← Ελλάδα

ΑΠ 1810/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1810 / 2008 (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για κρείσσονες αποδείξεις. Αιτιολογημένη καταδίκη των αναιρεσειόντων για παράβαση του άρθρ. 1 του ΑΝ 86/

  1. Για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του ως άνω άρθρου απαιτείται να διαλαμβάνονται σ’ αυτήν η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στο οικείο ταμείο προσωπικού και τα χρηματικά ποσά των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των απασχοληθέντων. Αριθμός 1810/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κεφάλα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1932/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 560/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α. ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Τέλος, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος, πρέπει, να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α. ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων κρίσιμα περιστατικά, που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στο οικείο Ταμείο προσωπικού, και τα χρηματικά ποσά που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ταμείο ως εργοδότης, ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του α. ν. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος δε απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 139 παρ. 2 του ΚΠοινΔ "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ για προσαγωγή νέων αποδείξεων. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου εναπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, σε περίπτωση απόρριψής του, οφείλει, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, να διαλάβει στη σχετική απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σχετικό σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες "υπέβαλαν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κερκύρας, δια του συνηγόρου υπεράσπισής τους, αίτημα για αναβολή της δίκης με την επίκληση ότι ψηφίστηκε νόμος, ο οποίος προβλέπει ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, προκειμένου να ρυθμίσουν (οι κατηγορούμενοι) τις οφειλές τους προς το ΙΚΑ, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, προσκόμισαν, δε, την από 23-11-2007 σχετική αίτηση της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί-Τουριστικαί Επιχειρήσεις Δελφίνι ΑΕ", προς το ΙΚΑ Κερκύρας, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτ. ...... Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι πράγματι υπέβαλαν την ως άνω αίτηση προς το ΙΚΑ Κερκύρας, προκειμένου να υπαχθούν οι επίδικες οφειλές τους στις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3518/
  3. Παρόμοια αίτηση οι κατηγορούμενοι είχαν υποβάλλει και στο παρελθόν ζητώντας για το λόγο αυτό την αναβολή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό κατά τις δικάσιμους της 18-7-2005 και της 31-10-2005, πλην, όμως, τελικά δεν την προσκόμισαν, ούτε και κατά τη δικάσιμο της 27ης-3-2006, για την οποία είχε αναβληθεί η υπόθεση, με αποτέλεσμα την εκδίκασή της και την καταδίκη τους. Αλλά και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι υπέβαλαν παρόμοιο αίτημα στη δικάσιμο της 1-6-2007, το οποίο έγινε δεκτό από το Δικαστήριο με την έκδοση της υπ' αριθμ. 985/2007 αναβλητικής απόφασης. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το παραπάνω αίτημα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων υποβάλλεται μόνο παρελκυστικά, δεδομένου ότι το ίδιο αίτημα είχε υποβληθεί κατ' επανάληψη, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, δεδομένου μάλιστα ότι η υπαγωγή των επίδικων οφειλών στις ρυθμίσεις του ανωτέρω σχετικού νόμου προϋποθέτει, εκτός από την υποβολή σχετικής αίτησης και τη συνυποβολή και άλλων δικαιολογητικών, (όπως είναι τα εμπορικά βιβλία της επιχείρησης, τα ΦΕΚ κλπ), τα οποία, όμως, οι κατηγορούμενοι δεν τα προσκόμισαν, όπως κατέθεσε σχετικά και η μάρτυρας. Επομένως, προκύπτει ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων δεν προχωράει η διαδικασία ρύθμισης των επίδικων οφειλών τους. Άλλωστε, αν πράγματι οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να ρυθμίσουν τις επίδικες οφειλές τους είχαν όλο τον αναγκαίο προς τούτο χρόνο, αφού από το έτος 2002, οπότε και υποβλήθηκε η σχετική υπ' αριθμ. 25101 ΠΕΕ στον αρμόδιο Εισαγγελέα, παρήλθαν μέχρι και σήμερα επτά σχεδόν έτη, ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα ψηφίστηκαν και ίσχυσαν τέσσερις

