Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1827 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Λαθρεμπορία και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση. Αριθμός 1827/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 2555/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 26 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1113/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα (εδαφ. θ'). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Περαιτέρω, ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη, στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. Β' εδαφ. δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές με τις ίδιες διακρίσεις ποινές φυλακίσεως. ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ. 1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ. 3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ. 4). ΙΙΙ.- Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η Εταιρία με την επωνυμία "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ" έχει έδρα τον Πειραιά και σκοπό, για την επίτευξη του οποίου λειτουργούσε, την εμπορία υγρών "καυσίμων και λιπαντικών. Σε έλεγχο που διενεργήθηκε στην έδρα της επιχείρησης από υπαλλήλους του ΣΔΟΕ της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής στις 28-3-2001, με βάση την .... εντολή του αρμόδιου Προϊσταμένου της παραπάνω υπηρεσίας, κατεσχέθη μεγάλος αριθμός τιμολογίων - δελτίων αποστολής εκδόσεως της ".... ΕΠΕ" που εδρεύει στα ...... Βοιωτίας και είχε ως σκοπό, κατά το καταστατικό της, την εμπορία υγρών καυσίμων. Λήπτης των φορολογικών αυτών στοιχείων, που είχαν καταχωρηθεί στα επίσημα βιβλία της και αφορούσαν πωλήσεις μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου κίνησης, ήταν η "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή Α.Ε.", Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της οποίας από 25-1-2000 ήταν ο εκκαλών κατηγορούμενος. Επειδή στους υπαλλήλους που διενεργούσαν τον έλεγχο δημιουργήθηκαν υπόνοιες ότι επρόκειτο για εικονικά τιμολόγια, κυρίως επειδή δεν ήταν θεωρημένα και οι αριθμοί τους ήταν συνεχόμενοι, τα στοιχεία αυτά κατασχέθηκαν και συντάχτηκε σχετική έκθεση κατάσχεσης. Κατά τον παραπάνω έλεγχο στις εγκαταστάσεις της ελεγχόμενης εταιρίας παρευρισκόταν ο Γ1, ο οποίος δήλωσε ότι η εκδότρια των φορολογικών στοιχείων εταιρία ανήκει στους γονείς του . Στις 18-5-2001 ο Γ1, που είχε υποσχεθεί στους υπαλλήλους ότι θα προσκόμιζε τα αναγκαία για τον έλεγχο στοιχεία της εταιρίας "...... ΕΠΕ", προσκόμισε τα στοιχεία που βρέθηκαν στην έδρα της τελευταίας επιχείρησης, από τα οποία, αλλά και από στοιχεία που ζητήθηκαν και απεστάλησαν από την αρμόδια ΔΟΥ, προέκυψε ότι η επιχείρηση αυτή εμφάνιζε για το έτος 1999 ακαθάριστα έσοδα 1.431.924.269 δραχμών και υπερέβαινε το όριο του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών που είχε οριστεί με την ΑΥΟ Πολ 1105/6-5-1999 για την έκδοση αθεώρητων φορολογικών στοιχείων, δεν συνέτρεχε όμως αθροιστικά και η άλλη αναγκαία προϋπόθεση απαλλαγής από τη θεώρηση των φορολογικών στοιχείων της απασχόλησης προσωπικού πέραν των 50 προσώπων, αφού στις οριστικές δηλώσεις φόρου μισθωτών υπηρεσιών που είχαν υποβληθεί για το έτος 1999, φερόταν να απασχολεί δύο
(2)πρόσωπα. Στοιχεία ότι είχαν μεταβληθεί οι προϋποθέσεις αυτές για το έτος 2000, δεν προσκομίστηκαν και δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση εκ μέρους της ".....ΕΠΕ" αθεώρητων φορολογικών στοιχείων. Στις 31-5-2001 και μετά από εντολή του αρμόδιου προϊσταμένου του, συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ διενέργησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της "...... ΕΠΕ" στη θέση ...., στα ..... Βοιωτίας, όπου βρέθηκαν 14 υπόγειες δεξαμενές πετρελαίου, οι με αριθμ. 1 έως 7 για πετρέλαιο θέρμανσης και οι υπόλοιπες (αριθμ. 8 έως 14) για πετρέλαιο κίνησης, οι οποίες, ως κτιριακές εγκαταστάσεις, ανήκαν στην Ανώνυμη Εταιρία " Αλυκή ΑΕ", η οποία τις είχε εκμισθώσει προς την εταιρία "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", που ήταν κάτοχος της άδειας αποθήκευσης πετρελαίου, κατόπιν μεταβιβάσεως προς αυτήν της σχετικής άδειας από την επιχείρηση "..... Ο.