Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1831 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για ληστεία με την επιβαρυντική περίπτωση ότι από την πράξη του επήλθε ο θάνατος της παθούσας, διότι τα επικαλούμενα και αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσκόμισε ο αιτών (ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο αδίκημα από αυτό που τέλεσε. Αριθμός 1831/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Β. Σ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρικόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 150/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 183/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1 περ. 2, 527§§1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ., την από 22-1-2010 αίτηση του Β. Δ. Σ., κατοίκου ..., οδός ... αρ. 170 και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 43, 44, 45, 48, 49 και 50/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως 16 ετών για την αξιόποινη πράξη της ληστείας από την οποία επήλθε ο θάνατος της παθούσας Λ. Κ. (άρθρο 380§§1 και 2 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50). Στην κρινόμενη υπόθεση η ανωτέρω υπ' αριθ. 43, 44, 45, 48, 49 και 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθ. 1395/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Β. Σ., καταδικάσθηκε για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι "στην ... κατά τις μεσημβρινές ώρες, ήτοι από ώρα 13.00' έως 14.00' της 27-10-2000, στο ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του επί της οδού ... αρ. 18, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα εν όλω κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, από την πράξη του δε αυτή επήλθε ο θάνατος της παθούσας, ήτοι όταν η Λ. Κ., κατόπιν 3 προηγουμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεών τους, με πρόσκλησή του μετέβη εκεί (στο διαμέρισμά του) από ερωτική προς αυτόν επιθυμία, λόγω του ότι διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις, διαπιστώνοντας ότι για πρώτη φορά, σε επίσκεψή της προς αυτόν μετέφερε εκείνη και χρήματα του εργοδότη της Δ. Κ. (του φροντιστηρίου της ... με τον διακριτικό τίτλο ΠΡΙΣΜΑ), το ποσοτικό μέγεθος των οποίων δεν γνώριζε ακριβώς, αλλά γνωρίζοντας την καθημερινή ανάλογη συνήθειά της, υπολογιζόταν από 800.000 - 4.000.000 δραχμές, ζήτησε να του τα δώσει για να ικανοποιήσει επιτακτικές βιοποριστικές ανάγκες του, λόγω πολύμηνης ανεργίας του, και όταν εκείνη αρνήθηκε και πιθανολόγησε ότι θα επικαλούνταν τη βοήθεια άλλων, για να εξουδετερώσει την αντίστασή της και να αποτρέψει την εκδήλωση των κραυγών της, απέφραξε με την παλάμη του χεριού του τις αναπνευστικές οδούς (του στόματος και της ρινός της) παρατείνοντας την αναστολή της λειτουργίας της αναπνοής της μέχρι να διαπιστώσει την αδυναμία αντίστασής της και ακολούθως αφαίρεσε από εκείνη με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής του το μεταφερόμενο και προοριζόμενο να κατατεθεί, μέχρι την ώρα 13.30' της ιδίας ημέρας στην Τράπεζα Πίστεως, ποσό των 920.000 δραχμών, ιδιοκτησίας του Δ. Κ.. Η σωματική βία όμως που άσκησε ο κατηγορούμενος στην παθούσα με την απόφραξη των εισόδων αναπνοής, του προσώπου της, όπως και ένα αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα (που προξενήθηκε κατά την αντίδραση της παθούσας στη σωματική βία του κατηγορουμένου, με πρόσκρουσή της σε στερεά επιφάνεια αντικειμένου του διαμερίσματος), προκάλεσε το θάνατό της, ο οποίος οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, καθ' όσον αυτός από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, καθώς παρέτεινε τον αποκλεισμό της αναπνοής της παθούσας για χρόνο μεγαλύτερο από το όριο αντοχής της, με συνέπεια να προξενηθεί ο θάνατός της από έλλειψη οξυγόνου στο αίμα της (ανοξυγοναιμία)". Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του κατέληξε δεχθέν όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται. Ο αιτών ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του επικαλείται και προσκομίζει τις υπ' αριθ. : 1) .../22-10-2009, 2) .../3-11-2009, 3) .../29-11-2002, 4) .../10-11-2009, 5) .../29-10-2009 και 6) .../20-10-2009 αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. Σ., 2) Ν. Θ. Σ., 3) Θ. Π. Π., 4) Χ. συζ. Α. Π., 5) Ν. Σ. Γ. και 6) Σ. Ι. Θ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Δημητρίου Μητροπούλου, και την υπ' αριθ. .../6-11-2009 ένορκη βεβαίωση του Ε. Π. Α. - Σ. ενώπιον του Συμβουλίου Πατρών A.K. Από το περιεχόμενο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων δεν προκύπτει κάποιο νέο γεγονός ή απόδειξη, το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, κάνει φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα οι καταθέσαντες ανωτέρω, αναφέρονται ιδία στο καλό χαρακτήρα του αιτούντος εκφράζοντας περαιτέρω την προσωπική τους γνώμη ότι αποκλείεται να είναι αυτός ο δράστης της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε. Ο δε εξ αυτών Α. Σ., ιδιοκτήτης φαρμακείου ευρισκόμενου κοντά στην κατοικία του κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι δεν γνώριζε την παθούσα και δεν είναι αληθές ό,τι αντίθετο δέχθηκε το δικαστήριο. Οι ενόρκως εξετασθέντες εκ των παραπάνω Θ. Π., ιδιοκτήτης βιοτεχνίας παρακείμενης της κατοικίας του κατηγορουμένου και ο Ν. Σ. εργαζόμενος στην βιοτεχνία αυτή κατά τον χρόνο του θανάτου της παθούσας Λ. Κ., οι οποίοι την γνώριζαν φυσιογνωμικά καταθέτουν ότι δεν την είδαν στις 27-Οκτωβρίου 2000, ημέρα της εξαφάνισής της, να μπαίνει στο γραφείο του κατηγορουμένου. Το γεγονός όμως αυτό που οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν, με τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις τους δεν μπορεί από μόνο του ή σε συνδυασμό με όσα δέχθηκε το δικαστήριο ως προκύψαντα, να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορουμένου, διότι το γεγονός ότι δεν την είδαν να μπαίνει, δεν σημαίνει ότι δεν μπήκε αυτή σε χρόνο που ενδεχομένως αυτοί ασχολούνταν με την εργασία τους. Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη από 19-11-2009 απάντηση του ιατροδικαστή Ι. Α. στα ερωτήματα που έθεσε προς αυτόν ο πατέρας του αιτούντος Δ. Σ., με την από 23-10-2009 αίτησή του προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών, υπόψη ιατροδικαστού κου Ι. Α., ουδέν νέον γεγονός ή απόδειξη προσάγεται. Ειδικότερα ο ιατροδικαστής αυτός αναφέρεται στην Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας-Νεκροτομίας που διενήργησε αυτός στις 5-2-2002, την οποία έλαβε και το δικαστήριο υπόψη του και το περιεχόμενό της δεν αποτελεί νέο γεγονός ή απόδειξη. Οι δε θέσεις και απόψεις του ιατροδικαστού αυτού που εκφράζονται με την πιο πάνω απάντησή του, δεν αποτελούν νέο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 525§1, περίπτ. 2 του Κ.Π.Δ., ούτε θα μπορούσαν να δεσμεύσουν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο αιτιολογημένα δεν αποδέχθηκε μερικώς το περιεχόμενο της πιο πάνω ιατροδικαστικής έκθεσης που συνέταξε ο ανωτέρω ιατροδικαστής και δη ως προς τις προαναφερόμενες στην έκθεση αυτή διαπιστώσεις και συμπεράσματα. Κανένα επίσης νέο γεγονός ή απόδειξη δεν προκύπτει από τις από 14-5-2004 δηλώσεις των Α. Ν. Κ. και Α. Σ. Κ. εξαδέλφων του αιτούντος κατηγορουμένου οι οποίοι περιγράφοντας το ελαιόκτημα στο οποίο, μέσα σε κλαδιά, βρέθηκε το πτώμα της παθούσας, αναφέρουν ότι είναι ακαλλιέργητο την τελευταία εικοσαετία, και ανήκει κατά το 1/3 στη μητέρα του αιτούντος κατηγορουμένου, γεγονός που δικαιολογεί κατά την κρίση μας την επιλογή του αιτούντος να καλύψει μέσα σε κλαδιά σ' αυτό, το πτώμα της παθούσας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν μπορεί ακόμη να αποτελέσει νέο στοιχείο η προσκομισθείσα από 17-11-2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών - Δελτίο Ποσοτικής Παραλαβής της ελαιοτριβέως Μ. Δ. Χ. από την οποία προκύπτει ότι την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001 παρέδωσε στο ελαιοτριβείο της ελαιόκαρπο η Ε. Α. Π., αφού δεν προκύπτει από