Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1799 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Λαθρεμπορία. Παράβαση ν. 2960/
(1991), το οποίο ρητώς αναφέρεται στην πράξη, εξού και η μείωση αυτής κατά 62%, ανεξάρτητα βέβαια του ότι ο χρόνος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας δεν ασκεί έννομη επιρροή στην στοιχειοθέτηση ή όχι της πράξεως που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, ενόψει του ότι αυτή (στοιχειοθέτηση) δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε χαμηλότερο, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, του ποσού των 16.110,19 € ποσό των επιβαρύνσεων του αυτοκινήτου, που στερήθηκε το Δημόσιο, αφού το ποσό τούτο είναι χαμηλότερο των 30.000 €, η δε υπαγωγή της πράξεως του κατηγορουμένου στην επιβαρυντική περίπτωση του εδαφ. β της παραγ. 1 άρθρου 157 Ν. 2960/2001 γίνεται, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, λόγω μεταχειρίσεως ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και όχι ύψους διαφυγόντων δασμών κλπ. επιβαρύνσεων. Κατ' ακολουθία τούτων η πράξη που τέλεσε ο τρίτος κατηγορούμενος, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, τυγχάνει η της λαθρεμπορίας που προβλέπεται και τιμωρείται από τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω, κατά τα εκεί εκτεθέντα, διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 β και 2 η και 157 παρ. 1 β, Ν. 2960/2001, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μεταχειρίσθηκε το προαναφερθέν ιδιαίτερο τέχνασμα του "εντοιχισμού" του αριθμού πλαισίου άλλου αυτοκινήτου, ο οποίος συνιστά, όπως λέχθηκε, την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου. Στον κατηγορούμενο αυτό πρέπει να αναγνωρισθούν, πέραν εκείνης που του αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, αφού συντρέχουν στο πρόσωπά του οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι εν λόγω διατάξεις. Το αίτημά του για αναγνώριση και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 γ και 2 ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι είναι αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση επειδή δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις που τάσσουν προς τούτο οι εν λόγω διατάξεις. Συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής εξειδικεύονται στο διατακτικό, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής και ειδικότερα των μερικότερων πράξεων του χρονικού διαστήματος από 8/10/2008-2/3/2001, κατά το διατακτικό, ενώ για τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 1-7/10/2001 πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, διότι από την τέλεσή τους παρήλθε 8ετία και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής (111 αριθ. 3, 112, 113 αριθ. 1, 2, 3 ΠΚ και 370 β ΚΠΔ). Αντιθέτως για την πράξη της λαθρεμπορίας, σε σχέση με το αυτοκίνητο αυτό, που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, πρέπει να παύσει οριστικά η σε βάρος του ποινική δίωξη, διότι, από τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα (7-2-2000) παρήλθε 8ετία και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής (111 αριθ. 3, 112, 113 αριθ. 1, 2, 3 ΠΚ, 370 β ΚΠΔ)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της λαθρεμπορίας, τελεσθείσας με μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 του ΠΚ, και εκείνες των άρθρων 73,155 παρ.1 α, β, 2 α, στ, ζ, 156,157 παρ.1 α, β, 159,160,164,165,166,172,175 και 177 του εφαρμοζόμενου ως επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο,ν.2960/2001, τις οποίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος που τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-2000 έως 2-3-2001 (διατακτικό) και όχι από 8-10-2008 έως 2-3-2001, που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αιτιολογικό, ενώ έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία οκταετούς παραγραφής, για το διάστημα από 1-10-2000 έως 8-10-2000, (διατακτικό) και όχι από 1-10-2001 έως 7-10-2001, που επίσης από παραδρομή σημειώνεται στο αιτιολογικό (σελ.32), μη δημιουργούμενης από τις παραδρομές αυτές στο αιτιολογικό μόνον, ουδεμίας ασάφειας, β) αναφέρονται συγκεκριμένα ιδιαίτερα τεχνάσματα που μεταχειρίστηκε ο κατηγορούμενος και έθεσε σε κυκλοφορία στην Ελλάδα παράνομα εισαχθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο που αυτός είχε αγοράσει, αλλά κατείχε και κυκλοφορούσε εν γνώσει του παράνομα, χωρίς την πληρωμή του αναλογούντος εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 16.110,19 ευρώ, γ) ορθά εφαρμόστηκε, κατά τα προεκτεθέντα ο νεότερος νόμος 2960/2001, καίτοι η εν λόγω λαθρεμπορία διαπράχθηκε από 8-10-2000 έως 2-3-2001 παρότι η ισχύς του νόμου αυτού άρχισε από 1-1-2002, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, καθόσον ο νεότερος αυτός νόμος περιέχει ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, ως προς την ποινική μεταχείριση, του προϊσχύσαντος Ν. 1165/1918, άρθρα 100,102,
