← Ελλάδα

ΑΠ 1828/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1828 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα. Περίληψη: Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης διότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο ασκήσεώς της σχετική εντολή. Αριθμός 1828/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο το Χ

  1. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2007 και 7 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεις τους, αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/
  2. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 105/25.02.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 26 από 26-11-2007 και 30 από 7-12-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθμόν 3/2.4.2007 και 4/3.4.1997 εφέσεις αυτών, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμόν 13/12-3-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, το οποίο τις παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστούν η μεν πρώτη για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, η δε δεύτερη για ηθική στη πράξη αυτή αυτουργία και εκθέτω για κάθε μία χωριστά, τα ακόλουθα: Ι) 'Οσον αφορά στην υπ'αριθμό 26 από 26-11-2007 αίτηση της Χ1: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και δη την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας, ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Ηλία Τσούπη του Σταύρου, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, δυνάμει του υπ'αριθμόν ...... γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ελένης Λεοντιάδου, στο οποίο δίνεται και η ειδική εξουσιοδότηση να ασκήσει το άνω ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ., το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων την άσκηση ενδίκου μέσου από αντιπρόσωπο και ιδιαίτερα από το ότι ορίζει α) ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 και β) ότι το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή προς τον αντιπρόσωπο για την άσκηση ενδίκου μέσου, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο τούτον, δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Η διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. γ' κατά την οποίαν το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, δεν καθιερώνει εκ των υστέρων έγκριση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις, πρέπει να προσκομισθεί στο γραμματέα το πληρεξούσιο που υπάρχει κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου. 'Ετσι, συγκεκριμένα, αν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκηθεί από αντιπρόσωπο χωρίς εντολή, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., χωρίς άλλη έρευνα, αφού δεν είναι νοητή επίκληση στη περίπτωση αυτή, ούτε ανώτερης βίας προς δικαιολόγηση της έλλειψης πληρεξουσιότητας. Στη προκειμένη περίπτωση την αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του άνω Εφετείου την 26 Νοεμβρίου 2007 ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ηλίας Τσούπης, ως εκπρόσωπος της άνω κατηγορουμένης, χωρίς κατά την άσκησή της να έχει σχετική εντολή, η οποία του χορηγήθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα την 30 Νοεμβρίου 2007 με το άνω πληρεξούσιο. Κατόπιν αυτού η αίτηση αναιρέσεως είναι και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΙΙ) 'Οσον αφορά στο υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 έκθεση αναιρέσεως της Χ
  3. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε εμπροθέσμως από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παρεπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 ΚΠΔ και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και δ' ΚΠΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι, οι οποίοι συνίστανται, όπως αναφέρονται στην αίτηση στο ότι: Α) ελήφθησαν υπόψη του Δικαστικού Συμβουλίου και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά μαρτυρικές καταθέσεις οι οποίες δόθηκαν από την αναιρεσείουσα πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως και ούτω παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης αυτής, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη Β) Δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος ούτε δικαιολογούν επαρκώς την έννοια της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του άνω αδικήματος ώστε να δικαιολογείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της διωκομένης πράξεως. Επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου
  4. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ. διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολομ. ΑΠ 1/2004 ΠΧ ΝΕ/2005 σελ. 113). Εξ'άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για το δόλο όμως που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 Π.Κ. στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη της ειδικής αιτιολογίας, διότι ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτήν (ΑΠ. 1134/2002 Π.Χ. ΝΓ/2003 σελ. 403). Στη προκειμένη υπόθεση, με το υπ'αριθμόν 13/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος σε κακουργηματική απάτη όπως η πράξη αυτή περιγράφεται στο διατακτικό του βουλεύματος. Η κρίση αυτή του συμβουλίου στηρίχθηκε "στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα (ιδίως τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων". Στο πληττόμενο βούλευμα 1032/2007 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και δη στην εισαγγελική πρόταση στην οποία και αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών εκτίθεται ότι ".....