Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1819 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με την οποία ο αναιρεσείων ζητεί να αναιρεθεί αυτό εκ του ότι απέρριψε την προσφυγή του ως απαράδεκτη, με την οποία (προσφυγή του) ζητούσε να ακυρωθούν όλες οι πράξεις της προδικασίας που ακολούθησαν μετά την προσφυγή του κατά διάταξης του Ανακριτή, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση. Αριθμός 1819/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου M. I. του E., προσωρινά κρατούμενου στις φυλακές Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1165/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 257/10-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες την υπ' αριθμ. 102/31-8-2010 αίτηση αναιρέσεως, του κατηγορουμένου M. I. του E., προσωρινώς κρατουμένου στις φυλακές Κορυδαλλού, κατά του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη ως απαράδεκτη η από 7-5-2010 προσφυγή του, εκθέτομεν τα εξής: Α' Με την προδιαληφθείσα, συμφώνως προς το άρθρο 176 Κ.Π.Δ., ασκηθείσα προσφυγή του, ζητούσε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, να ακυρωθούν όλες οι πράξεις της προδικασίας, που ακολούθησαν της εκδόσεως από την 32η τακτική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, της υπ' αριθμ. 94/2010 διατάξεώς της και της κατ' αυτής ασκηθείσης από 1-3-2010 προσφυγής του. Με την προαναφερθείσα διάταξή της, η Ανακρίτρια είχε απορρίψει αίτηση του αναιρεσείοντος, για αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς του. Κατ' αυτής ο τελευταίος άσκησε την υπ' αριθμ. 21/1-3-2010 προσφυγή. Η δικογραφία, εν τω μεταξύ, είχε διαβιβαστεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος την εισήγαγε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθμ. 1009/2010 βούλευμα, διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεώς του. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο αναιρεσείων άσκησε την από 7-5-2010 προσφυγή, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αιτούμενος την ακύρωση όλων των πράξεων της προδικασίας, που ακολούθησαν την άνω από 1-3-2010 προσφυγή του, επί της οποίας έπρεπε να εκδοθεί βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το προαναφερθέν Δικαστικό Συμβούλιο, διά του προσβαλλομένου βουλεύματος, απέρριψε την προσφυγή του ως απαράδεκτη. Β' Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 και 482§1 Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος Ι του άρθρου 482 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 41§1 του Ν. 3160/2003, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος, μόνο εφόσον τούτο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Επομένως, δεν επιτρέπεται αναίρεση καθ' οιουδήποτε άλλου οριστικού ή άλλου προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπό κρίση εμπροθέσμως ασκηθείσα αναίρεσή του, ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 7-5-2010 προσφυγή του, η οποία εστρέφετο κατά του κύρους πράξεων της προδικασίας, ως ανωτέρω ιστορήθη. Κατ' εφαρμογήν, όμως, των προδιαληφθέντων, το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν υπόκειται εις αναίρεση και επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, Προτείνομεν α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 31-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του M. I. του E., προσωρινώς κρατουμένου, κατά του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 10-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 307 και 29 παρ. 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το Συμβούλιο Πλημ/κών ή το Συμβούλιο Εφετών, οσάκις η ανάκριση διεξάγεται από Εφέτη-Ανακριτή, είναι αρμόδιο να αποφασίζει με πρόταση του Εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του Ανακριτή α) όταν ο Ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κλπ, γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στη προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του Εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα κατά της διάταξης του Ανακριτή που αφορά την προσωρινή απόλυση( άρθρα 285 και 299 του ΚΠΔ), και στ) για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις, τέτοια δε είναι και η διάταξη του άρθρου 176 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο. Εναντίον των βουλευμάτων που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και με τα οποία το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο δεν εκφέρει κρίση για την ουσία της υπόθεσης, αλλά επιλύει προδικαστικά ή παρεμπίπτοντα ζητήματα που αναφύονται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1α του ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει για κακούργημα ή παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, δεχόμενο έμπρακτη μετάνοια. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων, από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος για διακεκριμένες κλοπές αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 21/1/3/2010 προσφυγή του κατά της 94/2010 διάταξης της Ανακρίτριας του 32ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την από 25/1/2010 αίτηση του για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης. Επί της προσφυγής αυτής δεν εκδόθηκε βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, καθόσον η δικογραφία εν των μεταξύ είχε διαβιβαστεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 663/1977, ο οποίος την εισήγαγε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με το 1009/2010 βούλευμα του διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής του κράτησης. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άσκησε την από 7/5/2010 προσφυγή του με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν όλες οι πράξεις της προδικασίας που ακολούθησαν την ως άνω από 1/3/2010 προσφυγή του κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 94/2010 διάταξης της Ανακρίτριας του 32ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος . Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1579/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, την προσφυγή του αυτή. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο, με απευθείας κλήσεως παραπεμφθείς για να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, κατηγορούμενος, άσκησε εμπροθέσμως την κρινόμενη από 31/8/2010 αίτηση αναιρέσεως. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του πιο πάνω παρεμπίπτοντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και συνακόλουθα η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31/8/2010 αίτηση του M. I. του E., προσωρινώς κρατουμένου, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.