← Ελλάδα

ΑΠ 18/2001 — Ποινή, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 18 / 2001 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ποινή, Παραγραφή. Περίληψη: Η εν αποπείρα πράξη, όπως και αυτή του συμμετόχου, προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος από την ποινή που απειλείται στον νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα ή για την πράξη του αυτουργού αντιστοίχως. Ο αιτών την αναίρεση Εισαγγελεύς δεν κλητεύεται, αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο χαρακτήρας της πράξεως στις περιπτώσεις της απόπειρας και της απλής συνέργειας δεν επηρεάζεται από την επιβολή στον ένοχο μειωμένης κατ' αρ. 83 ΠΚ ποινής, διότι η εν αποπείρα πράξη, όπως και αυτή του συμμέτοχου, αποτελούν μορφές εμφανίσεως του εγκλήματος και ως εκ τούτου προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος από την ποινή που απειλείται στον νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα ή για την πράξη του αυτουργού αντιστοίχως, οπότε παραγράφονται αναλόγως. Αναιρείται η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση για απλή συνεργεία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, διότι, ενώ η παραγραφή της εν λόγω πράξεως είναι 20ετής, το Δικαστήριο εδέχθη ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής, αφού παρήλθε 15ετία από τον χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξεως, χωρίς εν τω μεταξύ να υπάρξει αναστολή της παραγραφής και εντεύθεν έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου. Κατά την αντίθετη άποψη πέντε μελών του Δικαστηρίου, ορθώς εκρίθη η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της ως άνω πράξεως βάσει της μειωμένης κατ' αρ. 83 περ. β' ΠΚ ποινής καθείρξεως και όχι βάσει της δυνατότητας επιβολής της πλήρους ποινής κατ' αρ. 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ, διότι η αντίθετη εκδοχή θα κατέληγε στο πρωθύστερο αποτέλεσμα να προδικάζεται, ως προς τον χρόνο της παραγραφής, η επιβολή της βαρύτερης κατ' εξαίρεση προβλεπόμενης ποινής, η οποία εκτός του ότι συναρτάται προς την προσωπικότητα του δράστη και όχι προς την πράξη, προϋποθέτει την ποινική αξιολόγηση αυτού από το δικαστήριο, άρα την μη παραγραφή της σχετικής πράξεως(Ολομ. ΑΠ 18/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ. 400). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Αριθμός 18 /2001 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ (ΠΟΙΝΙΚΗ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Ευάγγελο Περλίγκα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Κάπο, Αντιπροέδρους, Μιχαήλ Καρατζά, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Αριστείδη Κρομμύδα, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Παύλο Μεϊδάνη, Αρχοντή Ντόβα, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Δημήτριο Ζέρβα, Δημήτριο Λινό, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Γεράσιμο Φρούντζο, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Γεώργιο Παπαδημητρίου, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Στυλιανό Πατεράκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Αθανάσιο Κρητικό, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Χρήστο Μπαλντά, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ανάγρυρο Πλατή, Θεόδωρο Τζέμο – Εισηγητή, Ευριπίδη Αντωνίου και Χρήστο Μπαβέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 20η Σεπτεμβρίου 2001, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/1999 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης, το οποίο διάταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Σπάρτης, με την υπ' αριθμ. 68/1999 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν. Την ως άνω αναίρεση ζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου, με την από 28 Δεκεμβρίου 1999 αίτηση αναιρέσεως, που εγχειρίσθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου Ιωάννου Τσίγκα και καταχωρήθηκε στο πινάκιο με τον αριθμό 22/2000. