← Ελλάδα

ΑΠ 18/2014 — Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 18 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Οι διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσίβλητων καταρτίστηκαν μετά την 18-4-2001 και δεν μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εντείνεται η ένδικη έννομη σχέση, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Αριθμός 18/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου" (ΟΠΑΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γατέα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 3) Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και 5) Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που δεν συναίνεσε στο αίτημα της αντιδίκου. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 298/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-9-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να γίνει δεκτός κατά το πρώτο και δεύτερο, από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, μέρος του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/12-3-2012), 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση. Αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 94, 96, 97, 142 και 143 του ΚΠολΔ, η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 §§ 1 και 4, του ίδιου κώδικα, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου, είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει μόνο τις σχετικές με την σύμβαση αυτή πράξεις. Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά την δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής αυτής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αν δεν διορίσθηκε νόμιμα αντίκλητος, κατά το άρθρο 142 §§ 1 και 4 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της από 20-9-2011 αίτησης, για αναίρεση της 298/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε με επιμέλεια του νόμιμα παρισταμένου αναιρεσείοντος, αρχικά για τη δικάσιμο της 19-3-2013, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής. Κατά τη συζήτηση αυτή παραστάθηκαν δια της δικηγόρου Μαρίας - Μαγδαληνής Τσίπρα, όλοι οι αναιρεσίβλητοι. Όμως, όσον αφορά τους πρώτη (Ε. Π.) και τρίτη (Μ. Α.) δεν προσκομίστηκαν πληρεξούσια έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, παροχή πληρεξουσιότητας στην παραπάνω δικηγόρο για την εκπροσώπησή των στο δικαστήριο και συνεπώς η παράστασή των δεν είναι νόμιμη και θεωρούνται απόντες. Προς απόδειξη της νομότυπης κλήτευσής τους (και των λοιπών αναιρεσιβλήτων) προσκομίσθηκε η 8813/8-1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της ως άνω (αρχικής) δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε στη δικηγόρο Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, ως πληρεξούσια και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η δικηγόρος αυτή παραστάθηκε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και συνεπώς είχε την ιδιότητα της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών. Όμως η ιδιότητά της αυτή έπαυσε να υπάρχει μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης (31-1-2007). Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ο διορισμός της, ως αντικλήτου, κατά το άρθ. 142 §§ 1 και 4 ΚΠολΔ. Επομένως, η κλήτευση των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων δεν είναι νομότυπη και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς. Το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ...". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη. β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η προθεσμία της έφεσης, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται, τελεσίδικη και τότε παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση. Η προθεσμία εξάλλου της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη πολιτική απόφαση είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι

(6)χρόνια (Ολ.ΑΠ 1113/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη πρωτόδικη με αριθμό 298/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, δημοσιεύθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε πριν από την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης σχετική πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι
(6)χρόνια από την επομένη της δημοσίευσης (άρθρα 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, 241 ΑΚ) της απόφασης αυτής. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συµβαλλόµενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισµένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρι της επελεύσεως ορισµένου µέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισµένη, είτε γιατί συµφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύµβασης εργασίας. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνοµολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζηµίωσης. Ο ορθός δε νοµικός χαρακτηρισµός της σύµβασης ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο µη δεσµευόµενο από το χαρακτηρισµό που προσέδωσαν τα συµβαλλόµενα µέρη, κρίνει, ερµηνεύοντας το περιεχόµενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύµβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερµηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύµβασις αντικειµένη εις τον παρόντα νόµον, πλην αν είναι µάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόµου τούτου εφαρµόζονται ωσαύτως και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισµένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισµός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συµβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίµως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συµβάσεως διατάξεων του παρόντος νόµου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συµβάσεις ορισµένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισµός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί µε σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συµβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920) ανακύπτει ακυρότητα, ως προς τον καθορισµό ορισµένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζοµένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόµιµης αποζηµίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δηµόσιες υπηρεσίες και τα νοµικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόµου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, για την αντιµετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, µε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόµενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν µπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ
(8)µήνες µέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα
(12)µηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιµετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν µπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις
(4)µήνες για το ίδιο άτοµο. Παράταση ή σύναψη νέας σύµβασης κατά το αυτό ηµερολογιακό έτος ή µετατροπή σε σύµβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συµπλήρωσε την άνω οριζόµενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν. Σύµφωνα δε µε την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δηµόσιου τοµέα, όπως αυτός οριοθετείται µε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/ 1982 και τις µεταγενέστερες συµπληρώσεις του. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγµατος, οι οποίες επιβάλλουν τη νοµοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν µπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νοµοθετηµένη. Εξαιρέσεις µπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόµο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες µε προσωπικό που προσλαµβάνεται για ορισµένη χρονική περίοδο µε σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστηµονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού µπορούν να πληρούνται µε προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόµος ορίζει για την πρόσληψη, καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαµβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγµατικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόµου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο Δηµόσιο τοµέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγµατος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε µε διαγωνισµό είτε µε επιλογή µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο
(103)προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόµος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεποµένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.
