Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 18 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης: Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 6/1994, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89, 90, 91, 94/2008, ΑΠ 999/2006). Πρέπει όμως ο εκκαλών να επικαλείται ότι είχε γνωστοποιήσει την διαμονή του στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή ότι είχε περιέλθει σε γνώση της κατά κάποιο άλλο τρόπο (ΑΠ 89/2008, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 745/2006). Για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος της εκκαλουμένης (ΑΠ Ολ. 3, 4/2002) -. ΑΡΙΘΜΟΣ 18/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζάρρα, περί αναιρέσεως της 19607/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 504/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠΟλ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 19607/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 2017/4-6-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 41419/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών, μετατραπείσα προς 1500 δραχμές ημερησίως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ εξακολούθηση. Από την σχετική υπ' αριθμ. 2017/4-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση, ως κάτοικος ...άνευ προσδιορισμού της οδού, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "...δικαιολογείται δε το εκπρόθεσμο της ασκήσεως αυτής εκ του ότι ουδέποτε έλαβα γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της αποφάσεως. Το κλητήριο θέσπισμα κοινοποιήθηκε την 2-3-99 στον Δήμαρχο ....διότι φερόμουν ως κάτοικος οδού ... στην ..., όπου δεν ανευρέθην και κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής αν και ήμουν γνωστής διαμονής από το έτος 1992 κατοικώ στην οδό ...στο Δήμο .... Το αυτό έγινε και με την ερήμην καταδικαστική απόφαση, που κοινοποιήθηκε την 16-5-00 στον Δήμαρχο .... Σημειωτέον ότι από το 1995 ως το τέλος του 1998 ασκούσα ατομική επιχείρηση εμπορίας ειδών υγιεινής με έδρα ... στα ... και ήδη Δήμου .... Γνώση δε της απόφασης έλαβα μόλις την 2-6-08 μετά από έλεγχο των αστυνομικών οργάνων του Α.Τ. ...στο κατάστημα που εργάζομαι στον Δήμο .....". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή της ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή της, αν την φερόμενη, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ή είχε περιέλθει σε γνώση της τελευταίας κατά κάποιο άλλο τρόπο, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως, στην οποία επαναλαμβάνει τα ίδια και αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της. Εξ άλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως την ...της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 41419/19-7-1999 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νικης, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το όργανο που ενήργησε την επίδοση (αστυφύλακας ... του ...Α.Τ. ...) και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 4-6-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για άσκησή της. Η αιτιολογία της αποφάσεως του δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται εις αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει την ημερομηνία εκδόσεως της εκκαλουμένης, το χρόνο της επιδόσεως της, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας της που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτή αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, δηλαδή την οδό .... Η διεύθυνση αυτή προέκυπτε, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, από τα 10 έγγραφα της πληρώτριας των επιταγών τραπέζης, με τα οποία γνωστοποιήθηκε η μη πληρωμή τους και διαβιβάσθηκαν στον Εισαγγελέα, αντίγραφα των ισάριθμων ακάλυπτων επιταγών, προκειμένου να ασκήσει την δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος της εκδότριας αυτών - αναιρεσείουσας για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, πράξη η οποία τότε διωκόταν αυτεπαγγέλτως, την διεύθυνση δε αυτή είχε δηλώσει η ίδια στην πληρώτρια τράπεζα όταν της χορηγήθηκε το μπλοκ των επιταγών. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με το ζήτημα ότι νομίμως αναζητήθηκε η αναιρεσείουσα στην ανωτέρω διεύθυνση ..., η οποία και ήταν η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση και λόγω μη ανευρέσεως της, επακολούθησε νομίμως η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και δεν τύγχανε άκυρη, με αποτέλεσμα να αρχίσει έκτοτε η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, η οποία και παρήλθε όταν μετά 8 έτη ασκήθηκε αυτή, με αποτέλεσμα να έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και να τυγχάνει απαράδεκτη. Εφόσον δε, ούτε με την έφεση, ούτε κατά την συζήτηση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, ότι την διεύθυνση στην οποία, όπως ισχυρίσθηκε, κατοικούσε την κατέστησε και με ποιο τρόπο γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε ότι αυτή την γνώριζε κατά άλλο τρόπο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να ερευνήσει την βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, και αν αυτή διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε τον ερεύνησε και εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ούτε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επ αυτού, παρόλα ταύτα όμως διέλαβε. Επίσης η αναιρεσείουσα ουδόλως πρόβαλε, κατά την αποδεικτική διαδικασία, ότι, από τα ανωτέρω έγγραφα της Τραπέζης, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, αναγνώσθηκαν χωρίς να προβεί κατ άρθρο 358 ΚΠΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος της που την εκπροσώπησε, σε οποιαδήποτε παρατήρηση ή σχολιασμό του περιεχομένου τους, προέκυπτε ότι ως διεύθυνση κατοικίας της αναφερόταν η ως άνω οδός και αριθμός ... του Δήμου ...και όχι του Δήμου ..., όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, το οποίο αιτιάται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και επί του ζητήματος αυτού. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Αβάσιμος επίσης είναι ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και μη κίνηση της προθεσμίας εφέσεως και δια τον πρόσθετο λόγο του ότι επιδόθηκε απόσπασμα και όχι αντίγραφο αυτής, όπως θα έπρεπε, διότι, για την κίνηση της προθεσμίας εφέσεως, αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠΟλ3,4/2002). Αβάσιμος επίσης είναι και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι δεν παρασχέθηκε η άνεση χρόνου στην συνήγορό της να προβάλλει όλους τους κατατείνοντας στην υπεράσπιση της εφέσεως της και στην ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής (άρθρο 156 ΚΠΔ) και μη κινήσεως της προθεσμίας εφέσεως ισχυρισμούς της, με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος υπεράσπισής της (171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, τα οποία τηρούνται συνοπτικά, προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στην συνήγορο της αναιρεσειούσης η οποία ανέπτυξε τους λόγους που δικαιολογούσαν την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως και τους εν γένει ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και δεν παράγεται ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά αναλυτικά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, αφού δεν επικαλείται ούτε προκύπτει ότι ζήτησε να καταχωρηθούν και το Δικαστήριο αρνήθηκε την καταχώρηση. Τέλος αβάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη μη εφαρμογή από την προσβαλλομένη απόφαση των επιεικέστερων νόμων 2408/1996 και 2721/1999, κατά τους οποίους απαιτείται πλέον η υποβολή εγκλήσεως για την άσκηση της ποινικής διώξεως ή δήλωση του δικαιουμένου σε υποβολή της για την συνέχιση της αυτεπαγγέλτως ασκηθείσης, αντίστοιχα, και μη παύση οριστικά της ποινικής διώξεως, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου της ανωτέρω πράξεως δια παραγραφής, διότι αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνον εφ` όσον κρινόταν αιτιολογημένα ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, οπότε το Δικαστήριο, αφού την έκανε τυπικά δεκτή, θα αποφάσιζε, αυτεπαγγέλτως, για τα ζητήματα αυτά, όταν όμως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, όπως εν προκειμένω, δεν νοείται πλέον εφαρμογή επιεικέστερης διάταξης ή των περί παραγραφής διατάξεων (ΑΠ Ολ 3/1995, ΑΠ 896/2006, ΑΠ 1384/2005, ΑΠ 731,885,1039/2003). Συνεπώς και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως της ..., για αναίρεση της 19607/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