Ε.". Στις δεξαμενές με αριθμ. 8 έως 14 βρέθηκε ποσότητα 156.100 λίτρων πετρελαίου κίνησης, η οποία δεσμεύτηκε λόγω υπονοιών περί μη κανονικότητας, όσον αφορά τη χρήση της. Τόσο η παραπάνω ποσότητα όσο και το πετρέλαιο θέρμανσης που βρέθηκε στις υπόλοιπες δεξαμενές ανήκε στην "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", ενώ δεν βρέθηκε πετρέλαιο που να ανήκει στην "....... ΕΠΕ", όπως δηλώθηκε και από τον υπεύθυνο των εγκαταστάσεων της "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", υπάλληλο της Ε1, που παρευρισκόταν στον έλεγχο, ο οποίος προσκλήθηκε εγγράφως να προσκομίσει στην ελέγχουσα υπηρεσία όλα τα παραστατικά αγοράς πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης από το έτος 1998 μέχρι την ημέρα του ελέγχου. Η χημική εξέταση των δειγμάτων των δεξαμενών με αριθμούς 1 έως 7 βρέθηκε κανονική και οι ποσότητες καυσίμων που υπήρχαν σ'αυτές αποδεσμεύτηκαν και παρέμειναν δεσμευμένες σε μολυβδοσφραγισμένες δεξαμενές ποσότητες 156.100 λίτρων πετρελαίου στις δεξαμενές 11 έως
- Στον ίδιο περιφραγμένο χώρο υπήρχε μικρών διαστάσεων στεγασμένος χώρος, ο οποίος υποδείχτηκε από τον Ε1 ως χώρος γραφείων της επιχείρησης "...... ΕΠΕ", δεν βρέθηκαν όμως σ'αυτόν ή άλλο χώρο βιβλία - στοιχεία της επιχειρήσεως και ιδίως παραστατικά αγορών και πωλήσεων αλλά και μετά τον έλεγχο δεν προσκομίστηκαν από τους ενδιαφερόμενους τέτοια παραστατικά που να αποδεικνύουν ότι η εταιρία αυτή διακινούσε με βάση επίσημα φορολογικά στοιχεία ποσότητες πετρελαίων κατά τη διάρκεια των ετών 2000 και
- Η εταιρία "...... ΕΠΕ" ιδρύθηκε το έτος 1996 και στην πραγματικότητα συνέχισε τη δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " ..... Ο.Ε.", η οποία αναγκάστηκε να διακόψει τις δραστηριότητες της στην εμπορία καυσίμων λόγω της ανάμιξης μέλους της σε υποθέσεις λαθρεμπορίας και έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Ως διαχειρίστρια της Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης ορίστηκε η Γ2, στο πρόσωπο της οποίας δεν υπήρχαν δυσμενή στοιχεία, ουδέποτε όμως αναμίχτηκε στις δραστηριότητες της εταιρίας, τις οποίες, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της, ασκούσε ο σύζυγος της Γ3, ο οποίος λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας έπαυσε να ασχολείται με αυτές κατά τη διάρκεια του έτους 1998 και από τότε η "....... ΕΠΕ" έπαυσε να δραστηριοποιείται ενώ τα τέκνα του Γ3 προσλήφθηκαν από την "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ" και κατά το χρόνο του ελέγχου ο μεν Γ1 εργαζόταν για τη διεκπεραίωση διάφορων υποθέσεών της ο δε Γ4 ως διευθυντής πωλήσεων. Κανένας από τα μέλη της οικογένειας του Γ3, ο οποίος απεβίωσε κατά το μήνα Μάιο του 2001, δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τις εταιρίες από τις οποίες η "...... ΕΠΕ" αγόραζε το πετρέλαιο κίνησης που αναφερόταν στα φορολογικά στοιχεία που κατασχέθηκαν, ούτε κατά τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις της βρέθηκαν αποθέματα που ανήκαν σ'αυτήν αλλά ούτε και στοιχεία για τον τρόπο διακίνησης και δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ που διενέργησε τον έλεγχο, παρά το ότι απευθύνθηκε στις κυριότερες από τις εταιρίας διακίνησης πετρελαίων, εταιρία που να προμήθευε με υγρά καύσιμα την "..... ΕΠΕ", η οποία ούτε μεταφορικά μέσα διέθετε. Από τα παραπάνω και το ότι δείγματα πετρελαίου που είχε προμηθευτεί ο Δήμος Αθηναίων και Πετρούπολης βρέθηκαν κατά τη χημική εξέτασή τους νοθευμένα, αποδεικνύεται η εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων, τιμολογίων -δελτίων μεταφοράς, που εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2000 έως 3-5-2001 αποδέκτης των οποίων ήταν η "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", τα οποία αναφέρονται σε ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 έως 17-12-2000 εκδόθηκαν και έγιναν αντίστοιχα αποδεκτά τριάντα τρία