  1. Νόµος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που µπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούµενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόµο µονιµοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συµβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούµενους µε σύµβαση έργου". Έτσι µε την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγµατος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νοµοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους, σχετικά µε την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δηµόσιου τοµέα. Στους προαναφερόµενους κανόνες υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νοµικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δηµοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος. Εποµένως, σε κάθε περίπτωση, στις συµβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγµατος, δεν είναι δυνατή η εφαρµογή της προαναφεροµένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/
  2. Τέλος, µε την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συµβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - µέλη όφειλαν µέχρι τις 10.7.2001 να προσαρµόσουν τις εθνικές νοµοθεσίες τους, και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νοµοθετικά µέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που µπορεί να προκύψει από τη χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, προβλέπεται, 1) να προσδιοριστούν, α) οι αντικειµενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η µέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα άμεσης επίκλησης των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειµένω, όπου η οφειλόµενη προσαρµογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερηµένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόµενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόµενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το εναγόμενο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο συστήθηκε το έτος 2001 με το π.δ. 52/2001 "Οργάνωση και Λειτουργία του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ", με αρμοδιότητες την οργάνωση, παρακολούθηση και τον έλεγχο του συστήματος παροχής υγειονομικής περίθαλψης στους ασφαλισµένους του Δηµοσίου, τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσµατικότητας αυτής, τη διαχείριση και τον έλεγχο της χρηματοδότησης της, καθώς και την ορθολογική αξιοποίηση των διατιθέμενων για την υγειονομική περίθαλψη των ασφαλισµένων του Δηµοσίου πόρων. Η διοικητική διάρθρωση του ΟΠΑΔ καθορίστηκε σε κεντρική και περιφερειακές υπηρεσίες, που αποκαλούνται Υπηρεσίες Περίθαλψης Ασφαλισµένων του Δηµοσίου (ΥΠΑΔ). Μέχρι το έτος 2001 οι αρµοδιότητες, που ανατέθηκαν στον ΟΠΑΔ, ήτοι ο έλεγχος των δαπανών νοσηλείας των ασφαλισµένων του Δηµοσίου, ασκούνταν από τις κατά τόπους νοµαρχίες, οι οποίες για την κάλυψη των αναγκών τους προέβαιναν σε πρόσληψη προσωπικού µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου ή έργου. Στο πλαίσιο των προσλήψεων αυτών προσλήφθηκαν και οι ενάγοντες από το εναγόμενο με έγγραφες συμβάσεις, αποκληθείσες συμβάσεις έργου, στις οποίες αναφέρεται ότι το αντικείμενο του αναλαμβανόμενου από τους ενάγοντες έργου είναι η εισαγωγή στοιχείων νέων ασφαλισμένων και της κάθε μεταβολής της κατάστασής τους, καθώς και των μεταβολών κατά την ανανέωση των βιβλιαρίων πρόσληψης, στον έλεγχο των εντολών περίθαλψης βάσει του ΕΜΑΔ, προς υποβοήθηση του έργου των ιατρών και του μηχανογραφικού συστήματος πληρωμής των νοσηλείων στους φαρμακοποιούς, ιατρούς, κλινικές και εργαστήρια. Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με πλήρες ωράριο, από 1.2.2003 έως 31.12.2003 και 22.1.2004 έως 21.11.2004 η πρώτη, από 1.11.2003 έως 31.10.2004 η δεύτερη, από 1.1.2003 έως 31.12.2003 και 22.1.2004 έως 22.11.2004 η τρίτη, από 1.10.2003 έως 30.9.2003 η τέταρτη και από 30.12.2002 έως 29.12.2003 και από 22.1.2004 έως 22.11.2004 ο πέμπτος. Κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, το οποίο απέβλεπε στην εργασία τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες, όπως και οι λοιποί συνάδελφοί τους, υπό τις οδηγίες και εντολές των αυτών προϊσταμένων και εκπροσώπων του εργοδότη, με το ίδιο ωράριο, στον ίδιο τόπο και χρόνο, χωρίς διακοπή. Ενόψει των ανωτέρω οι προαναφερόμενες συμβάσεις των εναγόντων είχαν χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ είναι σύμφωνος με τον ως άνω χαρακτηρισμό των συμβάσεών τους ο προαναφερθείς τρόπος καταβολής του μισθού τους (αµοιβή κατ' αποκοπή). Οι αλλεπάλληλες ανανεώσεις, όµως, των εν λόγω συµβάσεων των ως άνω εναγόντων και η κατάρτιση ορισµένου χρόνου εργασίας, όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα, οι οποίες εξακολουθούσαν να ισχύουν και κατά την 2.4.2003, οπότε ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο, µε το Π.Δ. 81/2003, η Οδηγία 1999/70/ Ε.Κ. του Συµβουλίου της 28.6.1999, δεν εδικαιολογούντο έκτοτε από λόγους αντικειµενικούς, αφού όλοι οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόµενο καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, αφού το τελευταίο εχρειάζετο διαρκώς και σταθερά προσωπικό για την αντιµετώπιση των τρεχουσών αναγκών των ασφαλισµένων του και για την εύρρυθµη λειτουργία του, συνήφθησαν µε πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1020, ως προς τον καθορισµό ορισµένης χρονικής διάρκειας, µε συνέπεια να καθίστανται αυτές άκυρες, ως προς το χρονικό αυτό περιορισµό της διάρκειάς τους και να συνιστούν έτσι µια ενιαία σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται µετά τη συµφωνηµένη λήξη τους, δεδοµένου ότι δεν προκύπτει ότι οι συµβάσεις εργασίας των έχουν καταγγελθεί με τις νόµιµες διατυπώσεις (έγγραφο τύπο και καταβολή αποζηµίωσης). Περαιτέρω, συνεχίζει το Πρωτοδικείο, το εναγόµενο µε το να µην αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων περιήλθε σε υπερηµερία και οι ενάγοντες δικαιούνται για µισθούς υπερηµερίας των επιδίκων χρονικών διαστημάτων τα ακόλουθα ποσά: η πρώτη ενάγουσα το ποσό των 9.166,67 ευρώ για το από 22.1.2004 έως 21.11.2005 χρονικό διάστηµα, ο δεύτερος ενάγων το ποσό των 11.000 ευρώ για το από 31.10.2004 έως 21.11.2005 χρονικό διάστηµα, η τρίτη ενάγουσα το ποσό των 11.000 ευρώ για το από 21.11.2004 έως 21.11.2005 χρονικό διάστηµα, η τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 11.000 ευρώ για το από 30.9.2004 έως 21.11.2005 χρονικό διάστημα και ο πέµπτος ενάγων το ποσό των 11.000 ευρώ για το από 21.11.2004 έως 21.11.2005 χρονικό διάστηµα. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή και αφού αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ηµεροχρονολογία πρόσληψής τους και ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών είναι άκυρη, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα παραπάνω ποσά. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά το μέρος που αναφέρεται στους παραστάντες αναιρεσίβλητους, παραβίασε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 του Συντάγματος και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Επομένως ο μοναδικός, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει τη σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013). Τέλος, πρέπει, να καταδικαστούν οι παραστάντες αναιρεσίβλητοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183, 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 20-9-2011, αίτησης για αναίρεση της 298/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους, πρώτη και τρίτη. Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους παραστάντες αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.