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 284/2001 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατόπιν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10/20001 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή με την υπ' αριθμόν 10/2001 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στη Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, ο μοναδικός λόγος της υπ' αριθμόν 33/28.12.1999 αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 68/1999 αποφάσεως του δικαστηρίου των τακτικών δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης. Η παραπομπή αυτή έγινε επειδή η ανωτέρω απόφαση λήφθηκε με ισοψηφία και όχι με πλειοψηφία και διαφορά δύο τουλάχιστον ψήφων. Επειδή, κατά το άρθρο 513 παράγραφος 1 εδάφιο γ' ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στη προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του. Κατά την παράγραφο του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο Εισαγγελέας, όπως στη προκείμενη υπόθεση, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 7/8/2001 αποδεικτικό επιδόσεως του ....., επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καλαμάτας, σε συνδυασμό με το όμοιο από 31/7/2001 του ....., δικαστικού επιμελητή της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο κατηγορούμενος Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (τόσον αυτός όσο και ο αντίκλητος του δικηγόρος Αθηνών Φ. Κουβέλης), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 20/9/2001, ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως ο ανωτέρω κατηγορούμενος, (αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ενώπιον του δικαστηρίου (Ολομελείας), πρέπει η συζήτηση να χωρήσει ως να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 3 και 515 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Επειδή κατά το άρθρο 19 ΠΚ «αν μια πράξη που εκδικάστηκε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, κρίνεται με βάση τη βαρύτερη ποινή που καθορίζεται από το νόμο γι' αυτή την πράξη και όχι με βάση την τυχόν ελαφρύτερη ποινή που επέβαλε ο δικαστής λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 84) ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μείωσης της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 83». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 111 παρ. 1, 2 ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή. Τα κακουργήματα παραγράφονται 1) μετά είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει γι' αυτά την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης, 2) μετά δεκαπέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξάλλου κατά το άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης. Ακόμη, κατά το άρθρο 42 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η κατά την προηγούμενη παράγραφο ελαττωμένη ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να του επιβάλει την ίδια ποινή με αυτή που ο νόμος προβλέπει για την ολοκληρωμένη πράξη εκτός από την ποινή του θανάτου. Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχ. Β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 παρ. 2 ΠΚ) δηλαδή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα

(10)ετών. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 42 εφαρμόζεται αναλόγως και εδώ. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο χαρακτήρας της πράξεως στις περιπτώσεις της απόπειρας και της απλής συνέργειας, δεν επηρεάζεται από την επιβολή στον ένοχο μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ ποινής, γιατί η εν αποπείρα πράξη , όπως και η πράξη του συμμετόχου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά μορφή εμφανίσεως του εγκλήματος και ως εκ τούτου προσλαμβάνει το χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος, από την ποινή που απειλείται στο νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα ή για τη πράξη του αυτουργού, αντιστοίχως. Εξάλλου αυτό προκύπτει πιο συγκεκριμένα και από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ, που επιτρέπουν στο δικαστή, αν κρίνει ότι η ελαττωμένη, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, να επιβάλλει σε αυτόν την προβλεπόμενη για την ολοκληρωμένη πράξη ή για την πράξη του αυτουργού αντιστοίχως ποινή. Οι διατάξεις των άρθρων 42 και 47 στις δύο πρώτες παραγράφους τους, καθορίζουν απλώς ένα πλαίσιο ποινής, που έχει ανώτατο όριο την ποινή της τετελεσμένης πράξεως ή του αυτουργού αντιστοίχως και κατώτατο την ποινή, όπως διαμορφώνεται από τις μειώσεις του άρθρου 83 ΠΚ, το οποίο όμως δεν καθιερώνει και ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση του δράστη, όσον αφορά τη παραγραφή του εγκλήματος που διέπραξε. