 62%, ανεξάρτητα βέβαια του ότι ο χρόνος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας δεν ασκεί έννομη επιρροή στην στοιχειοθέτηση ή όχι της πράξεως που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, ενόψει του ότι αυτή (στοιχειοθέτηση) δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε χαμηλότερο, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, του ποσού των 16.110,19 € ποσό των επιβαρύνσεων του αυτοκινήτου, που στερήθηκε το Δημόσιο, αφού το ποσό τούτο είναι χαμηλότερο των 30.000 €, η δε υπαγωγή της πράξεως του κατηγορουμένου στην επιβαρυντική περίπτωση του εδαφ. β της παραγ. 1 άρθρου 157 Ν. 2960/2001 γίνεται, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, λόγω μεταχειρίσεως ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και όχι ύψους διαφυγόντων δασμών κλπ. επιβαρύνσεων. Κατ' ακολουθία τούτων η πράξη που τέλεσε ο τρίτος κατηγορούμενος, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, τυγχάνει η της λαθρεμπορίας που προβλέπεται και τιμωρείται από τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω, κατά τα εκεί εκτεθέντα, διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 β και 2 η και 157 παρ. 1 β, Ν. 2960/2001, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μεταχειρίσθηκε το προαναφερθέν ιδιαίτερο τέχνασμα του "εντοιχισμού" του αριθμού πλαισίου άλλου αυτοκινήτου, ο οποίος συνιστά, όπως λέχθηκε, την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου. Στον κατηγορούμενο αυτό πρέπει να αναγνωρισθούν, πέραν εκείνης που του αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, αφού συντρέχουν στο πρόσωπά του οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι εν λόγω διατάξεις. Το αίτημά του για αναγνώριση και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 γ και 2 ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι είναι αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση επειδή δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις που τάσσουν προς τούτο οι εν λόγω διατάξεις. Συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής εξειδικεύονται στο διατακτικό, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής και ειδικότερα των μερικότερων πράξεων του χρονικού διαστήματος από 8/10/2008-2/3/2001, κατά το διατακτικό, ενώ για τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 1-7/10/2001 πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, διότι από την τέλεσή τους παρήλθε 8ετία και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής (111 αριθ. 3, 112, 113 αριθ. 1, 2, 3 ΠΚ και 370 β ΚΠΔ). Αντιθέτως για την πράξη της λαθρεμπορίας, σε σχέση με το αυτοκίνητο αυτό, που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, πρέπει να παύσει οριστικά η σε βάρος του ποινική δίωξη, διότι, από τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα (7-2-2000) παρήλθε 8ετία και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής (111 αριθ. 3, 112, 113 αριθ. 1, 2, 3 ΠΚ, 370 β ΚΠΔ)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της λαθρεμπορίας, τελεσθείσας με μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 του ΠΚ, και εκείνες των άρθρων 73,155 παρ.1 α, β, 2 α, στ, ζ, 156,157 παρ.1 α, β, 159,160,164,165,166,172,175 και 177 του εφαρμοζόμενου ως επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο,ν.2960/2001, τις οποίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος που τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-2000 έως 2-3-2001 (διατακτικό) και όχι από 8-10-2008 έως 2-3-2001, που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αιτιολογικό, ενώ έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία οκταετούς παραγραφής, για το διάστημα από 1-10-2000 έως 8-10-2000, (διατακτικό) και όχι από 1-10-2001 έως 7-10-2001, που επίσης από παραδρομή σημειώνεται στο αιτιολογικό (σελ.32), μη δημιουργούμενης από τις παραδρομές αυτές στο αιτιολογικό μόνον, ουδεμίας ασάφειας, β) αναφέρονται συγκεκριμένα ιδιαίτερα τεχνάσματα που μεταχειρίστηκε ο κατηγορούμενος και έθεσε σε κυκλοφορία στην Ελλάδα παράνομα εισαχθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο που αυτός είχε αγοράσει, αλλά κατείχε και κυκλοφορούσε εν γνώσει του παράνομα, χωρίς την πληρωμή του αναλογούντος εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 16.110,19 ευρώ, γ) ορθά εφαρμόστηκε, κατά τα προεκτεθέντα ο νεότερος νόμος 2960/2001, καίτοι η εν λόγω λαθρεμπορία διαπράχθηκε από 8-10-2000 έως 2-3-2001 παρότι η ισχύς του νόμου αυτού άρχισε από 1-1-2002, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, καθόσον ο νεότερος αυτός νόμος περιέχει ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, ως προς την ποινική μεταχείριση, του προϊσχύσαντος Ν. 1165/1918, άρθρα 100,102,
