← Ελλάδα

ΑΠ 1811/2008 — Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1811 / 2008 (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο. Περίληψη: Εάν ο εκκαλών κατά την συζήτηση της εφέσεως δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, αν συντρέχει περίπτωση της παρ. 2 του 340, η έφεση απορρίπτεται ανυποστήρικτη - κατ’ άρθρον 501 § 4 ΚΠΔ. Εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ. β’ και γ΄ ΚΠΔ, το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως. Ούτως εάν ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου προς υποστήριξη της εφέσεώς του, το Εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσεως ή απαράδεκτο της ποινικής διώξεως, ερευνά εάν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε και απορρίπτει την έφεση ανυποστήρικτη. Προηγούμενη έρευνα του παραδεκτού στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται. Εφ’ όσον η συζήτηση της εφέσεως αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεως, εάν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος κατηγορουμένου (άρθρο 349 § 3 ΚΠΔ). Αριθμός 1811/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Δήμα, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 2185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1020/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 501 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 48 § 1 Ν. 3160/30-6-2003 αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, κατά την § 3 ιδίου άρθρου όπως ισχύει νυν, μετά το άρθρο 48 § 2 ιδίου (Ν. 3160/03), εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδαφ. β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως, κατά δε την § 4, του ιδίου άρθρου, η οποία προσετέθη με το άρθρο 48 § 3 το αυτού ως άνω νόμου, αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώραν διακοπή η αναβολή αυτής και κατά την νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 δικάζεται σαν να ήταν παρών (ολ ΑΠ 3/2006, 8/2006). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 349 § § 1 και 2 κατά τις οποίες, (§ 1) το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα η αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση, (εδ γ) η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου δεν το επιτρέπουν και (§ 2) εάν το σημαντικό αίτιο απαγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του, προκύπτει ότι τότε μόνον είναι δυνατόν να οριστεί ρητή δικάσιμος προς εκδίκαση της εφέσεως, όταν είναι παρών ο εκκαλών ή, σε περίπτωση απουσίας του, το σημαντικό αίτιο ανεγγέλθη από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, κατά την οποίαν ο εκκαλών οφείλει να εμφανισθεί· και εάν δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου το δικαστήριο, οφείλει να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, διότι η μη εμφάνιση του εκκαλούντος κατά την νέαν μετ' αναβολήν δικάσιμο προς υποστήριξη της εφέσεώς του θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση από την έφεσή του και ως αναγνώριση της ορθότητος της εκκαλουμένης αποφάσεως, υποχρεούνται όμως να βεβαιώσει στην απόφασή του ότι η αναβλητική απόφαση απηγγέλθη παρόντος του κατηγορουμένου, ή, όταν αυτός δεν εμφανίστηκε, παρόντος του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου ή του τρίτου προσώπου που κατ' εντολή του κατηγορουμένου είχαν αναγγείλει το σημαντικό αίτιο. Προηγουμένη έρευνα στην περίπτωση αυτή του παραδεκτού της εφέσεως δεν απαιτείται. Μόνον εάν το Εφετείο διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως, διότι έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της εγκλήσεως ή έχει γίνει ανάκλησή της ή έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινό της ή ο κατηγορούμενος εκκαλών έχει πεθάνει, ή περίπτωση κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω δεδικασμένου ή ελλείψεως εγκλήσεως αιτήσεως ή αδείας που απαιτείται για την διώξη, οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση ησκήθη νομίμως και εμπροθέσμως, αν, ήτοι, είναι παραδεκτή, οπότε, παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως με την παύση οριστικά ή την κήρυξη απαραδέκτου της ποινικής διώξεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείον Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2185/21-3-2008 απόφασή του εδίκασε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της υπ'αριθμ. 18336/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν αυτός είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση δέκα πέντε

(15)μηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα την 3/8/
  1. Ειδικότερα κατά την συνεδρίαση της 11/2/2008, ότε το πρώτον εισήχθη να συζητηθεί η έφεση, ο νυν αναιρεσείων ως εκκαλών δεν εμφανίσθη αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, αλλ' ανήγγειλε σημαντικό αίτιο προς αναβολήν της υποθέσεως, δια του ως αγγέλου εμφανισθέντος ......, ανεβλήθη δε η συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, και δη δια την 21/3/2008, με την υπ'αριθμ. 1075/11-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, "χωρίς την κλήτευση του κατηγορουμένου, για τον οποίον ανακοινώθηκε η άνω δικάσιμος της 21/3/2008 στον μάρτυρα - άγγελό του", όπως και της αποφάσεως αυτής προκύπτει. Συνεπώς, εφ' όσον ο εκκαλών κατά την άνω νέαν δικάσιμον της 21/3/2008 δεν ενεφανίσθη, για να υποστηρίξει την έφεσή του, αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, εν όψει του ότι το αξιόποινο της εν λόγω πράξεως από τα γενόμενα πρωτοδίκως δεκτά και δη με χρόνο τελέσεως, κατά την εκκαλουμένη απόφαση, την 3/8/2000, δεν είχε παραγραφεί, ούτε συνέτρεχε άλλη περίπτωση κατά το άρθρο 370 εδ. β' και γ' Κ.Π.Δ., παύσεως οριστικά ή κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως. Όμως το άνω Τριμελές Εφετείο προέβη στη συζήτηση της εφέσεως ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και την απέρριψεν ως απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, όπως εκ της αναιρεσιβαλλομένης υπ'αριθμ. 2185/21-3-2008 αποφάσεως προκύπτει. Ούτως κρίναν το δικαστήριο αυτό υπέπεσε, κατ' άρθρο 510 § 1 εδ. Θ' ΚΠΔ, εις αρνητικήν υπέρβαση εξουσίας και πρέπει, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγον αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2185/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου
  2. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου
  3. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.