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, το ποια ποινή επιβλήθηκε από το δικαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο, είναι άνευ σημασίας για τον κατά το άρθρο 19 Π.Κ. χαρακτηρισμό του είδους του εγκλήματος και για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή του, ενώ η παραδοχή αντίθετης εκδοχής θα καθιστούσε τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ ανεφάρμοστες. Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο των τακτικών δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης, με την άνω προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το αξιόποινο της κακουργηματικής πράξεως της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο Χ1, εξαλείφθηκε με την παραγραφή, εφόσον από τις 15.7.1982, οπότε φέρεται ότι η ανωτέρω πράξη τελέστηκε, μέχρι 13.12.1999, που εκδικάσθηκε η ανωτέρω πράξη, είχε παρέλθει πλήρης δεκαπενταετία, χωρίς να υπάρξει αναστολή της παραγραφής, αφού έκρινε ότι η επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο ήταν άκυρη. Ακολούθως έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, εκτός άλλης πλημμεληματικής πράξεως και για την προαναφερόμενη πράξη και συγκεκριμένα για το ότι «στην ....., την 15.7.1982 και περί ώρα 02:00 από πρόθεση παρέσχε σε άλλον συνδρομή πριν και μετά την τέλεση της από αυτόν διαπραχθείσας άδικης πράξεως, δηλαδή τελώντας εν γνώσει της αποφασισθείσας από τον συγκατηγορούμενό του Χ2 πράξεως της ανθρωποκτονίας, εν τούτοις συνόδευσε αυτόν τόσο στην οικία του, όπου έλαβε το περίστροφό του μαζί με τα φυσίγγια, όσο και κατά την επάνοδό του στο κέντρο «.....» παριστάμενος κατά το χρόνο πλήξεως από αυτόν του .....στην είσοδο του κέντρου και έτσι με την παρουσία του ενθάρρυνε τον ανωτέρω Χ2, για να τελέσει την παραπάνω πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας». Συνεπώς το δικαστήριο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται, ενόψει των προαναφερομένων παραδοχών του, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ1, ως προς την αμέσως πιο πάνω κακουργηματική πράξη, η παραγραφή της οποίας είναι εικοσαετής
(20), που επίσης αποδόθηκε στον κατηγορούμενο αυτόν, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του Κ.Ποιν.Δ. Περαιτέρω, και η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, ως προς τον παραπάνω κατηγορούμενο, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.). Πέντε όμως μέλη του Δικαστηρίου, δηλαδή ο Πρόεδρος Στέφανος Ματθίας και οι Αρεοπαγίτες Δημήτριος Λινός, Κωνσταντίνος Βαλμαντώνης, Ρωμύλος Κεδίκογλου και Ιωάννης Βερέτσος, έχουν τη γνώμη ότι, από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την παραγραφή του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας πρέπει να ληφθεί υπόψη η απειλούμενη στο νόμο για την πράξη αυτή ποινή, δηλ. η μειωμένη ποινή καθείρξεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 περίπτ. β', όχι δε η δυνατότητα επιβολής της πλήρους ποινής, διότι τούτο απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία αυτό κρίνει ότι η ελαττωμένη ποινή, που εκ του νόμου απειλείται, δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2), πρόκειται άρα για ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση του δράστη, ενώ ο χρόνος παραγραφής αφορά την πράξη και όχι τον συγκεκριμένο εκάστοτε δράστη. Η αντίθετη εκδοχή θα κατέληγε στο πρωθύστερο αποτέλεσμα να προδικάζεται, όσον αφορά το χρόνο παραγραφής, η επιβολή της βαρύτερης κατ' εξαίρεση προβλεπόμενης ποινής, η οποία, εκτός του ότι συναρτάται προς την προσωπικότητα του δράστη και όχι προς την πράξη, προϋποθέτει την ποινική αξιολόγησή του από το δικαστήριο, άρα προϋποθέτει ότι η πράξη (ως τοιαύτη) δεν έχει παραγραφεί. Για τους λόγους αυτούς ο χρόνος παραγραφής είναι δεκαπέντε έτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμόν 68/1999 απόφαση του δικαστηρίου των τακτικών δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης όσον αφορά την κρίση της περί παραγραφής της κακουργηματικής ως άνω (σκεπτικό) πράξη του κατηγορουμένου Χ1. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς τον κατηγορούμενο Χ1, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2001. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 24 Οκτωβρίου 2001. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.