  1. (βλ.ΑΠ 195/2008, 932/2007), ο δε επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα Ν. 2682/1999 "περί διαρρυθμίσεων στη φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλες διατάξεις", που ήδη καταργήθηκε κατ'άρθρο 184 του Ν. 2960/2001, αφορά το τέλος ταξινόμησης αυτοκινήτων κλπ οχημάτων και όχι απωλεσθέντας δασμούς εισαγωγής και λαθρεμπορία, λόγω μη πληρωμής των αναλογούντων δασμών κλπ επιβαρύνσεων, ενώ δεν επικαλείται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ότι υπήχθη στις ευνοϊκές διατάξεις του άρθρου 137 παρ.1 του άνω νόμου 2960/2001, καταβαλών στο Δημόσιο το επιβληθέν σε αυτόν πολλαπλό τέλος εκ ποσού 17.990,55 ευρώ, ώστε να θεωρηθεί η προ της ισχύος του νόμου αυτού διαπραχθείσα αξιόποινη λαθρεμπορία (2000-2001), ως απλή τελωνειακή παράβαση (ΑΠ 77/2006), δ) ο προσδιορισμός από την αρμόδια Τελωνειακή Υπηρεσία Αξιών της δασμολογητέας και φορολογητέας αξίας του παράνομα εισαχθέντος και κατεχομένου από τον κατηγορούμενο αυτοκινήτου σε 16.110,19 ευρώ, έγινε σύννομα, κατά το άρθρο 4 του Ν. 2682/1999, με βάση τα γνωστά εξωτερικά γνωρίσματα αυτού, αφού ήταν άγνωστο το έτος κατασκευής αυτού, που προσδιορίστηκε στο 1991, ενόψει του ότι ήταν παραποιημένος ο κωδικός αριθμός πλαισίου του οχήματος αυτού, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 24-12-2002 πράξη χρέωσης δασμών της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, στ) ορθώς το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για το χρονικό διάστημα μέχρι 8-10-2000, λόγω παραγραφής, αφού η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 8-10-
  2. Το γεγονός δε, ότι η εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 4-2-2009, αναβλήθηκε, λόγω σημαντικών αιτίων, κωλύματος μέλους της συνθέσεως, με τη με αριθ. 378/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως επηρεάζει ούτε επιφέρει την παραγραφή της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως, καίτοι συμπληρώθηκε έκτοτε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως οκταετία, όπως αβάσιμα αιτιάται με πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, διότι η παραγραφή που επέρχεται μετά τη δημοσίευση της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάζεται και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, μόνο σε περίπτωση παραδοχής ως βάσιμου, ενός τουλάχιστον λόγου αναιρέσεως και δεν αρκεί η πάροδος του χρόνου, ζ) με επαρκή και ειδική αιτιολογία, (σελ. 31), απορρίφθηκε το υποβληθέν εκ μέρους του κατηγορουμένου αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου, να προσκομισθεί η αλληλογραφία μεταξύ Διευθύνσεως Συγκοινωνιών και AUDI και ΔΙΠΕΑΚ-ΔΙΠΑΕ και να κλητευθεί και εξετασθεί επί της δασμολογητέας αξίας του αυτοκινήτου ως μάρτυρας, τελωνειακός υπάλληλος της υπηρεσίας ΔΙΠΑΕ, η) αφού ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την άνω λαθρεμπορία, διαπραχθείσα με μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων και οι απωλεσθέντες δασμοί του Δημοσίου ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 16.110,19 ευρώ, εφαρμογή έχει επί της ποινής η διάταξη του άρθρο 157 παρ.1 α του Ν. 5960/2001, που επανέλαβε την πρόϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 102 περ. Β εδ. γ, δ του Ν. 1165/1918, που προβλέπει για την περίπτωση αυτή ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και όχι εκείνη της περ. Β, του ιδίου άρθρου 102, που προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών, μειωμένη στο ήμισυ, όταν η λαθρεμπορία έχει αντικείμενο μη σημαντικής αξίας και έγινε για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη των αυτοτελώς ισχυρισμών του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και εσφαλμένο προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-11-2008 αίτηση του Χ1, μετά των από 3-3-2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 2332,2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.