← Ελλάδα

ΑΠ 182/2015 — Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 182 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια ιατρού- μαιευτήρα. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Αριθμός 182/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Τ. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1011/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Α. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεώνη Σγουράκη - Παπασπυροπούλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1022/2014. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης ( δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή η παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο (άρθρο 24 α.ν. 1565/1939 "Περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος'), από τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (άρθρ. 8 του β.δ. 156/6.7.1955 και ήδη ν. 3418/2005 "Περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας") και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Ο ιατρός ευθύνεται αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε κατά την επιστήμη του να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή η απρονοησία του, τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή σε επέμβαση ή σε μη επέμβαση και μη λήψη μέτρων για να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής του ασθενούς που επιλήφθηκε. Έτσι ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητα του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της παρενέργειας ή επιπλοκής που θα ήταν κίνδυνος να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, όντας σε γνώση του ιστορικού και των συμπτωμάτων του ασθενούς και έχοντας τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή αυτά συμπτώματα και τις ακολουθούσες βλάβες που εμφανίζουν ασθενείς υποβαλλόμενοι σε ιατρική επέμβαση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατ' είδος τους, αναφορά αυτών, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία καθενός εκ των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Η απαιτούμενη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του, ήτοι επιβάλλεται να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, (όπως είναι και οι πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες, όταν διενεργούν προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, κατ' άρθρ. 33 παρ.1 ΚΠΔ), από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη από το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν στη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων πανηγυρικά, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσας της γενικής αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, μάλιστα, ο λόγος αυτός γεννάται, όταν το δικαστήριο δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη συμπεράσματα- πορίσματα, οπότε πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν όσα οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους, ενώ αντίθετα τέτοια ειδική μνεία της πραγματογνωμοσύνης δεν απαιτείται όταν οι παραδοχές είναι απολύτως σύμφωνες με τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, η ανάγνωση του εγγράφου, όταν δεν προκύπτει από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πρέπει δηλαδή να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι και η ανωτέρω δικαστική πραγματογνωμοσύνη έχει σαφώς ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αρ. 1011/2014 αποφάσεώς του, τα εξής κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχοντας στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες της παρούσας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, από την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: Η κατηγορουμένη είναι ιατρός μαιευτήρας γυναικολόγος, απασχολούμενη στην ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", στη Θεσσαλονίκη. Η παθούσα, Α. Δ., σύζυγος του Σ. Π., το Μάρτιο του 2007, σε ηλικία 30 ετών, διαπίστωσε ότι είχε καταστεί έγκυος. Κατόπιν συστάσεως της κουνιάδας της επέλεξε την κατηγορουμένη για να παρακολουθήσει την πορεία της κύησής της, του τοκετού, αλλά και της λοχείας της και έτσι επισκέφθηκε την κατηγορούμενη στο ιατρείο της όπου η τελευταία την εξέτασε κλινικά. Η κατηγορούμενη, ως θεράπουσα ιατρός της ανωτέρω παθούσας, συνέστησε στην τελευταία να συνεχίσει φυσιολογικά τη ζωή της και ταυτόχρονα της χορήγησε ένα παραπεμπτικό σημείωμα εργαστηριακών εξετάσεων στις οποίες η παθούσα έπρεπε να προβεί. Πράγματι, η παθούσα προέβη σε αυτές και απέστειλε τα αποτελέσματά τους στο ιατρείο της κατηγορούμενης. Τη διαδικασία αυτή επαναλάμβανε κάθε μήνα και κάθε φορά οι απαντήσεις της κατηγορουμένης προς την παθούσα, ύστερα από την εκ μέρους της επισκόπηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων στις οποίες η παθούσα προέβαινε, ήταν καθησυχαστικές. Τον Ιούλιο του 2007 και καθώς η παθούσα διένυε τον 5° μήνα της κύησής της, ενώ βρισκόταν με το σύζυγο της στη Μαρώνεια Θράκης, διαπίστωσε αιφνίδια να πρήζονται σε υπερβολικό βαθμό τα άκρα των ποδιών της. Ταυτόχρονα, μεταβαίνοντας η παθούσα τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας στη Θεσσαλονίκη υπέστη δυνατές κράμπες, σύμπτωμα που ουδέποτε μέχρι τη στιγμή εκείνη της είχε εμφανιστεί. Χωρίς χρονοτριβή η παθούσα ενημέρωσε την κατηγορούμενη για τα συμπτώματα αυτά αμέσως το πρωί της επόμενης ημέρας. Ωστόσο η κατηγορούμενη, χωρίς να εξετάσει κλινικά την παθούσα, την καθησύχασε λέγοντάς της πως τα συμπτώματα αυτά οφείλονταν απλώς στην εγκυμοσύνη της, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα τις ιατρικές της εξετάσεις ως καλές. Έκτοτε, παρόλο που η κατηγορούμενη πληροφορήθηκε από την παθούσα και κατά την προγραμματισμένη επίσκεψη της τελευταίας στο ιατρείο της ότι τα άκρα της πρήζονταν υπερβολικά και ότι εξακολουθούσε να παθαίνει έντονες κράμπες, χορήγησε στην παθούσα μία φαρμακευτική αγωγή με μαγνήσιο, την οποία η τελευταία ακολούθησε, καθησυχάζοντας εκ νέου την παθούσα. Όμως, η κατάσταση της υγείας της παθούσας επιδεινωνόταν, τα ανωτέρω συμπτώματα εξακολουθούσαν να υφίστανται και αν και η παθούσα επανειλημμένα την ενημέρωνε γι' αυτά, αλλά και για το ότι ουδέποτε στο παρελθόν εμφανίζονταν σε αυτήν, δεν προβληματίστηκε για τη φύση και τις συνέπειές τους, ούτε ενημερώθηκε σχετικά, αλλά αντίθετα εξακολουθούσε να καθησυχάζει την παθούσα. Κατά τα τέλη του 7ου μήνα της κυήσεώς της, η παθούσα αισθάνθηκε ένα δυνατό πόνο στους νεφρούς της. Την 21:00 περίπου ώρα της ημέρας αυτής, καθώς ο πόνος αυτός είχε γίνει πλέον αφόρητος για την παθούσα, η τελευταία τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και αφού της εξέθεσε την κατάσταση της υγείας της τη ρώτησε σχετικά με το τι έπρεπε να πράξει. Η κατηγορούμενη της απάντησε πως πιθανόν το έμβρυο πίεζε τα νεφρά της και στην ερώτηση της παθούσας προς αυτήν για το αν θα έπρεπε να μεταβεί σε κάποιο νοσοκομείο, ενόψει του ότι ο πόνος πλέον είχε καταστεί για την παθούσα ανυπόφορος, της απάντησε πως το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να λάβει κάποιο παυσίπονο μεταξύ των Voltarain και Buscopan. Ειδικότερα, κι ενώ τον 7° μήνα της κύησης η παθούσα ενημέρωσε την κατηγορουμένη για τον οξύ πόνο στην περιοχή του νεφρού και το επιδεινούμενο οίδημα, με την κατηγορουμένη να είναι γνώστρια της μικρής αύξησης της αρτηριακή πίεσης της παθούσας, καθώς κατά τον 8° μήνα οι τιμές της αρτηριακής πίεσης κυμαίνονταν σε 130 και 80 από 120 και 70 του προηγούμενου μήνα, δεν υπέβαλε την παθούσα σε εξετάσεις ούρων τους δύο τελευταίους μήνες της κύησης, πριν από την ημέρα του τοκετού, προκειμένου να διαπιστωθεί η τιμή του λευκώματος στα ούρα της, ούτε όμως και σε εξετάσεις ουρικού οξέος στο αίμα, όταν ήδη από τον Μάιο του 2007, η τιμή του ανερχόταν σε 6,80mg/dl, άνω των φυσιολογικών ορίων (δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής κύησης, η αρτηριακή πίεση, αλλά και οι τιμές του ουρικού οξέως υποχωρούν, συνήθως, και δεν αυξάνεται χωρίς λόγο), με την αύξηση αυτή να αποτελεί ένδειξη νεφρικής βλάβης. Στις 12 Δεκεμβρίου 2012 η παθούσα εισάγεται στο "ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" στη Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τεκνοποιήσει κι εκεί υποβάλλεται σε ιατρικές εξετάσεις των ζωτικών της σημείων και μέτρηση της αρτηριακής της πίεσης πριν τον τοκετό, που πραγματώθηκε πρωινές ώρες της 13ης Δεκεμβρίου 2012 με καισαρική τομή. Τελικά, η παθούσα εξέρχεται από την κλινική στις 17-12-2007, χωρίς προηγουμένως η κατηγορούμενη να προβαίνει, κατά την τελευταία και προτελευταία ημέρα πριν την έξοδο από την κλινική, σε κλινική εξέταση της παθούσας, αν και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της είχε φρικτούς πόνους στο κεφάλι κι έκανε έμετο. Εξάλλου, σε προσπάθεια τηλεφωνικής επικοινωνίας της παθούσας με την κατηγορούμενη κατά την οποία η παθούσα εξέφραζε παράπονα για τις επίμονες κεφαλαλγίες της, η κατηγορούμενη της απέδιδε σε ψυχολογικά προβλήματα της παθούσας, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ιατρική εξέτασή της. Συνεπώς η κατηγορούμενη, παρόλο που τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια του τοκετού της παθούσας, που έγινε την 13-12-2007, διαπίστωσε ότι τα οιδήματα που είχε η παθούσα δεν ήταν φυσιολογικά, καθώς αυτά είχαν πλέον καταλάβει όλο το σώμα της και είχαν επεκταθεί και στη γεννητική της περιοχή (κόλπο και μεγάλα χείλη του αιδοίου) και αν και παθούσα μετά τον τοκετό και την έξοδό της από το νοσηλευτικό ίδρυμα ενημέρωσε και πάλι, την κατηγορούμενη ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της είχε φρικτούς πόνους στο κεφάλι της και έκανε εμετό, επιπλέον ότι μετά την έξοδό της από το νοσηλευτικό ίδρυμα το κεφάλι της μούδιαζε, έχανε τις δυνάμεις της και είχε πρόβλημα στην όραση, αυτή, ως θεράπουσα ιατρός της παθούσας, κατά παράβαση των παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, αντιμετώπισε την παθούσα με ελλιπή προσοχή και επιπόλαια, δεν διερεύνησε τα προαναφερθέντα συμπτώματα που είχε η παθούσα, ούτε φρόντισε ώστε να εξακριβώσει τα αίτια που τα προκαλούσαν, δεν παρήγγειλε τη διενέργεια επιπλέον εξετάσεων για την παθούσα ώστε να διαπιστωθεί η αιτία τους, ούτε και εξέτασε την παθούσα επισταμένως, αλλά αρκέστηκε σε θεωρητική αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, διαγιγνώσκοντας απλώς έλλειψη μαγνησίου και λέγοντας στην παθούσα ότι οι πόνοι στα νεφρά της οφείλονταν στο παιδί που τα πίεζε και ότι οι πονοκέφαλοι που είχε οφείλονταν σε ψυχολογικά προβλήματα. Πλέον, των ανωτέρω, και μετά τον τοκετό, παρέλειψε να δώσει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις προσοχή και φροντίδα στην παθούσα, γνωρίζοντας, λόγω της ιδιότητά της, ότι η κύηση από μόνη της αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την υγεία της γυναίκας, ότι η έγκαιρη διάγνωση της οποιασδήποτε επιπλοκής της κύησης ή της εξαιτίας της τελευταίας επιβάρυνσης της λειτουργίας κάποιου οργάνου του σώματος έχει πρωτεύουσα σημασία και ότι η έγκαιρη διάγνωση εναπόκειται στη σωστή κι επισταμένη παρακολούθηση της γυναίκας τόσο κατά τη διάρκεια της κύησης και του τοκετού όσο και μετά από αυτόν, διότι η έγκαιρη διάγνωση οποιουδήποτε προβλήματος (όπως εν προκειμένω η επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας) μέσω της επίσπευσης του τοκετού και με κατάλληλη θεραπευτική αγωγή δύναται να περισώσει το αντίστοιχο ζωτικό όργανο (νεφρό) από οποιαδήποτε βλάβη ή τουλάχιστο να την περιορίσει. Αντίθετα, η κατηγορούμενη παρέλειψε, αν και υπεύθυνη για την επιμελή, σύμφωνα με τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα της υγείας της παθούσας, να διαγνώσει ή κατευθύνει αυτήν στις κατάλληλες για την υγεία της ιατρικές εξετάσεις που θα δείκνυαν, σε πρώιμη φάση, την επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας. Άμεση συνέπεια των ανωτέρω παραλείψεων της κατηγορουμένης, καθ' όλο το διάστημα από το καλοκαίρι του 2007 έως και την 3η Ιανουαρίου 2008 ήταν να επισκεφθεί η εγκαλούσα το "ΓΝ.Θ.ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" και να διαπιστωθεί ότι πάσχει από οίδημα οπτικής θηλής, ακολούθως να νοσηλευθεί στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί βλάβη ο βυθός του οφθαλμού και παρουσίασε σημεία υπερτασικής αμφιβληστροειδοπάθειας, βαμβακοφόρα εξιδρώματα και γενικευμένη στένωση αγγείων, και την 10η Ιανουαρίου 2008 διαπιστώθηκε ότι πάσχει από νεφρωσικό σύνδρομο, καθώς και οι δύο νεφροί της εμφάνιζαν λειτουργική καμπύλη με πρώιμη επίτευξη κορυφής και σημαντική παράταση της αποχετευτικής φάσης και η ποσοστιαία συμμετοχή κάθε νεφρού στη συνολική νεφρική λειτουργία ήταν 50% για τον αριστερό και 50% για τον δεξιό, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί η εγκαλούσα ανάπηρη, λόγω χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας με ποσοστό 67%, χωρίς να διακόπτεται ο ανωτέρω αιτιώδης σύνδεσμος από τη λήψη αντιφλεγμονώδων χαπιών, που έλαβε η παθούσα, στην προσπάθεια αντιμετώπισης κεφαλαλγίας της, καθ' υπόδειξη ιατρού ορθοπεδικού, στον οποίο κατέφυγε στις 22 Δεκεμβρίου 2007, συνεπεία των πόνων που αισθάνονταν, ήδη από την πρώτη ημέρα μετά τον τοκετό και της αδιάφορης προς αυτήν συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, με την οποία κι επικοινώνησε τελευταία φορά στις 3 Ιανουαρίου 2008, δεδομένου ότι η νεφρική βλάβη ήταν αποτέλεσμα της επιβάρυνσης που προκλήθηκε από την κύηση κι δεν διαγνώσθηκε έγκαιρα, ώστε να αποτραπεί ή περιορισθεί. Τα ανωτέρω ήταν απόρροια εσφαλμένου χειρισμού και παράβασης των παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης από μέρους της, καθόσον τούτη αντιμετώπισε το εν λόγω περιστατικό με επιπολαιότητα και απερισκεψία, αν και είχε τη δυνατότητα να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε, λόγω της ιδιότητάς της και των γνώσεών της, άμεση δε συνέπεια της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς της ήταν να μη διαγνωστεί εγκαίρως το πρόβλημα υγείας της εγκαλούσας, να χειροτερέψει η κατάστασή της και εν τέλει να υποστεί αυτή την ως άνω περιγραφείσα σωματική βλάβη, η οποία ήταν αποτέλεσμα των μη σύμφωνων με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, ενεργειών της και παραλείψεών της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Με τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, στην προσβαλλόμενη με αρ. 1011/2014 απόφασή του, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της από αμέλεια σωματικής βλάβης της παθούσας εγκύου- λεχώνας, που υπέστη νεφρωσικό σύνδρομο και κατέστη ανάπηρη κατά ποσοστό 67%, λόγω νεφρικής ανεπάρκειας, σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ιατρού μαιευτήρος, που παρακολούθησε την ασθενή και διενήργησε τον τοκετό με καισαρική τομή, για το λόγο ότι αυτή, παρέλειψε να δώσει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις προσοχή και φροντίδα, σύμφωνα με τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αντιμετώπισε τα παρουσιασθέντα στην έγκυο συμπτώματα με επιπολαιότητα και απερισκεψία, δεν προέβη σε σωστή και επισταμένη ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα της παθούσας κατά τη διάρκεια της κύησης, του τοκετού και μετά από τον τοκετό, δεν προέβη στη διενέργεια των ενδεδειγμένων και αναγκαίων εργαστηριακών εξετάσεων, που παρέλειψε εντελώς, παρά τη σειρά παρατεταμένων συμπτωμάτων και ενδείξεων που παρουσίαζε η έγκυος παθούσα, (οιδήματα, πόνους, πρήξιμο και έντονες κράμπες κάτω άκρων, πόνους στους νεφρούς, αυξημένη τιμή ουρικού οξέος, αύξηση αρτηριακής πίεσης, φρικτούς πόνους και μούδιασμα στο κεφάλι, πρόβλημα όρασης και εμέτους κατά την διάρκεια της νοσηλείας της μετά τον τοκετό στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο), συμπτώματα και δεδομένα που ήταν όλα διαδοχικά σε πλήρη γνώση αυτής, ώστε αυτή να προβεί ως ιατρός σε έγκαιρη διάγνωση και να προλάβει, σε πρώϊμη φάση την επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας και του επελθόντος νεφρικού συνδρόμου και της βλάβης των νεφρών ή τουλάχιστον να περιορίσει τη βλάβη αυτή, μέσω των ενδεδειγμένων ιατρικών εξετάσεων και της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής, ακόμα και με επίσπευση του τοκετού, και έτσι δεν προέβλεψε το ανωτέρω επελθόν από υπαιτιότητά της αξιόποινο αποτέλεσμα της σοβαρής σωματικής βλάβης της παθούσας, πράξη για την οποία η κατηγορουμένη καταδικάστηκε. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1, 28, 314 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή, με ελλιπή ή ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως της καταδικασθείσας αναιρεσείουσας: α) Αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα, η αμελής συμπεριφορά και οι παραλείψεις της κατηγορουμένης ιατρού, οι συνθήκες, τα αίτια και η εξέλιξη της σωματικής βλάβης που επήλθε, τα μέτρα που όφειλε να λάβει και δεν έλαβε, σύμφωνα με τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, προς έγκαιρη διάγνωση της πάθησης και διερεύνηση των αιτίων και αντιμετώπιση των εμφανισθέντων συμπτωμάτων και αιτίων επέλευσης του νεφρικού συνδρόμου και της νεφρικής ανεπάρκειας κατά ποσοστό 67%, β) Αναφέρεται το είδος της αμέλειας, σαφώς στο αιτιολογικό και στο διατακτικό που συμπληρώνει το αιτιολογικό και δη της μη συνειδητής αμέλειας, αιτιολογείται και εξειδικεύεται επαρκώς η από έλλειψη προσοχής μη πρόβλεψη της άνω σωματικής βλάβης της παρακολουθούμενης από την κατηγορουμένη εγκύου και η δυνατότητα της κατηγορουμένης να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε από τις ανωτέρω παραλείψεις της και αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αμελή συμπεριφορά της και τις σημειούμενες παραλείψεις της και στο επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης της παθούσας πολιτικώς ενάγουσας, γ) Αιτιολογείται με πληρότητα ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των προαναφερθεισών παραλείψεων της κατηγορουμένης και του επελθόντος κατά την κύηση αποτελέσματος της επιβάρυνσης της νεφρικής λειτουργίας και της επελθούσας εντεύθεν σωματικής βλάβης της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας της πολιτικώς ενάγουσας, ενώ επαρκώς αιτιολογεί ότι η κατά την 22-12-2007, μετά τον τοκετό και μετά την έξοδό της από το Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο, λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων λόγω αυχεναλγίας, κατά σύσταση ορθοπεδικού ιατρού, προς αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας της παθούσας λεχώνας ήδη, δεν διέκοψε τον παραπάνω αιτιώδη σύνδεσμο. Περαιτέρω, από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο και μη αναφερόμενη στο άνω αιτιολογικό από 2-12-2009 δικαστική ιατρική πραγματογνωμοσύνη των Γυναικολόγων ιατρών Π. Π. και Γ. Μ., που συνιστά κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού διατάχθηκε από τον διενεργούντα την προανάκριση Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, αναφέρονται, πλην άλλων, και τα παρακάτω ουσιώδη ως συμπεράσματα. Ότι η παρακολουθούμενη από την κατηγορουμένη μαιευτήρα ιατρό παθούσα Α. Δ., που έτεκε στις 13-1-2007 με καισαρική τομή, στις 4-1-2008 εισήχθη στο Ιατρικό Διαλβανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, λόγω θόλωσης οράσεως, οιδήματος κάτω άκρων και βλεφάρων και υπέρτασης και διαπιστώθηκε οίδημα ανά σάρκα νεφρικού τύπου, αρτηριακή πίεση και ως διάγνωση εισόδου τέθηκε εικόνα νεφρωσικού συνδρόμου, ανθεκτική υπέρταση και θάμβος οράσεως και εξήλθε της κλινικής στις 14-1-2008 με τη διάγνωση νεφρική δυσλειτουργία - προεκλαμπτικό σύνδρομο, ότι σύμφωνα με την από 17-9-2008 ιατρική γνωμάτευση Νεφρολογικής Κλινικής Νοσοκομείου του ΙΚΑ, η ασθενής πάσχει από νεφρωσικό σύνδρομο μετά από προεκλαμψία, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και η βιοψία νεφρού έδειξε σημαντικού βαθμού αλλοιώσεις σπειραματονεφρίτιδος, πιθανόν λόγω συστηματικού νοσήματος, χωρίς εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση, ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία (που τους δόθηκε) καμία επίσημη διάγνωση ή εργαστηριακή εξέταση, που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της κύησης, ότι για να τεκμηριωθεί η διάγνωση της προεκλαμψίας (νόσο του πλακούντα που επεξηγούν θεωρητικά και επισημαίνουν την συμπτωματολογία της), απαιτείται η εμφάνιση της κλασικής τριάδας υπέρταση - λευκωματουρία - οίδημα και πλήρης εργαστηριακός έλεγχος, και με συμπέρασμα των δύο πραγματογνωμόνων ότι " με τα υφιστάμενα στη δικογραφία στοιχεία δεν δυνάμεθα να αποφανθούμε, εάν η νεφρική βλάβη που υπέστη η ασθενής είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης προεκλαμψίας, λόγω της παντελούς έλλειψης επίσημων κλινικών και εργαστηριακών δεδομένων, κατά τη διάρκεια της κύησης".Βέβαια, δεν αναφέρεται στο προοίμιον του προπαρατεθέντος αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με ειδική μνημόνευσή της, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και αυτή την από 2-12-2009 έκθεση της δικαστικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάχθηκε από τον διενεργούντα την προανάκριση Πταισματοδίκη IB' Τμήματος Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια της νεφρικής βλάβης της παθούσας πολιτικώς ενάγουσας, που εμφάνισε μετά τον τοκετό, που διενήργησε η κατηγορουμένη ιατρός γυναικολόγος, ιδία αν αυτή υπήρξε αποτέλεσμα τεκμηριωμένης προεκλαμψίας του πλακούντα και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, είναι το έγγραφο που αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, υπό τον α/α 2 στη σελ. 15, και η οποία αποτελεί ως πραγματογνωμοσύνη, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατά τα άρθρα 178, 183 και 184 παρ. 1 ΚΠΔ, πλην όμως επί του θέματος αυτού πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω: Παρατίθενται στο αιτιολογικό, τα πραγματικά περιστατικά, που γίνεται δεκτό από το δικαστήριο, ότι προκύπτουν με βεβαιότητα από τα άλλα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του σε σχέση με τις παραλείψεις και την ιατρική αμέλεια της κατηγορουμένης μαιευτήρος ιατρού. Από τις παραπάνω δε αναφορές στην άνω πραγματογνωμοσύνη, ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία καμία επίσημη διάγνωση ή εργαστηριακή εξέταση, που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της κύησης, ότι για να τεκμηριωθεί η διάγνωση της προεκλαμψίας, απαιτείται η εμφάνιση της κλασικής τριάδας υπέρταση- λευκωματουρία - οίδημα και πλήρης εργαστηριακός έλεγχος, και με συμπέρασμα των δύο πραγματογνωμόνων ότι με τα υφιστάμενα στη δικογραφία στοιχεία δεν δύνανται να αποφανθούν, εάν η νεφρική βλάβη που υπέστη η ασθενής είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης προεκλαμψίας, λόγω της παντελούς έλλειψης επίσημων κλινικών και εργαστηριακών δεδομένων, κατά τη διάρκεια της κύησης, συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη αυτή δεν εισφέρει πραγματικά περιστατικά κρίσιμα για την διαπίστωση συνδρομής ή μη αμέλειας της κατηγορουμένης ιατρού, ούτε καταλήγει σε κάποιο συγκεκριμένο κρίσιμο για την υπόθεση συμπέρασμα, που να στηρίζει κάποιο υπερασπιστικό ισχυρισμό της κατηγορουμένης και που αγνόησε το δικαστήριο ή που θάπρεπε να αντικρούσει με το αιτιολογικό του, πριν καταλήξει σε καταδικαστική κρίση. Επομένως, από τη μη αναφορά του αιτιολογικού στο παραπάνω ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την ως άνω από 2-12-2009 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ουδεμία πλημμέλεια επήλθε ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και την ειδική αιτιολόγηση της ενοχής της κατηγορουμένης ιατρού και δεν στέρησε το δικαστήριο την προσβαλλόμενη απόφασή του από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του την έκθεση αυτή, όπως και το παραπάνω χωρίς κανένα συμπέρασμα περιεχόμενο της, και αφού δεν προέβη σε ορισμένη αντίθετη προς την πραγματογνωμοσύνη αυτή παραδοχή και δικανική πεποίθηση, δεν χρειαζόταν κάποια αντίκρουση της πραγματογνωμοσύνης με την παρατιθέμενη αιτιολογία. Ενόψει όλων των παραπάνω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός συναφής λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, υπό τις τέσσερις ειδικότερες αιτιάσεις της, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας(άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-09-2014 αίτηση της Ε. Τ. του Χ., για αναίρεση της με αρ. 1011/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα

(250)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ποσού πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 19 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.