(33)εικονικά τιμολόγια- δελτία αποστολής καθαρής αξίας 365.315.150 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 65.569.727 δραχμών. Κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2000 έως 28-12-2000 εκδόθηκαν και έγιναν αντίστοιχα αποδεκτά 255 εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής καθαρής αξίας 1.779.979.150 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 320.396.247 δραχμών και κατά το χρονικό, διάστημα από 18-1-2001 έως 3-5-2001 εκδόθηκαν και έγιναν αντίστοιχα αποδεκτά 135 εικονικά τιμολόγια δελτία αποστολής καθαρής αξίας 1.594.557.850 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 287.020.413 δραχμών. Τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία καταχωρήθηκαν στα επίσημα βιβλία και στοιχεία που τηρούσε η αποδέκτρια εταιρία προκειμένου να δικαιολογηθεί η εκ μέρους της διακίνηση ποσοτήτων πετρελαίου των ποσοτήτων που αναφέρονται στο διατακτικό με την αντίστοιχη αξία τους, που εν συνεχεία διατέθηκαν στην κατανάλωση, ίσης αξίας με εκείνα που αναφερόταν στα εικονικά τιμολόγια, ποσοτήτων που περιήλθαν στην κατοχή της κατά τρόπο που δεν διακριβώθηκε και κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αφού έγινε με σκοπό να αποστερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τους εισπρακτέους από αυτό δασμούς, φόρους και άλλες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στα υγρά καύσιμα, τους οποίους και πράγματι στερήθηκε. Η λαθρεμπορία αυτή διαπράχτηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφού ο κατηγορούμενος, που τελούσε σε γνώση όλων των παραπάνω περιστατικών και ιδίως του ότι μετά το έτος 1998 η εταιρία "...... ΕΠΕ" δεν είχε δραστηριότητα, για να διευκολυνθεί στη διάθεση στην κατανάλωση του πετρελαίου κίνησης που είχε προμηθευτεί από άγνωστη πηγή χωρίς την καταβολή φόρων, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων ζήτησε και πέτυχε τη συνεργασία μελών της οικογένειας του Γ3 τα οποία διατήρησαν την τελευταία εταιρία για να μπορεί να εκδίδονται από αυτήν εικονικά φορολογικά στοιχεία, ώστε να δικαιολογεί την εκ μέρους της αγορά των ποσοτήτων που διατέθηκαν στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αποδείχτηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για τις πράξεις της κατ'εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους και την κατ'εξακολούθηση κατοχή, πώληση - διάθεση στην κατανάλωση ποσοτήτων πετρελαίου 6.418.420 λίτρων που διακινήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-2000 έως 31-12-2000, στις οποίες αναλογούν δασμοί κλπ φόροι 2.322.925,60 ευρώ, αξίας CIF 2.011.444,83 ευρώ και 9.623.750 λίτρων που διακινήθηκαν, κατά τον παραπάνω τρόπο, κατά το έτος 2001, στις οποίες αναλογούν δασμοί κλπ φόροι 3.299.923,75 ευρώ, αξίας CIF 2.229.309,24 ευρώ. Όλες οι παραπάνω ποσότητες διατέθηκαν στην κατανάλωση και δεν ήταν δυνατή η δέσμευση τους. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις τις οποίες επικαλέστηκε. Από τα ταπεινά αίτια από τα οποία ωθήθηκε στην τέλεση των παραπάνω πράξεων, το σχεδιασμό που προηγήθηκε, την επί μακρό χρόνο τέλεση τους και την αδιαφορία για την έκταση της ζημιάς που προκάλεσε, δεν προκύπτει ότι αυτός, είχε ζήσει (στο παρελθόν) έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μόνη η δε η λευκότητα του ποινικού μητρώου του, δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, όπως επίσης δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο η μετά την τέλεση των πράξεων καλή συμπεριφορά του, ιδίως ενόψει του ότι δεν επεδίωξε, την καταβολή μέρους έστω των δασμών από τους οποίους αποστέρησε το Δημόσιο. Συνεπώς οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας και κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε
(5)ετών. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον αναφορικά με την πράξη της λαθρεμπορίας, όσον και με αυτήν της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η οποία αιτιολογία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα, για την πράξη της λαθρεμπορίας για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, εφόσον αυτή δεν συνίσταται στην χωρίς καταβολή δασμών εισαγωγή στη χώρα των αναφερομένων ποσοτήτων πετρελαίου, αλλά στην από τον κατηγορούμενο κατοχή και περαιτέρω διάθεση των ποσοτήτων αυτών, που είχαν εισαχθεί λαθρεμπορικώς, δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο οδηγείται σε κατάφαση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος, δηλονότι ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της λαθρεμπορικής προελεύσεως του πετρελαίου το οποίο έλαβε στην κατοχή του και εν συνεχεία φέρεται ότι διέθεσε, συνεκτιμωμένου ότι στη συνέχεια των παραδοχών του το δικαστήριο αντιφατικώς δέχεται ότι δεν διακριβώθηκε ο τρόπος κατά τον οποίο το πετρέλαιο περιήλθε στην κατοχή του. Περαιτέρω, και ενόψει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 76742/1937/23-8-1988 (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989, δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή του πετρελαίου, αποδέκτης του οποίου φέρεται ότι είναι και ο κατηγορούμενος, έγινε από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εκτός αυτής αφού στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας δεν διαπράττει λαθρεμπορία και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή αυτού από τον κατηγορούμενο, εάν δε εισήχθησαν από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε και μόνον οφείλονται και εισπράττονται δασμοί που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%. Εξάλλου, με τη μνεία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η εταιρία "....... ΕΠΕ", από την οποία έλαβε τα εικονικά τιμολόγια, μετά το έτος 1998 ήταν ανενεργός, αιτιολογείται μεν η γνώση αναφορικά με την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων που η εταιρεία αυτή εξέδωσε και εκείνος αποδέχθηκε, αυτόχρημα όμως δεν αιτιολογείται και η γνώση της λαθρεμπορικής προέλευσης του πετρελαίου, τοσούτο μάλλον αφού, κατά τις παραπάνω παραδοχές του, το δικαστήριο δεν δέχεται ότι ο κατηγορούμενος προμηθεύθηκε το πετρέλαιο από την παραπάνω εταιρία. Τέλος δεν διευκρινίζεται από ποία αποδεικτικά στοιχεία εξήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος διέθεσε στην κατανάλωση κατά μεν το χρονικό διάστημα από 30-7-2000 έως 31-12-2000 ποσότητα 6.418.420 λίτρων πετρελαίου και κατά το έτος 2001 ποσότητα 9.623.750 λίτρων και γιατί ταυτίζει τις ποσότητες αυτές με εκείνες των εικονικών τιμολογίων εκδόσεως της παραπάνω εταιρίας, αφού δέχεται το ανύπαρκτο της πραγματικής συναλλαγής με την τελευταία. Εξάλλου και για την κατ' εξακολούθηση αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ανεπαρκής αφού αναφέρεται στο σκεπτικό και διατακτικό της ότι ο κατηγορούμενος κατά μεν το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 μέχρι 17-12-2000 αποδέχθηκε 33 εικονικά τιμολόγια-δελτία αποστολής κατά δε το χρονικό διάστημα από 22-1-2000 έως 28-12-2000 αποδέχθηκε 255 τιμολόγια. Έτσι, όμως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση ως προς τον αριθμό εκάστου τιμολογίου, την ποσότητα του προϊόντος και την αναγραφόμενη τιμή και ιδιαίτερα την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Ειδικότερα, έπρεπε να μνημονεύεται η αξία εκάστου τιμολογίου ώστε να προκύπτει η συνολική αξία την οποία, αυθαίρετα, δέχεται το δικαστήριο, αφού αυτή (συνολική αξία) είναι στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους της ποινής κατά την επιμέτρησή της. Τέλος δε, η αναφορά του χρόνου εκδόσεως εκάστου τιμολογίου ήταν επιβεβλημένη, ενόψει των περί πενταετούς παραγραφής διατάξεων του άρθρου 111 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., για να κριθεί εάν και ποιές από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος είχαν υποπέσει στην άνω παραγραφή, δοθέντος ότι, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (επιτρεπτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως) προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 29-7-2005. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων τις οποίες το δικαστήριο εφήρμοσε, είναι βάσιμοι, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2.555/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