(4)συνολικά νόμοι, που προέβλεπαν ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και συγκεκριμένα ίσχυσαν οι νόμοι 2676/1999, 3050/2002, 3332/2004 και 3518/2006. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αποδιδόμενες στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ φέρεται ότι τελέστηκαν από αυτούς το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2ΟΟΟ μέχρι το Σεπτέμβριο του 2ΟΟΟ, δηλαδή έχουν ήδη παρέλθει από τότε μέχρι σήμερα παραπάνω από επτά έτη, με συνέπεια να έχει ήδη παρέλθει ο βασικός χρόνος παραγραφής και μέρος του χρόνου της αναστολής της παραγραφής, ως εκ τούτου υφίσταται άμεσος κίνδυνος σε περίπτωση αναβολής της παρούσας δίκης να παραγραφούν οι ως άνω πράξεις, το αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως για τον προαναφερόμενο λόγο που επικαλούνται οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του με την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για την προσαγωγή νέων αποδείξεων, προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση ρύθμισης των επιδίκων οφειλών, είναι δε αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1932/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Μετά και από έλεγχο που διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ, στις 15-2-2002, στον Ύψο του Ν. Κερκύρας, διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, ως υπεύθυνοι εργοδότες και νόμιμοι εκπρόσωποι της επιχείρησης "ΑΞΤΕ Ξενοδοχείο Δελφίνι ΑΕ", με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Δελφίνι ΑΕ", που εδρεύει στον Ύψο του Ν. Κερκύρας, και ειδικότερα ο μεν πρώτος υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο δεύτερος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο τρίτος ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, όντας υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της εταιρίας, καίτοι αυτή (εταιρία) απασχόλησε κατά το διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2ΟΟΟ μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2ΟΟΟ εργαζόμενους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ο αριθμός και τα ονόματα των οποίων δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, ενεργώντας με πρόθεση: Α) ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν στον προαναφερόμενο οργανισμό τις ασφαλιστικές εισφορές, που βάρυναν την ίδια (ανώνυμη εταιρία), (εργοδοτικές) ποσού 6.35Ο,50 €, που αντιστοιχούσαν εκτός από τους μισθούς για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, και στο δώρο Χριστουγέννων 2000, στο επίδομα και στις αποδοχές άδειας για το έτος 2ΟΟΟ, δεν τις κατέβαλαν στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, ήτοι μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία και Β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων (εργατικές) ποσού 3.175,25 €, που αντιστοιχούσαν εκτός από τους μισθούς για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, και στο δώρο Χριστουγέννων 2ΟΟΟ, στο επίδομα και στις αποδοχές άδειας για το έτος 2000, με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, ήτοι μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία των μισθωτών. Τις πράξεις αυτές οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με πρόθεση, καθόσον αυτοί γνώριζαν τη νόμιμη υποχρέωσή τους καταβολής των προαναφερόμενων ασφαλιστικών εισφορών και ήθελαν τη μη καταβολή τους. Πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α. ν. 86/1967 και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών και χρηματική ποινή διακοσίων
(200)ευρώ, σε κάθε κατηγορούμενο για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ
(8)μηνών και συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων
(300)ευρώ, ανέστειλε δε την ως άνω συνολική ποινή φυλακίσεως για τους δεύτερο και τρίτο από τους καταδικασθέντες για τρία χρόνια και για τον πρώτο κατηγορούμενο τη μετέτρεψε σε χρηματική και καθόρισε για κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των 4,40 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχτηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται στο δικόγραφο της αναιρέσεώς τους μόνον ότι? "α) δεν γίνεται ειδική αναφορά στο ποσό των κατά μήνα καταβλητέων εισφορών ως και αναλυτικά των εισφορών δώρου Χριστουγένων 2000, επιδόματος και αποδοχών αδείας 2000, αλλά μόνο γενική και αόριστη αναφορά του συνολικού ποσού των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών της κρίσιμης περιόδου, β) δεν γίνεται ειδική αναφορά στα στοιχεία των μισθωτών τους οποίους απασχόλησε η επιχείρηση, δηλαδή στο ονοματεπώνυμό τους, στον αριθμό τους και στις αποδοχές που ελάμβανε ο καθένας τους, ούτε στα ποσά των παρακρατητέων από αυτές εργατικών και εργοδοτικών εισφορών". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα ονόματα των απασχοληθέντων μισθωτών, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον το ποσό των οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών και δικαστηρίων, αναφέρεται δε στην πληττομένη απόφαση το ύψος αυτών (εργατικών και εργοδοτικών εισφορών). Αναφέρεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ), στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η παραδοχή της ιδιότητας με την οποία κηρύχτηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες "ως υπεύθυνοι εργοδότες και νόμιμοι εκπρόσωποι της επιχείρησης ΑΞΤΕ Δελφίνη ΑΕ...και ειδικότερα ο μεν πρώτος υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο δεύτερος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και ο τρίτος ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, όντας υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της εταιρίας, ...", από την οποία (ιδιότητα) απορρέει και η υποχρέωσή τους για την καταβολή των εισφορών. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που διατυπώνονται με το δεύτερο λόγο ότι οι αιτιολογίες της απόφασης είναι ελλιπείς είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-2-2008 αίτηση των? 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 1932/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ στον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.