← Ελλάδα

ΑΠ 1811/2010 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1811 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεου. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας. Δεν αιτιολογείται ότι κατ' εντολή του ή άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου του ανατέθηκε ο χειρισμός του συγκεκριμένου μηχανήματος, ούτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του και του επελθόντος αποτελέσματος. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο. Αριθμός 1811/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Καννελόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κεφαλίδου, περί αναιρέσεως της 11327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/

  1. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Το έτος 2003 ο παθών Δ εργαζόταν ως τεχνίτης μονταδόρος στην εταιρεία με την επωνυμία ΙΝΤERMETAL ΑΕ. Ήταν μέλος εξωτερικού συνεργείου της εν λόγω εταιρείας, το οποίο τοποθετούσε ράφια επαγγελματικά. Στο εργοστάσιο της ως άνω εταιρείας που βρίσκεται στον ... υπάρχει εκτός των άλλων και ένα μηχάνημα κοπής μεταλλικών ελασμάτων, το οποίο χειρίζονται ειδικοί τεχνίτες. Το μηχάνημα αυτό μπορούσε να κόψει ελάσματα με μικρότερο δυνατό μήκος 50 εκ. με τρόπο αυτόματο και μικρότερα κομμάτια των 50 εκ με χειροκίνητο χειρισμό. Στην περίπτωση αυτή η τροφοδοσία γινόταν με το χέρι και η εντολή του κοψίματος δινόταν από το χειριστή μέσω ποδομοχλού. Στις 20-10-2003 και περί ώρα 08.00 ο παθών πήγε στο εργοστάσιο και επιχείρησε να κόψει μόνος του λαμάκια διαστάσεων 10 επί 10 εκ. στο ως άνω μηχάνημα, του οποίου δεν γνώριζε τον χειρισμό. Τη στιγμή που προσπαθούσε να τοποθετήσει σωστά το έλασμα στο ψαλίδι, για να το κόψει, ακούμπησε πλάγια με το πόδι του τον ποδομοχλό με αποτέλεσμα να δοθεί εντολή κοπής στο ψαλίδι, το οποίο λειτούργησε αστραπιαία και ακρωτηρίασε τα τρία δάκτυλα του δεξιού του χεριού (μέσου, παράμεσου και μικρού δακτύλου) στο ύψος της δεύτερης φάλαγγας. Το ατύχημα αυτό και ο κατά τα ανωτέρω σοβαρός τραυματισμός του Δ, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος με την ιδιότητα του Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, δεν φρόντισε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, που είναι αναγκαία σύμφωνα με το νόμο για την ασφάλεια και υγιεινή των εργαζομένων στην επιχείρηση του. Ειδικότερα δεν φρόντισε να υπάρχει: α) κατάλληλο προφυλακτήρας, ο οποίος να εμποδίζει την πρόσβαση στο σημείο κοπής του μηχανήματος σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 παράρτημα 1, παράγραφος 2.13 του π.δ 395/94 όπως τροπ. Με το π.δ 89/1999 και β) κατάλληλο κάλυμμα στον ποδομοχλό για την αποφυγή τυχαίου πατήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1, παράρτημα 1, παράγραφος 2.2.2 του π.δ 395/94 όπως τροπ. Με το π.δ 89/
  2. Ο κατηγορούμενος λόγω της ιδιότητας του είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, τα οποία αν ελάμβανε θα είχαν αποτρέψει το ατύχημα και τη σωματική βλάβη που προκλήθηκε στον ως άνω εργαζόμενο. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται και αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσης απόφασης". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων

(4)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, ενώ, αναφέρει τον επιτακτικό κανόνα δικαίου που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητας του, ως διευθυντού του υποκαταστήματος, να λάβει τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων σ' αυτό υπαλλήλων, δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη αμελής συμπεριφορά του σε σχέση πάντοτε με το συγκεκριμένο ατύχημα και τον εξ' αυτού τραυματισμό του παθόντος, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο παθών που αποτελούσε μέλος του εξωτερικού συνεργείου, δεν είχε οποιαδήποτε λειτουργική σχέση με το συγκεκριμένο μηχάνημα, του οποίου όχι μόνο δεν γνώριζε τον τρόπο λειτουργίας του, αλλά καθ' υπέρβαση των λειτουργικών του καθηκόντων, ανέλαβε αυτός με δική του πρωτοβουλία, να διεκπεραιώσει τη συγκεκριμένη εργασία, για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή είχε ανατεθεί αποκλειστικά σε εξειδικευμένους χειριστές. Ούτε, επίσης αιτιολογείται οποιαδήποτε παραδοχή κατά την οποία ανατέθηκε από μέρους του αναιρεσείοντος ή άλλου εξουσιοδοτημένου απ' αυτόν προσώπου, η εκτέλεση από τον παθόντα της συγκεκριμένης εργασίας. Επίσης, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο τραυματισμός του παθόντος, ήταν απότοκος της συνδρομής αμέλειας του αναιρεσείοντος, καθώς και τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, ακόμη δε εκείνα τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, λόγω των προσωπικών του ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1, 315 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 11327/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.