← Ελλάδα

ΑΠ 1813/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξακολουθούν έγκλημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1813 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξακολουθούν έγκλημα. Περίληψη: Απάτη κατ' εξακολούθηση. Έννοια όρων. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας. Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1813/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 158/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.5.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιηθεί στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παρασιάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της απάτης και για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάvnς. Γι' αυτό, είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια τούτου δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, αλλά μπορεί να συναξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξει, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση απάτης, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Πα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτήν, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 158/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, με την ιδιότητα της δικηγόρου, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003 ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα Ψ, η οποία της είχε αναθέσει λίγες ημέρες πριν, να προβεί στις δέουσες δικαστικές ενέργειες για την εξάλειψή της από τη μαύρη λίστα του Τειρεσία, ότι εκτέλεσε την εντολή και είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τις 23/10/03, η δε απόφαση αναμένεται να εκδοθεί το Μάρτιο του
  2. Κατά τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του 2003, ζήτησε από την εγκαλούσα να της καταβάλει το ποσόν των 400 ευρώ, για τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε το ποσόν αυτό. Στις 30.3.2003, ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα ότι εκδόθηκε η δικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είναι θετική για την εγκαλούσα, διέτασσε δηλαδή την διαγραφή της από την λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία και βρίσκεται στο στάδιο της καθαρογραφής, η οποία θα ολοκληρωνόταν τους προσεχείς μήνες, της ζήτησε δε προς επίσπευση της καθαρογραφής το χρηματικό ποσόν των 300 ευρώ. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και το ποσόν αυτό. Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003, της παρέστησε ψευδώς ότι πρέπει να της καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 280 ευρώ για να το δώσει, όπως επί λέξει είπε: ''στον άνθρωπο που θα έβγαζε την απόφαση, καθώς και το ποσόν των 500 ευρώ για να εκδώσει επ' ονόματί της νέο μπλοκ επιταγών. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Στις 29/10/2003 και ενώ η εγκαλούσα της είχε αναθέσει και την υπόθεση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου μετά του εν διαστάσει συζύγου της, ψευδώς της παρέστησε ότι στις 26/11/2003, έχει ορισθεί δεύτερη δικάσιμος για την έκδοση του διαζυγίου και ζήτησε για τον λόγο αυτό να της καταβάλει το ποσόν των 220 ευρώ και την επομένη, 30/10/2003 της ζήτησε άλλα 300 ευρώ για να επισπεύσει τη δεύτερη συζήτηση και να τελειώσει η υπόθεση και με το Εφετείο. H εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Εκ των υστερών όμως αποδείχθηκε, ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και τούτο διότι: 1) Η κατηγορουμένη δεν είχε εκδικάσει αγωγή της εγκαλούσας στο ως άνω Δικαστήριο ούτε βέβαια είχε εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει τη διαγραφή της από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία ούτε έλαβε χώρα καθαρογραφή της απόφασης, ούτε απαιτείτο το ως άνω ποσόν για αμοιβή δικαστικού επιμελητή. 2) Δεν είχε ορισθεί δεύτερη συζήτηση αίτησης εκδόσεως συναινετικού διαζυγίου κατά τον ανωτέρω χρόνο ούτε άλλη ημέρα, αφού δεν είχε λάβει χώρα πρώτη συζήτηση. 3) Δεν εξέδωσε νέο μπλοκ επιταγών, διότι δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα. Με τις ψευδείς, αυτές παραστάσεις η κατηγορουμένη ωφελήθηκε παρανόμως τα ως άνω χρηματικά ποσά των 400, 300, 230, 500, 220 και 300 ευρώ και συνολικά των ποσών των 2000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν από την κατάθεση της μάρτυρος - παθούσης Ψ, η οποία κατέθεσε με πειστικό τρόπο ότι η κατηγορουμένη τις ψευδείς παραστάσεις, στις οποίες διαδοχικά προέβη η κατηγορουμένη, καθώς και τα χρηματικά πόσά που κάθε φορά της κατέβαλε εξ αιτίας των ψευδών παραστάσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι, σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών της κατέβαλε συνολικά 4.000 ευρώ, κάθε φορά που την συναντούσε την διαβεβαίωνε ότι επίκειται η λύση του προβλήματός, δηλαδή η "έξοδος από τον Τειρεσία" και λύση του γάμου της, αφού είχε καταθέσει αγωγή διαζυγίου, ενώ όλα αυτά ήταν ανακριβή, καθόσον ούτε ενέργειες για την χορήγηση μπλοκ επιταγών από την Τράπεζα είχε διενεργήσει, ούτε αγωγή διαζυγίου είχε καταθέσει. Μετά ταύτα, θα πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που της αποδίδεται". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την άνω πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, κήρυξε ένοχη και ειδικότερα, του ότι: "στην ... κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και ταυ αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, με την ιδιότητα της δικηγόρου, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003 ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα Ψ, η οποία της είχε αναθέσει, λίγες ημέρες πριν, να προβεί στις δέουσες δικαστικές ενέργειες για την εξάλειψή της από τη μαύρη λίστα του Τειρεσία, ότι εκτέλεσε την εντολή και είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τις 23/10/03, η δε απόφαση αναμένεται να εκδοθεί το Μάρτιο του
  3. Κατά τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του 2003, ζήτησε από την εγκαλούσα να της καταβάλει το ποσόν των 400 ευρώ, για τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε το ποσόν αυτό. Στις 30-3-2003 ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα ότι εκδόθηκε η δικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είναι θετική για την εγκαλούσα, διέτασσε δηλαδή τη διαγραφή της από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία και βρίσκεται στο στάδιο της καθαρογραφής, η οποία θα ολοκληρωνόταν τους προσεχείς μήνες, της ζήτησε δε προς επίσπευση της καθαρογραφής το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και το ποσόν αυτό. Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003, της παρέστησε ψευδώς ότι πρέπει να της καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 230 ευρώ για να το δώσει, όπως επί λέξει είπε: "στον άνθρωπο που θα έβγαζε την απόφαση", καθώς και το ποσόν των 500 ευρώ για να εκδώσει επ' ονόματί της νέο μπλοκ επιταγών. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Στις 29.10.2003 και ενώ η εγκαλούσα της είχε αναθέσει και την υπόθεση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου μετά του εν διαστάσεις συζύγου της, ψευδώς της παρέστησε ότι στις 26/11/2003 έχει ορισθεί δεύτερη δικάσιμος για την έκδοση του διαζυγίου και ζήτησε για τον λόγο αυτό να της καταβάλει το ποσόν των 220 ευρώ και την επομένη, 30/10/2003 της ζήτησε άλλα 300 ευρώ για να επισπεύσει τη δεύτερη συζήτηση και να τελειώσει η υπόθεση και με το Εφετείο. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Εκ των υστερών όμως αποδείχθηκε ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και τούτο διότι: 1) Η κατηγορουμένη δεν είχε εκδικάσει αγωγή της εγκαλούσας στο ως άνω Δικαστήριο ούτε βέβαια είχε εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει τη διαγραφή της από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία ούτε έλαβε χώρα καθαρογραφή της απόφασης, ούτε απαιτείτο το ως άνω ποσόν για αμοιβή δικαστικού επιμελητή. 2) Δεν είχε ορισθεί δεύτερη συζήτηση αίτησης εκδόσεως συναινετικού διαζυγίου κατά τον ανωτέρω χρόνο ούτε άλλη ημέρα, αφού δεν είχε λάβει χώρα πρώτη συζήτηση. 3) Δεν εξέδωσε νέο μπλοκ επιταγών, διότι δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα. Με τις ψευδείς, αυτές παραστάσεις η κατηγορουμένη ωφελήθηκε παρανόμως τα ως άνω χρηματικά ποσά των 400, 300, 230, 500, 220 και 300 ευρώ και συνολικά των ποσών των 2000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο στην κατηγορουμένη επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ

(8)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ και ΑΑ, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ΒΒ, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι όχι μόνο το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, αλλά και διότι αυτό και μόνο το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της απόφασης, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. 2) Ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθόσον η ιδιαίτερη μνεία στην κατάθεση της εγκαλούσας δεν σημαίνει ότι η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτή, διότι έγινε απλά μνεία αυτής και όχι συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή της με κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. 3) Η αναφορά στο σκεπτικό, όπου παρατίθεται η κατάθεση της εγκαλούσας, ποσού 4.000 ευρώ, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε το ποσό αυτό ως ύψος της ζημίας της εγκαλούσας και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της κατηγορουμένης, αφού διευκρινίζεται ότι η εγκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ζημία ανήλθε στο ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ το Δικαστήριο δέχθηκε ως πραγματικό ποσό ζημίας τα 2.000 ευρώ, όπως είχε δεχθεί και το πρωτόδικο δικαστήριο, πράγμα το οποίο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον είναι παραδεκτός ο άνω λόγος, έτερος λόγος από το ίδιο άρθρο και παράγραφο, περ. Ε', της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 3923/3.5.2007) αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 158/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.