από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα (και ιδίως από τις .... και ..... πορισματικές αναφορές του Σώματος Δ.Ο.Ε., Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων που προσήλθαν και απολογήθηκαν, προέκυψαν και κατά τη κρίση μας (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικα περιστατικά που στοιχειοθετούν τις προεκτεθείσες κατηγορίες.....". Επίσης στη σελίδα 13 του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος και όσον αφορά στα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας στην απάτη που βαρύνει την αναιρεσείουσα αναφέρεται ότι "Από τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Αττικής και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη.....". Εκ των ανωτέρω παρατηρούμε ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και των δύο ως άνω βουλευμάτων που αλληλοσυμπληρώνονται περιλαμβάνονται και οι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ. Όμως για τη συγκρότηση των πορισμάτων αυτών χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας επί της υποθέσεως, πριν όμως αποδοθεί εις βάρος της ποινική κατηγορία. 'Ετσι λοιπόν και βάσει των άνω αναφερομένων στην απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π. ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εκτός των ανωτέρω το πληττόμενο βούλευμα δέχεται ότι "ο ρόλος της Χ2 ήταν επίσης ουσιαστικός και συντονιστικός. Η ανωτέρω γνώριζε για τη λειτουργία του κεφαλαίου και βοηθούσε στην ενημέρωση των ανά την Ελλάδα μεσιτών-πρακτόρων... κατείχε διευθυντικές θέσεις (στη Τηρέας ΑΕ Αντιπρόεδρος και αναπληρώτρια εκπρόσωπος του ...., στην .... εκπρόσωπος). Στο πρωτόδικο βούλευμα αναφέρεται ότι στη κρινομένη υπόθεση είχε καθοριστικό ρόλο καθόσον παρουσιάστηκε με τον ...... ως μεσάζοντες στη κατάρτιση επενδυτικού προγράμματος. Ωσαύτως στο πληττόμενο βούλευμα αναλύεται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των διωκομένων εγκλημάτων, ώστε να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δι'ους λόγους πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ως ουσία αβάσιμος. Παρεπιμπτόντως σημειώνομε ότι το εάν οι διενεργήσαντες τη προανάκριση υπάλληλοι του ΣΔΟΕ είναι πτυχιούχοι ή όχι ουδεμία επιρροή έχει στην υπό κρίση υπόθεση. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μόνο για τους παραπάνω αναφερομένους λόγους της απόλυτης ακυρότητας πρέπει να αναιρεθεί το πληττόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να γίνει δεκτή εν μέρει η υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 αίτηση της Χ2, να αναιρεθεί το υπ'αριθμόν 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. 2) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 26 από 26-11-2007 αίτηση της Χ1 και να επιβληθούν σ'αυτήν τα έξοδα. Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της πρώτης αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση αυτοτελείς αιτήσεις α) υπ' αριθμ. 26/26-11-2007 της κατηγορουμένης Χ1, και β) υπ' αριθμ. 30/7-12-2007 της κατηγορουμένης Χ2, για αναίρεση του 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεξεταστούν. Α) Επί της αναιρέσεως της Χ1 Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου, απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο ασκήσεως του, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο ή το επικυρωμένο αντίγραφο του στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 13/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς που παρέπεμψε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικαστεί για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, η οποία έγινε για λογαριασμό και επ' ονόματι της αναιρεσείουσας από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ηλία Τσούπη, ως πληρεξούσιος εκείνης την 26.11.2007 και συντάχθηκε η ταυτόχρονη έκθεση που φέρει τον αριθμό
  5. Όμως κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου δεν υπήρχε η σχετική εντολή προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο αφού το .... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ελένης Λεοντιάδου που του δίνει τη σχετική εντολή και επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου είναι μεταγενέστερο (30-11-2007) του χρόνου ασκήσεως (26-11-2007) αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ2 Επειδή, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνταχθείσα υπ' αριθμ. 30/7-12-2007 έκθεση, που διαλαμβάνει την δια του πληρεξουσίου δικηγόρου δήλωση της κατηγορουμένης για άσκηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα περιέλαβε σ'αυτήν τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της έλλειψης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του λόγου της έφεσης της κατά του 13/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας διότι στα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη του περιλαμβάνονται και οι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ για τη συγκρότηση των οποίων χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της αναιρεσείουσας πριν αποδοθεί εις βάρος της ποινική κατηγορία. Επί του προαναφερόμενου λόγου δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και συνεπώς το Δικαστήριο τούτο πρέπει να απόσχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή, κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως (άρθρα 32 και 138 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμ. 26/26-11-2007 αίτηση της Χ1 , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως της Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό λόγου αναιρέσεως.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.