← Ελλάδα

ΑΠ 1822/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1822 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Περίληψη: Παράβαση άρθρου 220 παρ. 1 εδ. α ΠΚ (υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης). Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, διότι δεν αναφέρεται ποιο ήταν το ψευδές περιστατικό που μετά από εξαπάτηση συμβολαιογράφου πέτυχε η κατηγορουμένη (να υφαρπάξει) σε πράξη του τελευταίου και δεν εξηγείται γιατί αυτό το περιστατικό ήταν ανακριβές. Αριθμός 1822/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πλεύρη, για αναίρεση της με αριθμό 279/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2035/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ., όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι 2 ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) σύνταξη δημοσίου εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., β) το δημόσιο έγγραφο να διαλάβει αναληθές περιεχόμενο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση στο δημόσιο έγγραφο να έχει επιτευχθεί με εξαπάτηση καθ' οιονδήποτε τρόπο και δ) η πρόθεση του δράστη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 279/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 216 παρ. 3 του Π.Κ., δεχθέντος εδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ είχε πωλήσει στους Γ1 και την κατηγορούμενη κατά το αδιαίρετο !/2 το με αριθ. κυκλ. ..... λεωφορείο, με τον όρο της παρακράτησης κυριότητος μέχρι την εξόφληση του. Η εξόφληση του τιμήματος έγινε στις 4-4-1995, γεγονός για το οποίο ο ως άνω πωλητής παρέσχε στους αγοραστές υπεύθυνη δήλωση του υπογραφείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αποστόλου Μάντζαρη, αναφέροντας ότι αίρει και την παρακράτηση της κυριότητος. Η δήλωση αυτή καταχωρήθηκε στο με αριθ. ... βιβλιάριο μεταβολών του αυτοκινήτου. Ο νόμος δεν ορίζει τύπο για την πράξη εξόφλησης τιμήματος αυτοκινήτων και για τη συμφωνία άρσης της παρακράτησης κυριότητος. Ο μηνυτής Ψ1, δυνάμει του με αριθ. .... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθ, Παπαγεωργίου αγόρασε από τον Γ1 το 50% επί του ως άνω λεωφορείου, σημειωθείσης της ως άνω μεταβιβάσεως στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος και κατέστη συγκύριος αυτού κατά το αδιαίρετο ι/2 με την κατηγορουμένη. Έκτοτε, προς ικανοποίηση επιδικασθείσης απαιτήσεως του κατά της κατηγορουμένης ο Ψ1 προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση επί του αδιαιρέτου 1Α κυριότητος της κατηγορουμένης στο ως άνω λεωφορείο και σε αναγκαστικό πλειστηριασμό και μετά την κατακύρωση του στον ίδιο απέκτησε την πλήρη κυριότητα του λεωφορείου και στο όνομα του εκδόθηκε πλέον εκδόθηκε από τη διοίκηση η σχετική άδεια κυκλοφορίας. Κατά του ως άνω πλειστηριασμού και για ακύρωση του άσκησε ανακοπή η κατηγορουμένη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και εκδόθηκε τελεσίδικα η με αριθ. 402/10-10-2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που δέχθηκε την ανακοπή αυτή και ακύρωσε τον πλειστηριασμό, επειδή θεώρησε ότι κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. ενεργήθηκε, αφού δεν οδηγήθηκε το εκπλειστηριαζόμενο αυτοκίνητο στον τόπο του πλειστηριασμού. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή, μετά άσκηση αίτησης αναίρεσης του μηνυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1116/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη μετ' αναίρεση συζήτηση στο Εφετείο Ιωαννίνων, ως Δικαστήριο της παραπομπής, εκδόθηκε νέα απόφαση (282/2003) που απέρριψε την ανακοπή της κατηγορουμένης και πλήρης κύριος παρέμεινε ο μηνυτής, η ανωτέρω απόφαση εξέθετε το ιστορικό της ανακοπής της κατηγορουμένης, στο οποίο περιλαμβάνονταν και αναφορά της ότι ήταν άκυρη η βεβαίωση του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη στο βιβλίο μεταβολών του οχήματος για άρση της παρακράτησης της κυριότητας από τον πωλητή, μη προηγηθείσης πράξης εξοφλήσεως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Τρεις
(3)μήνες και πλέον μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής του Εφετείου Ιωαννίνων η κατηγορουμένη, μετέβη στο συμβολαιογραφείο του Αποστόλου Μάντζαρη στα Τρίκαλα, όπου εισελθούσα επιθετικά και προσβάλλοντας τον ενώπιον τρίτων (συμβαλλομένων και προσωπικού) του ανέφερε, εις επήκοον πάντων και με ύφος αυστηρό, ότι το Εφετείο Ιωαννίνων ακύρωσε τις προαναφερθείσες πράξεις του για άρση της παρακράτησης κυριότητος του πωλητή (Γ) και μεταβίβαση της κυριότητος στην κατηγορουμένη και τον Γ1, τεχνηέντως και από μακριά, επισείοντας το κείμενο της, ανέγνωσε τους δικούς της ως άνω ισχυρισμούς που διελάμβανε στην ανακοπή της και οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αιτιολογιών και διατακτικού της απόφασης, ούτε λόγο ακύρωσης του πλειστηριασμού, εμφάνισε ότι αυτή ήταν η κρίση του Δικαστηρίου και ζήτησε απειλητικά και επιτακτικά από το συμβολαιογράφο να συντάξει νέα πράξη, ώστε να διορθωθεί δήθεν αυτή η ακυρότητα, να γίνει συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης από τον πωλητή Γ του τιμήματος για την αγορά του λεωφορείου, με νέα σημείωση στο βιβλίο μεταβολών του της πράξης μεταβίβασης κυριότητος από τον Γ προς αυτή και τον Γ
  1. Ο συμβολαιογράφος Απ. Μαντζαρης παραπλανήθηκε από τη συμπεριφορά αυτή της κατηγορουμένης, πίστεψε ότι πράγματι η απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων έφερε την κρίση που εμφάνισε η κατηγορουμένη και κάλεσε τον Γ να προσέλθει, παρά τις αντιρρήσεις του και συνετάγη η με αριθ. ..... πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ.Μάντζαρη, που τιτλοφορείται "εξόφληση τιμήματος και παραχώρηση κυριότητας αυτοκινήτου" και στην οποία αναφέρεται ότι εξοφλήθηκε το τίμημα του λεωφορείου από τους Γ1 και κατηγορουμένη και ότι ο πωλητής παραχωρεί ρητά την κυριότητα στους Γ1 και κατηγορουμένη, οι οποίοι δύνανται να διακατέχουν, νέμονται και διαθέτουν το αυτοκίνητο αυτό ως τέλειοι κύριοι, νομείς και κάτοχοι του. Η κατηγορουμένη αποσιώπησε και αθεμίτως απέκρυψε ότι το 1Α του λεωφορείου ανήκε από καιρού στο μηνυτή Ψ1, ο οποίος ήταν ήδη συγκύριος αυτού του λεωφορείου από το έτος 1996 και έτσι επέτυχε να βεβαιωθεί στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη ψευδές γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες. Με τον ως άνω τρόπο η κατηγορουμένη, που σκοπό είχε να χρησιμοποιήσει την πράξη αυτή του συμβολαιογράφου Απ. Μάντζαρη στις διοικητικές υπηρεσίες του Υπουργείο Μεταφορών, για έκδοση αδείας κυκλοφορίας στο όνομα της και στο όνομα του Γ1, έναντι του οποίου είχε απαιτήσεις και η δυνατό να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση για απόκτηση του 1Α της κυριότητος του λεωφορείου, επέτυχε να βεβαιωθεί ψευδώς ότι ο Γ1 είναι συγκύριος του ως άνω λεωφορείου κατά το αδιαίρετο 1/2, ενώ συγκύριος αυτού, με αγορά από το Γ1, ήταν στο παραπάνω ιδανικό μερίδιο ο μηνυτής Ψ1, το όνομα του οποίου αναφερόταν ήδη στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και ασφαλώς ο μηνυτής με την απώλεια της κυριότητος στο λεωφορείο υφίσταται ζημία υπερβαίνουσα τα 25.000.000 δρχ., αφού το σύνολο του λεωφορείου είχε αξία πλέον των 50.000.000 δρχ. Πράγματι η κατηγορουμένη με αίτηση της από 23-5-2002, χρησιμοποιώντας και επικαλούμενη την ως άνω πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη και την ψευδή βεβαίωση που αυτή περιείχε με την αναφορά της περί συγκυριότητος του Γ1 στο λεωφορείο, ζήτησε να εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας αυτού με αναφορά ως συγκυρίων του Γ1 και της ίδιας, ώστε να απωλέσει κάθε δικαίωμα ο αληθής συγκύριος Ψ
  2. Με αίτηση του ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με αριθ. 390/2002 ο μηνυτής απέτρεψε την έκδοση της παραπάνω ζητηθείσης νέας αδείας κυκλοφορίας. Αποδεικνύεται ασφαλώς ότι ηδύνατο να έχει έννομη συνέπεια το γεγονός που αναληθώς βεβαιώθηκε με δόλο της κατηγορουμένης στην πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη, που προαναφέρεται. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι ενήργησε όλα τα παραπάνω γιατί πάλευε για το μερίδιο της στο λεωφορείο και ότι επεδίωκε να ειδοποιηθεί ο Γ1, που κανένα δικαίωμα δεν είχε στο λεωφορείο, να κάνει κι αυτός τις ίδιες διαδικασίες με τον μηνυτή, δεν είναι πειστικός, αφού κανένας δεν είχε αμφισβητήσει την εξόφληση του οχήματος από το 1995, ουδεμία παράβαση υπήρξε κατά τον τύπο ή την ουσία σχετικά με την πράξη εξόφλησης και την άρση της παρακράτησης κυριότητας και ακόμα η ίδια επεδίωξε με αίτηση της να πετύχει την έκδοση νέας αδείας κυκλοφορίας του λεωφορείου, με αποβολή του μηνυτή και επάνοδο του Γ1, που ήδη είχε πωλήσει το μερίδιο του στο μηνυτή.". Με τις παραδοχές της αυτές η προβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επί πλέον δε, στο σκεπτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και υπάρχουν λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο, αν ορθώς εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 του Π.Κ., που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, με συνέπεια η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ποιό ακριβώς ήταν το ανακριβές περιστατικό, το οποίο, έπειτα από εξαπάτηση του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη, περιλήφθηκε στην υπ' αρ. ....... Πράξη του ως άνω συμβολαιογράφου και τιτλοφορείται "εξόφληση τιμήματος και παραχώρηση κυριότητας αυτοκινήτου" και πιο συγκεκριμένα, κατά τί ήταν ανακριβής, ως μη ανταποκρινομένη στην αλήθεια, η δήλωση του πωλητή Γ, η οποία καταχωρήθηκε στην προαναφερθείσα Πράξη, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στο παρελθόν ο Γ είχε πωλήσει στον Γ1 και την κατηγορουμένη το υπ' αρ. κυκλ. ..... λεωφορείο και είχε παρακρατήσει την κυριότητά του, μέχρι την αποπληρωμή των δόσεων. Πρέπει συνεπώς, οι εκ του άρθρου 519 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, να γίνουν δεκτοί, ως ουσιαστικά βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 279/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου
  3. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου
  4. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.