- (βλ.ΑΠ 195/2008, 932/2007), ο δε επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα Ν. 2682/1999 "περί διαρρυθμίσεων στη φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλες διατάξεις", που ήδη καταργήθηκε κατ'άρθρο 184 του Ν. 2960/2001, αφορά το τέλος ταξινόμησης αυτοκινήτων κλπ οχημάτων και όχι απωλεσθέντας δασμούς εισαγωγής και λαθρεμπορία, λόγω μη πληρωμής των αναλογούντων δασμών κλπ επιβαρύνσεων, ενώ δεν επικαλείται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ότι υπήχθη στις ευνοϊκές διατάξεις του άρθρου 137 παρ.1 του άνω νόμου 2960/2001, καταβαλών στο Δημόσιο το επιβληθέν σε αυτόν πολλαπλό τέλος εκ ποσού 17.990,55 ευρώ, ώστε να θεωρηθεί η προ της ισχύος του νόμου αυτού διαπραχθείσα αξιόποινη λαθρεμπορία (2000-2001), ως απλή τελωνειακή παράβαση (ΑΠ 77/2006), δ) ο προσδιορισμός από την αρμόδια Τελωνειακή Υπηρεσία Αξιών της δασμολογητέας και φορολογητέας αξίας του παράνομα εισαχθέντος και κατεχομένου από τον κατηγορούμενο αυτοκινήτου σε 16.110,19 ευρώ, έγινε σύννομα, κατά το άρθρο 4 του Ν. 2682/1999, με βάση τα γνωστά εξωτερικά γνωρίσματα αυτού, αφού ήταν άγνωστο το έτος κατασκευής αυτού, που προσδιορίστηκε στο 1991, ενόψει του ότι ήταν παραποιημένος ο κωδικός αριθμός πλαισίου του οχήματος αυτού, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 24-12-2002 πράξη χρέωσης δασμών της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, στ) ορθώς το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για το χρονικό διάστημα μέχρι 8-10-2000, λόγω παραγραφής, αφού η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 8-10-
- Το γεγονός δε, ότι η εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 4-2-2009, αναβλήθηκε, λόγω σημαντικών αιτίων, κωλύματος μέλους της συνθέσεως, με τη με αριθ. 378/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως επηρεάζει ούτε επιφέρει την παραγραφή της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως, καίτοι συμπληρώθηκε έκτοτε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως οκταετία, όπως αβάσιμα αιτιάται με πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, διότι η παραγραφή που επέρχεται μετά τη δημοσίευση της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάζεται και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, μόνο σε περίπτωση παραδοχής ως βάσιμου, ενός τουλάχιστον λόγου αναιρέσεως και δεν αρκεί η πάροδος του χρόνου, ζ) με επαρκή και ειδική αιτιολογία, (σελ. 31), απορρίφθηκε το υποβληθέν εκ μέρους του κατηγορουμένου αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου, να προσκομισθεί η αλληλογραφία μεταξύ Διευθύνσεως Συγκοινωνιών και AUDI και ΔΙΠΕΑΚ-ΔΙΠΑΕ και να κλητευθεί και εξετασθεί επί της δασμολογητέας αξίας του αυτοκινήτου ως μάρτυρας, τελωνειακός υπάλληλος της υπηρεσίας ΔΙΠΑΕ, η) αφού ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την άνω λαθρεμπορία, διαπραχθείσα με μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων και οι απωλεσθέντες δασμοί του Δημοσίου ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 16.110,19 ευρώ, εφαρμογή έχει επί της ποινής η διάταξη του άρθρο 157 παρ.1 α του Ν. 5960/2001, που επανέλαβε την πρόϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 102 περ. Β εδ. γ, δ του Ν. 1165/1918, που προβλέπει για την περίπτωση αυτή ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και όχι εκείνη της περ. Β, του ιδίου άρθρου 102, που προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών, μειωμένη στο ήμισυ, όταν η λαθρεμπορία έχει αντικείμενο μη σημαντικής αξίας και έγινε για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη των αυτοτελώς ισχυρισμών του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και εσφαλμένο προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-11-2008 αίτηση του Χ1, μετά των από 3-3-2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 2332,2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι