← Ελλάδα

ΑΠ 1826/2012 — Ασφαλιστική σύμβαση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1826 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Ασφαλιστική σύμβαση. Περίληψη: Ασφαλιση. Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων. Σϋμβαση έργου με ασφαλιστική επιχείρηση. καταγγελία συμβάσεων έργου (700 ΑΚ). Υποχρέωση καταβολής συμφωνημένης αμοιβής στον εργολάβο. Οχι επι σπουδαίου λόγου καταγγελίας. Εννοια σπουδαίου λόγου. Εξάρτηση αμοιβής εργολάβου από αναβλητική αίρεση που δεν είχε πληρωθεί κατά τον χρόνο της καταγγελίας. Υποχρέωση εργολάβου να επικαλεστεί και να αποδείξει για να δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ότι η αίρεση θα επληρούτο εάν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία. Απόδειξη: Υποχρέωση δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρθου 22 του ν. 2915/

  1. Αναίρεση Σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρθο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχυε πριν από τον ν. 2915/01 βάσιμος. Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1, 8, 19 του Κ.Πολ.Δ Αναιρεί εν μέρει ΕΑ 1361/
  2. Αριθμός 1826/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην ΑΛΦΑ Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία" και με διακριτικό τίτλο "ALPHA Ασφαλιστική", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΑΕΑΖ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπουρνέλη. Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Νικολόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-12-1995 και 9-9-1996 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1010/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1361/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2010 αίτησή της και τους από 21-2-2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και τους από 21-2-2012 πρόσθετους λόγους. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I.- Kατά το άρθρο 20 του ν. 1569/1985, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και στον επόπτη συντονιστών, "Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ζωής ή και μιας μόνο ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει. Η σχέση που συνδέει τον συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ "Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ό,τι άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί". Η τελευταία αυτή διάταξη παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε, μέχρι την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε λόγου και χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αλλά και με την υποχρέωση να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη για το όλον έργο αμοιβή . Από την ίδια όμως αυτή διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200,281 και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα απρόθεσμης, ως ανωτέρω, καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, με συνέπεια να μην οφείλεται στην περίπτωση αυτή η συμφωνηθείσα αμοιβή στον εργολάβο. Η διάταξη πάντως του άρθρου 700 του ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, με αποτέλεσμα εν πάση περιπτώσει να είναι ισχυρή συμφωνία των μερών ( άρθρ. 361 ΑΚ) για διαφορετική ρύθμιση από εκείνην της διάταξης αυτής (ΑΠ 147/2003), όπως π.χ. συμφωνία για δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο χωρίς καταβολή στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής. Σπουδαίον, τέλος, λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως μπορούν να συνιστούν η σημαντική διατάραξη της μεταξύ των μερών εμπιστοσύνης, η διάπραξη ποινικού αδικήματος εις βάρος του εργοδότη ή τρίτων συνεργατών ή πελατών του εργοδότη εκ μέρους του εργολάβου, η δυσφήμηση του εργοδότη, η αδιαφορία του εργολάβου για την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων κ.λ.π. ΙΙ.- Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει της από 9-9-1994 συμβάσεως που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ της "Ελληνοβρετανικής Ανώνυμης Εταιρείας Ασφαλίσεων Ζωής", της οποίας καθολική, διάδοχος έγινε η εταιρεία "ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πού έχει ήδη μετονομαστεί, όπως αναφέρεται παραπάνω, σε "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (εφεξής εφεσίβλητης) και του Φ. Π. (εφεξής εκκαλούντος) συμφωνήθηκε η συνεργασία του τελευταίου, υπό την ιδιότητα του επόπτη συντονιστών και παραγωγών ασφαλειών, με την αντίδικό του ασφαλιστική εταιρεία. Ειδικότερα συμφωνήθηκε η ανάθεση στον εκκαλούντα της δημιουργίας, δηλαδή εξεύρεσης, επιλογής, εκπαίδευσης και εποπτείας ομάδων βασικών παραγωγών, βοηθών συντονιστών και συντονιστών προς αναζήτηση, εξασφάλιση και διαβίβαση στην εφεσίβλητη εταιρεία αιτήσεων για σύναψη ασφαλειών ζωής και σωματοφύλακα (ασθενείας, νοσοκομειακής περίθαλψης, ατυχημάτων κλπ). Στην ίδια ως άνω σύμβαση προσαρτήθηκαν ως μέρος αυτής και α) το από 9-9-1994 έγγραφο "Προσάρτημα 1"και β) η με ίδια ημερομηνία εμπιστευτική επιστολή του Διευθυντή της εφεσίβλητης προς τον εκκαλούντα. Η ως άνω σύμβαση ορίστηκε, με τον όρο 1 του ως άνω προσαρτήματος, ως ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα ως πενταετούς διάρκειας (από 9-9-1994 έως 9-9-1999). Με την επίδικη σύμβαση τέθηκαν δύο στόχοι παραγωγής ασφαλίστρων στον εκκαλούντα και στις ομάδες του και ειδικότερα α) για το χρονικό διάστημα από 9-9-1994 μέχρι 31-12-1995 (ήτοι για το πρώτο διάστημα των 16 μηνών) προβλέφθηκε παραγωγή ασφαλίστρων ύψους 70.000.000 δραχμών και β) για ολόκληρη την πενταετή διάρκεια της σύμβασης τέθηκε ως στόχος το ποσό των 205.000.000 δραχμών. Για την περίπτωση επιτεύξεως είτε του ενός είτε του άλλου στόχου συμφωνήθηκε η καταβολή προς τον εκκαλούντα του ποσού των 1.100.000 δραχμών ως μπόνους (bonus) παραγωγής. Το ποσό αυτό προκαταβλήθηκε κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως (9-9-1994), συμφωνήθηκε δε να επιστραφεί σε περίπτωση μη επιτεύξεως των οικονομικών στόχων που τέθηκαν, καθώς και στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους μεν της ασφαλιστικής εταιρείας με σπουδαίο λόγο, εκ μέρους δε του εκκαλούντος, χωρίς σπουδαίο λόγο. Επίσης με την εμπιστευτική επιστολή συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στον εκκαλούντα το ποσό των 400.000 δραχμών μηνιαίως επί 16 μήνες, ως προκαταβολή της μελλοντικής προμήθειας και λοιπών αμοιβών που θα δικαιούτο αυτός από τη σύμβαση. Για το ποσό μάλιστα αυτό συμφωνήθηκε να γίνει δύο φορές αξιολόγηση επίτευξης του οικονομικού στόχου και δη α) την 28η-2-1995, μετά την οποία θα συνεχιζόταν η καταβολή του ποσού, εφόσον δεν υπήρχε απόκλιση μεγαλύτερη του 20% του οικονομικού στόχου και β) την 31η-12-1995 κατά την οποία θα γινόταν η εκκαθάριση του λογαριασμού. Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως πριν τις ημερομηνίες αυτές το τυχόν καταβληθέν ποσό θα επιστρεφόταν σύμφωνα με τις πιο πάνω διακρίσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 4 της επίδικης σύμβασης, συμφωνήθηκε η καταβολή προς τον εκκαλούντα των πιο κάτω αμοιβών (...).Τέλος με τον όρο 19 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η επίδικη σύμβαση, η οποία, κατά τα άνω, είναι ορισμένης διάρκειας, θα καταγγέλλεται άμεσα εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, σε περίπτωση υπάρξεως σπουδαίου λόγου. Όπως δε ενδεικτικά αναφέρεται ως σπουδαίος λόγος μεταξύ άλλων, θεωρείται η διάπραξη ποινικού αδικήματος σε βάρος της εταιρείας ή τρίτων, συνεργαζόμενων με την εταιρεία ή πελατών, η δυσφήμηση της εταιρείας, η κατάρτιση ψευδών ή ανύπαρκτων συμβολαίων, η πώληση ασφαλειών σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, οι ανταγωνιστικές προς την εταιρεία ενέργειες, η υπεξαίρεση, η κατάρτιση ακυρώσιμων συμβολαίων και η αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία. Στα πλαίσια της υλοποίησης της ως άνω συμβάσεως ο εκκαλών έφερε, κατόπιν δικών του ενεργειών, στην ασφαλιστική εταιρεία, μεταξύ άλλων, και το Γ. Α., για να εργαστεί στη δική του ομάδα ως συντονιστής. Όπως δε προκύπτει από την από 10-10-1994 έγγραφη εμπιστευτική επιστολή της εφεσίβλητης, αλλά και ομολογείται ρητώς από την τελευταία, ο εν λόγω συνεργάτης συμφωνήθηκε να υπάγεται στην ομάδα του εκκαλούντος, ώστε η παραγωγή του σε ασφάλειες να προσμετράται στους οικονομικούς στόχους του εκκαλούντος και η αμοιβή του τελευταίου να στηρίζεται και στα εισπραγμένα ασφάλιστρα. που αφορούν την παραγωγή του άνω συνεργάτη του. Έπρεπε δε οι αιτήσεις προς σύναψη σύμβασης ασφάλισης που προέρχονται απ'αυτόν να καταχωρούνται στον κωδικό του εκκαλούντος που ήταν ο αριθμός
  3. Μερικές ημέρες όμως αργότερα και δη αρχές Νοεμβρίου του 1994 επήλθε μυστική συμφωνία μεταξύ του Γ. Α. και της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση αντιπροσωπευόταν από το Διευθυντή πωλήσεων αυτής Γ. Σ.. Κατά τη συμφωνία αυτή ο πρώτος αποσπάστηκε από την ομάδα του εκκαλούντος, εν αγνοία του τελευταίου και αναγορεύτηκε και αυτός σε επόπτη συντονιστών. Του δόθηκε μάλιστα νέος κωδικός και δη ο αριθμός 50, με τον οποίο καταχωρούντο πια οι συναλλαγές του, μη προσμετρούμενες πια στην παραγωγή της ομάδας του εκκαλούντος. Η εν λόγω συμφωνία εγένετο κατά παράβαση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η οποία προέβλεπε στο μεν όρο 11 ότι η προαγωγή του συντονιστή σε επόπτη γίνεται κατόπιν εισήγησης του εκκαλούντρς, στο δε όρο 12 ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να υπάγει σε άλλη διεύθυνση συνεργάτες αυτού, χωρίς την έγκρισή του. Τη μετακίνηση αυτή o εκκαλών πληροφορήθηκε περί το τέλος Νοεμβρίου 1994, λίγες μέρες δε αργότερα απέστειλε προς την ασφαλιστική εταιρεία την από 6- 12-1994 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, στην οποία διαμαρτυρόταν αφενός μεν για την εν λόγω μετακίνηση χωρίς την έγκρισή του και αφετέρου για τη μη παροχή σ' αυτόν γραφείου και γραμματειακής υποστήριξης παρά τη σχετική υποχρέωση της εφεσίβλητης που προβλεπόταν από τον όρο 7 της σύμβασης. Εξώδικη διαμαρτυρία απέστειλε τον ίδιο χρόνο και προς το Γ. Α., διαμαρτυρόμενος για τη μετακίνησή του από την ομάδα του, χωρίς την έγκρισή του. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης εταιρείας ότι ο εκκαλών με την υπαίτια συμπεριφορά του προκάλεσε τη ρήξη με το συνεργάτη του Γ. Α., με τον οποίο διαπληκτιζόταν και δεν μπορούσε να συνεργαστεί επαγγελματικά και ότι αυτός ήταν ο λόγος που ανάγκασε το Διευθυντή πωλήσεως Γ. Σ. να απομακρύνει το Γ. Α. από την ομάδα του αντιδίκου της, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος (...). Μετά τα ως άνω γεγονότα και ιδίως την κοινοποίηση της ανωτέρω αναφερόμενης εξώδικης δηλώσεως του εκκαλούντος, η εφεσίβλητη εταιρεία, αντί να συμμορφωθεί με τα εύλογα αιτήματα του αντιδίκου της, τα οποία μάλιστα απέρρεαν από τη μεταξύ τους σύμβαση και δη την παροχή γραφείου και γραμματειακής υποστήριξης (μέχρι τότε φιλοξενείτο σε διάφορα γραφεία περιφερόμενος), καθώς και την παροχή πληροφοριών για την παραγωγή του Γ. Α., ο οποίος, αντισυμβατικά μετακινήθηκε από την ομάδα του, όχι μόνο αδιαφόρησε πλήρως, αλλά προέβη και σε περικοπή της από 400.000 δρχ. μηνιαίας χρηματοδότησης του εκκαλούντος που συμφωνήθηκε με την από 9-9-1994 εμπιστευτική επιστολή (την εν λόγω χρηματοδότηση εισέπραξε μόνο για δύο μήνες). Είναι χαρακτηριστικό ότι η εφεσίβλητη αδιαφόρησε ακόμα και σε πρόσκληση του εκκαλούντος προς το Γ. Σ. να προσδιοριστεί συνάντηση, προκειμένου να συζητηθούν οι όροι συνεργασίας, με νέο συνεργάτη που ανεύρε και ο οποίος ήταν πρόθυμος να αναλάβει την περιοχή των βορείων προαστίων Αττικής (...). Κατόπιν αυτού ο εκκαλών με την από 17-1-1995 εξώδικη δήλωσή του που κοινοποιήθηκε προς την εφεσίβλητη στις 19-1-1995 της γνωστοποίησε ότι δεν θα προσέρχεται στα γραφεία της μέχρι να συμμορφωθεί η τελευταία με τις συμβατικές της υποχρεώσεις της. Αυτή όμως και πάλι δεν συμμορφώθηκε. Επιπλέον δε προέβη σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Για την καταγγελία δε αυτή, η οποία έγινε με την υπό κρίση από 11-12-1995 αγωγή (προηγούμενη κοινοποίηση καταγγελίας και δη με επιστολή δεν αποδείχτηκε) η εφεσίβλητη επικαλείται ως σπουδαίο λόγο "αντιεπαγγελματική συμπεριφορά απέναντι στην εταιρεία και τους συνεργάτες του, καθώς και αδιαφορία". Τέτοια όμως αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, κατά τα άνω, δεν αποδείχτηκε. Επίσης δεν αποδείχτηκε αδιαφορία αυτού. Η επικαλούμενη στις προτάσεις της εφεσίβλητης μη επίτευξη των οικονομικών στόχων αυτού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον αφενός μεν αυτός εξαναγκάστηκε να απομακρυνθεί από την εταιρεία τον Ιανουάριο του 1995, ήτοι μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη της συνεργασίας τους και πριν την 28-2-1995, που ήταν η πρώτη ημερομηνία αξιολόγησης της επίτευξης του στόχου του και αφετέρου, κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης, η παραγωγή του Γ. Α. δεν συνυπολογιζόταν στη συνολική παράγωγή της ομάδας του εκκαλούντος. Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, με την έννοια που αναφέρεται πιο πάνω στη νομική σκέψη, προς καταγγελία της επίδικης συμβάσεως που ήταν ορισμένου χρόνου. Συνεπώς η εν λόγω καταγγελία τυγχάνει άκυρη, με αποτέλεσμα ο εκκαλών να διατηρεί το δικαίωμα να εισπράξει, κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, τη συμφωνημένη αμοιβή του (...) κατά την πενταετή συμβατική διάρκεια της επίδικης σύμβασης. Επειδή δε η εν λόγω αμοιβή δεν καθορίστηκε κατ' αποκοπή, αλλά είναι συνάρτηση της εκ μέρους του ιδίου και της ομάδας του παραγωγής ασφαλίστρων, την οποία ο ως άνω διάδικος δεν είχε, από υπαιτιότητα της αντιδίκου του, τη δυνατότητα να επιδιώξει και να πετύχει, αφού εξαναγκάστηκε από την εταιρεία να απομακρυνθεί αντισυμβατικά, θα εφαρμοστεί, ως προς το θέμα αυτό, αναλογικά, η διάταξη του άρθρου 298 εδ. β του ΑΚ. Σύμφωνα λοιπόν με τη διάταξη αυτή και αφού ληφθεί υπόψη ως μέσος ετήσιος οικονομικός στόχος τον οποίο, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εκκαλών θα επιτύγχανε αυτός των 40.000.000 δρχ. (ήτοι 205.000.000 : 5 έτη = 41.000.000 δρχ. και κατά στρογγυλοποίηση 40.000.000 δρχ. τα οποία επιμερίζονται σε 20.000.000 δρχ. ασφάλιστρα ζωής και 20.000.000 δρχ. ασφάλιστρα σωματοφύλακα), ο ως άνω διάδικος δικαιούται να εισπράξει από την εφεσίβλητη εταιρεία τα πιο κάτω ποσά που κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε ως αμοιβή κατά τους κατωτέρω χρόνους: [ ακολουθεί ανάλυση των ποσών τα οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου δικαιούται κατ' έτος ο ενάγων]. Κατά τα άνω ο ως άνω διάδικος δικαιούται να εισπράξει ως αμοιβή από την εφεσίβλητη εταιρεία το συνολικό ποσό των 31.600.000 δραχμών (3.600.000 + 5.500.000 + 6.500.000 + 7.500.000 + 8.500.000 δρχ.), το οποίο ισούται με 92.736,61 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν και τα πιο κάτω: Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του Ν. Ν. 1569/1985, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, αφού, κατά τα κατωτέρω, εξαφανίζεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, "αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η σύμβαση του συντονιστή με την ασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στο συντονιστή για χρονικό διάστημα τριών ετών από την καταγγελία την προμήθεια που του αναλογεί στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβούλων που συντονίζει, στο μέτρο που η παραγωγή αυτή εξακολουθεί να παραμένει για το διάστημα αυτό στην επιχείρηση". Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται σε περίπτωση λύσεως ή λήξεως του χρόνου της συμβάσεως και όχι στην επίδικη περίπτωση, κατά την οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, πιο πάνω, η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, κατά το επίδικο διάστημα (Οκτώβριο 1994- Οκτώβριο 1999), δεν είχε λυθεί εγκύρως, ούτε είχε λήξει ο χρόνος αυτής". Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1010/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11-12-1995 αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία και υπό την επίκληση της εκ μέρους της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο της σύμβασης συνεργασίας πενταετούς διάρκειας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, ως επόπτη συντονιστών και παραγωγών ασφαλειών της αναιρεσείουσας, ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το ποσό των 1.900.000 δραχμών το οποίο ο τελευταίος είχε λάβει από την αναιρεσείουσα κατά την έναρξη της συνεργασίας τους ως bonus παραγωγής και υπό τον όρο της επιστροφής του στην περίπτωση της καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσείουσα για σπουδαίο λόγο, ενώ β) δέχθηκε την από 9-9-1996 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 92.736,61 ευρώ ως οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα αμοιβή του για τον κατά τα ανωτέρω συμβατικό χρόνο διάρκειας της σύμβασης, την οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα, ως προς το τελευταίο, αυτός ζήτημα το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, ότι δεν αποδείχθηκε η αντιεπαγγελματική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου έναντι της αναιρεσείουσας εταιρείας και των συνεργατών του, ούτε και αδιαφορία του σχετικά με την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας στην αγωγή της και στην κατά της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ένστασή της, ενώ ως προς το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής το Εφετείο προσέφυγε στη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ περί διαφυγόντος κέρδους, ενόψει του ότι, κατά τις ίδιες παραδοχές του, η αμοιβή τού αναιρεσιβλήτου δεν είχε καθορισθεί κατ' αποκοπήν, αλλά ήταν συνάρτηση της εκ μέρους τού αναιρεσιβλήτου και της ομάδας συντονιστών και παραγωγών ασφαλειών, την οποία ο ίδιος επόπτευε, παραγωγής ασφαλίστρων, και αφού έλαβε υπόψη (το Εφετείο), ως μέσον ετήσιο οικονομικό στόχο που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα επετύγχανε ο αναιρεσίβλητος, το ποσό των 40.000.000 δραχμών (20.000.000 δρχ. για τα ασφάλιστρα ζωής και 20.000.000 δρχ. για τα ασφάλιστρα σωματοφύλακα), βάσει του οποίου (στόχου) και σύμφωνα με τις αντίστοιχες συμφωνίες των διαδίκων που αναφέρει το Εφετείο προσδιόρισε την επιδικασθείσα αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, την οποία ο τελευταίος θα εισέπραττε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου και ενόψει των προεκτεθέντων, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. ΙΙΙ.Με τους πρώτον, τέταρτο και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 14,9 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή τού αναιρεσιβλήτου ως αόριστη, αφήνοντας αδίκαστη και μη λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική ένσταση που η ίδια είχε προβάλει ενώπιον του Εφετείου. Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτοι κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ και εντεύθεν απορριπτέοι, αφού, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης, προσκομιζόμενες, η τελευταία δεν υπέβαλε στο Εφετείο ένσταση αοριστίας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δη τόσον ως προς την μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τη γενόμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία όσον και ως προς την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής προς τον αναιρεσίβλητο που δέχθηκε το Εφετείο, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αντίστοιχο αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και δη στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του ν.1569/85, όπως ισχύει, 298 ε.β', 681 και 700 του ΑΚ (ως εκ περισσού αναφέρονται και εκείνες των άρθρων 669, 670 και 672 του ΑΚ, ενώ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η προειρημένη - στην απόφαση του Εφετείου- διάταξη του άρθρου 20 παρ.3 του ν. 1569/85, την οποία και δεν εφήρμοσε το Εφετείο), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους τρίτον, του αναιρετηρίου, και πρώτον, στοιχ. Α' και δεύτερο, στοιχ. Α, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, προτεινόμενους λόγους αναιρέσεως, καθώς και με τους δεύτερο και έβδομο, του αναιρετηρίου, και πρώτο, στοιχ. Β, και δεύτερο, στοιχ. Β, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ προτεινόμενους λόγους. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 20 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσβάλλεται αληθώς η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δη η εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου των από 22-11-1994, 25-11-1994 και 6-12-1994 επιστολών του Γ. Α. προς τον διευθυντή πωλήσεων της αναιρεσείουσας, ως εγγράφων που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η τελευταία, κατά συνέπειαν δε και σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτοι. IV. Από την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 201 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν κατά τη συμφωνία των μερών η αμοιβή του εργολάβου εξαρτήθηκε από αναβλητική αίρεση η οποία δεν είχε πληρωθεί μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας, για να δικαιούται την κατά το άρθρο 700 αμοιβή του ο εργολάβος θα πρέπει, ως ωφελούμενος από την πλήρωση της αίρεσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία και ολοκληρωνόταν κανονικά η εκτέλεση του έργου, θα είχε πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελούσε η υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής, τούτο δε και διότι αλλιώς θα γίνονταν ευνοϊκότεροι γι' αυτόν (εργολάβο) οι όροι της σύμβασης (Ολομ.ΑΠ 717/1978 ΝοΒ 27.540). Στην περίπτωση δηλαδή αυτή η καταγγελία δεν συνεπάγεται πλασματική πλήρωση της αίρεσης, κατ' ανάλογη έστω εφαρμογή του άρθρου 207 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι " η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της", αφού εδώ η ματαίωση της αίρεσης δεν προκλήθηκε από τον εργοδότη αντίθετα προς την καλή πίστη αλλά με την άσκηση δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος ή η σύμβαση. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Η τελευταία αυτή περίπτωση αναιρετικού λόγου, όταν δηλαδή το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για ουσιώδη πράγματα που έλαβε υπόψη, καταργήθηκε, ως άνευ αντικειμένου πλέον, με τον ν. 2915/2001 (άρθρ. 17 παρ.2), με τον οποίο (άρθρ.14 παρ.1) καταργήθηκε μεταξύ των άλλων και το άρθρο 341 του ΚΠολΔ το οποίο καθιέρωνε υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις με προδικαστική (παρεμπίπτουσα) απόφασή του. Η υποχρέωση όμως αυτή του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ισχύει, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου ν. 2915/2001, και για τις εκκρεμείς κατά την 1-1-2002 (όπως ορίστηκε με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001) υποθέσεις των οποίων η (πρώτη) συζήτηση είχε προσδιοριστεί να γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή (1-1-2002) και για τις οποίες επομένως εξακολουθεί να ισχύει ο ανωτέρω καταργηθείς αναιρετικός λόγος. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, εκτιμώμενο κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε σ' αυτήν μεταξύ των άλλων ότι το ζητούμενο με την αγωγή ποσό των 31.600.000 δραχμών αποτελούσε την συμφωνημένη με την αναιρεσείουσα αμοιβή του την οποία θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στην πενταετή διάρκεια της σύμβασής τους από προμήθειες και bonus παραγωγής, επιτυγχάνοντας τον ελάχιστο στόχο που έθετε η σύμβαση και τον οποίο λεπτομερώς αναφέρει στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 7090/2000 προδικαστική απόφασή του υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, ως ενάγουσα και εναγομένη-ενισταμένη, να αποδείξει και με μάρτυρες "ότι κατήγγειλε την από 9-9-1994 σύμβασή της με τον εναγόμενο-ενάγοντα για σπουδαίο λόγο, δηλαδή για ..." (αναφέρονται τα περιστατικά που κατά την ενάγουσα-εναγομένη συνιστούσαν τον επικαλούμενο σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της καταγγελία της ένδικης σύμβασης). Το Εφετείο, όπως ήδη έχει αναφερθεί (ανωτ. υπό ΙΙ), αφού δέχθηκε ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δεν είχε καθορισθεί κατ'αποκοπήν, αλλά ήταν συνάρτηση της εκ μέρους τού ιδίου και της ομάδας του παραγωγής ασφαλίστρων, δέχθηκε περαιτέρω ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ένδικη καταγγελία ο αναιρεσίβλητος θα επετύγχανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ανάλογη εφαρμογή άρθρου 298 εδ.β' ΑΚ), μέσον ετήσιο οικονομικό στόχο ύψους 40.000.000 δραχμών από ασφάλιστρα ζωής και σωματοφύλακα, βάσει δε της παραδοχής αυτής και των ποσοστών επί των στόχων αυτών που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος ως συμφωνημένη αμοιβή (προμήθεια και bonus παραγωγής) το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ειρημένο και ζητούμενο με την αγωγή ποσό των 31.600.000 δραχμών, ισούμενο προς 92.736,61 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα και δεν υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα εταιρεία υποστηρίζει με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, πρόσθετο λόγο της αναιρέσεώς της, β) υπέπεσε όμως στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 10 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν. 2915/2001 και ισχύει και εν προκειμένω, αφού έλαβε υπόψη τα ως άνω πράγματα (οφειλόμενη αμοιβή στον αναιρεσίβλητο), που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά. Ειδικότερα, ενόψει του ότι η (πρώτη) συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης είχε προσδιοριστεί να γίνει (και έγινε άλλωστε) την 22-3-2000, ήτοι προ της ειρημένης 1-1-2002 (έναρξη ισχύος ν.2915 ως προς το κεφάλαιο περί αποδείξεων του ΚΠολΔ), το Εφετείο όφειλε σύμφωνα με την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001 και εκείνην του άρθρου 341 του ΚΠολΔ, λόγω δε του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης να διατάξει αποδείξεις με παρεμπίπτουσα απόφασή του για το ουσιώδες ως άνω ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, το οποίο είχε εξαρτηθεί από την επίτευξη των ως άνω στόχων εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου (αναβλητική αίρεση) και για το οποίο δεν είχε ταχθεί απόδειξη με την συνεκκληθείσα κατά νόμον (άρθρ. 513 παρ. του ΚΠολΔ) προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προαναφέρθηκε. Επομένως ο σχετικός, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, τέταρτος πρόσθετος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν του ως άνω βάσιμου λόγου πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, να αναιρεθεί εν μέρει, και δη ως προς το κεφάλαιό της για την οφειλόμενη στην αναιρεσίβλητο αμοιβή, η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά τα άρθρα 176, 178, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει και δη κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την υπ' αριθμ. 1361/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της απόφασης προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου
  4. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.