την απόδειξη αυτή αν η ποσότητα του ελαιοκάρπου που παρέδωσε η παραπάνω συνελέγη από το ελαιόκτημα στο οποίο βρέθηκε το πτώμα της παθούσας γεγονός που θα ενίσχυε τον ισχυρισμό ότι το πτώμα της παθούσας τοποθετήθηκε σε χρόνο μικρότερο του δεκαπενταμήνου που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (όχι όμως κατά τρόπο κατηγορηματικό, δείτε σελ. 2η του 30ου φύλλου της απόφασης). Με τα δεδομένα αυτά, τα νέα γεγονότα και αποδείξεις, που επικαλείται ως τέτοια με την κρινόμενη αίτησή του επαναλήψεως της διαδικασίας ο αιτών, δεν κάνουν από μόνα τους ή σε συνδυασμό με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, φανερό ότι είναι αθώος ο αιτών ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 22-1-2010 αίτηση του Β. Δ. Σ., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 43, 44, 45 και 48, 49 και 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14-4-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, ζητείται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1395/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου για αναίρεση της υπ` αριθ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός, κατά πλειοψηφίαν, για ληστεία με την επιβαρυντική περίπτωση ότι από την πράξη του επήλθε ο θάνατος της παθούσας και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δεκαέξι
(16)ετών, για το λόγο ότι προσκομίζει αυτός νέα, άγνωστα στους Δικαστές που δίκασαν, στοιχεία, τα οποία, αν είχαν περιέλθει σε γνώση τους, με βεβαιότητα θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, συνίστατο στο ότι αυτός "στην Πάτρα κατά τις μεσημβρινές ώρες, ήτοι από ώρα 13.00 έως 14.00 της 27-10-2000, στο ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του επί της οδού ... αρ. 18, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα εν όλω κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, από την πράξη του δε αυτή επήλθε ο θάνατος της παθούσας, ήτοι όταν η Λ. Κ., κατόπιν τριών προηγουμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεών τους, με πρόσκλησή του μετέβη εκεί (στο διαμέρισμά του) από ερωτική προς αυτόν επιθυμία, λόγω του ότι διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις, διαπιστώνοντας ότι για πρώτη φορά σε επίσκεψή της προς αυτόν μετέφερε εκείνη και χρήματα του εργοδότη της Δ. Κ. (του φροντιστηρίου της Πάτρας με τον διακριτικό τίτλο ΠΡΙΣΜΑ), το ποσοτικό μέγεθος των οποίων δεν γνώριζε ακριβώς, αλλά γνωρίζοντας την καθημερινή ανάλογη συνήθειά της, υπολογιζόταν από 800.000 - 4.000.000 δραχμές, ζήτησε να του τα δώσει για να ικανοποιήσει επιτακτικές βιοποριστικές ανάγκες του, λόγω πολύμηνης ανεργίας του, και όταν εκείνη αρνήθηκε και πιθανολόγησε ότι θα επικαλούνταν τη βοήθεια άλλων, για να εξουδετερώσει την αντίστασή της και να αποτρέψει την εκδήλωση κραυγών της, απέφραξε με την παλάμη του χεριού του τις αναπνευστικές οδούς (του στόματος και της ρινός της) παρατείνοντας την αναστολή της λειτουργίας της αναπνοής της μέχρι να διαπιστώσει την αδυναμία αντιστάσεώς της και ακολούθως αφαίρεσε από εκείνη, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, το μεταφερόμενο και προοριζόμενο να κατατεθεί, μέχρι την ώρα 13.30 της ίδιας ημέρας, στην Τράπεζα Πίστεως, ποσό των 920.000 δραχμών, ιδιοκτησίας του Δ. Κ.. Η σωματική βία, όμως, που άσκησε ο κατηγορούμενος στην παθούσα με την απόφραξη των εισόδων αναπνοής του προσώπου της, όπως και ένα αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα (που προξενήθηκε κατά την αντίδραση της παθούσας στη σωματική βία του κατηγορουμένου με πρόσκρουσή της σε στερεά επιφάνεια αντικειμένου του διαμερίσματος), προκάλεσε το θάνατό της, ο οποίος οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, καθόσον αυτός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του, καθώς παρέτεινε τον αποκλεισμό της αναπνοής της παθούσας για χρόνο μεγαλύτερο από το όριο αντοχής της, με συνέπεια να προξενηθεί ο θάνατός της από έλλειψη οξυγόνου στο αίμα της (ανοξυγοναιμία)". Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών επιστήριξε την κρίση του για την ενοχή του αιτούντος στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, στα οποία περιλαμβάνεται και η υπ` αριθ. 4/2.4.2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του ιατροδικαστή Ι. Γ. Α., στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή της υπ' αριθμ. 10-11/2003 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδας, και στην απολογία του κατηγορουμένου. Με βάση τα αποδεικτικά αυτά μέσα, η πλειοψηφία του ΜΟΕ δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Η Λ. Κ. (θύμα)... εργαζόταν από το έτος 1994 μέχρι τις 27-10-2000 στο φροντιστήριο του Δ. Κ. με το διακριτικό τίτλο "ΠΡΙΣΜΑ" που λειτουργούσε στην Πάτρα και στην οδό .... Στις 27 Οκτωβρίου 2000 και ώρα 13.00' η Λ. Κ. παρέλαβε σε ένα φάκελο από την ταμία του φροντιστηρίου Ε. Κ. το χρηματικό ποσό των 900.000 δραχμών για να το καταθέσει στη γειτονική (σε απόσταση 180 περίπου μέτρων) Τράπεζα Πίστεως (ήδη ALPHA BANK), όπως και ποσό 20.000 δραχμών σε κέρματα για να το μετατρέψει σε χαρτονομίσματα και αναχώρησε από το φροντιστήριο. Έκτοτε φερόταν εξαφανισμένη, μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 2002 που βρέθηκε το πτώμα της στη θέση Βελανιδιά του χωριού Σταροχωρίου N. Αχαΐας, σε εγκαταλειμμένο από δύο δεκαετίες τουλάχιστον ακαλλιέργητο αγροτεμάχιο 20 στρεμμάτων, με 120 περίπου απεριποίητα ελαιόδενδρα και πυκνή δασική βλάστηση (από θάμνους σκίντων κλπ.), το οποίο ανήκε στη συγκυριότητα (κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου) της μητέρας του κατηγορουμένου και (κατά το υπόλοιπο ποσοστό) δύο άλλων συγγενών της (...), ήταν δε αυτό (το πτώμα) περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι χρώματος "εμπριμέ" και ένα σάκο συλλογής ελαιόκαρπου από πλαστικές ίνες, τοποθετημένο επάνω σε πυκνή θαμνώδη βλάστηση σκίντων (απείχε έτσι από το έδαφος άνω του μισού μέτρου) και σκεπασμένο με πολλά και πυκνά κλαδιά, που είχαν αποκοπεί και τοποθετηθεί για επικάλυψη και επιμελή απόκρυψη του πτώματος και (ενδεχομένως) παράλληλη διευκόλυνση - με την έκθεσή του στις εναλλασσόμενες καιρικές συνθήκες - της ταχύτερης αποσύνθεσής του και της αποφυγής ανίχνευσης κακώσεων στα μαλακά μόρια αυτού... Η κατάσταση προχωρημένης σήψης του σώματος και οι ανεπιτυχείς προσπάθειες της Αστυνομίας να το ανακαλύψει σε συνδυασμό με τη διαπίστωση της έκθεσης αυτοψίας ότι αυτό "ήταν επιμελώς κρυμμένο" και την στηριζόμενη σε άμεση αντίληψή του ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του αστυνομικού Κ. Σ., σύμφωνα με την οποία "το πτώμα είχε τοποθετηθεί εκεί και είχε σκεπασθεί από άλλα κλαδιά, δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν κρυμμένο για να μην φαίνεται (και) τυχαία ξεσκεπάσθηκε ίσως από κάποιο ζώο", δικαιολογούν το στηριζόμενο σε γεγονότα συμπέρασμα του ίδιου μάρτυρα ότι "το πτώμα δεν είχε μεταφερθεί πρόσφατα εκεί, (αλλά) εκεί ήταν από καιρό"...Στην αρ. πρωτ. 4/2.4.2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών Ι. Α., που συντάχθηκε για το πτώμα της Λ. Κ., αναφέρονται τα εξής: "... Α. ΝΕΚΡΟΨΙΑ: Υπολείμματα πτώματος θήλεος, σε κατάσταση λίαν προκεχωρημένης αποσυνθέσεως - σήψεως, ενδεδυμένου (έφερε πλήρη ένδυση, άνευ υποδήσεως). Διαπιστώθηκαν: Εικών απογυμνώσεως οστών, προσωπικού - σπλαχνικού και εγκεφαλικού κρανίου και μακρών οστών των άκρων, εκ των μαλθακών μορίων κατά περιοχές. Εικών μεταθανάτιου αποσπάσεως της δεξιάς κνήμης και του συστοίχου ποδός εκ του λοιπού κορμού και αλλοιώσεις "μουμιοποιήσεως" (συρρίκνωσις - ξήρανσις και καστανόφαιος χροιά δέρματος και υποδορίου) συστοίχως. Αλλοιώσεις "σαπωνοποιήσεως" δέρματος και υποδορίου τριχωτού κεφαλής και ράχεως (κατά περιοχές). Σκώληκες και υπολείμματα πολλαπλών γενεών σκωλήκων. Κολεόπτερα (κάνθαροι). Αλλότρια σώματα (κλάδοι και κλαδίσκοι δένδρων). Εμφανείς οστικές κακώσεις εν ζωή γενόμενες, επισκοπικώς, ουδαμού του σώματος διεπιστώθησαν. Β. ΝΕΚΡΟΤΟΜΗ. Κεφαλή: Μετά την καθολική κατάσταση των υπολειμμάτων των μαλθακών μορίων της κεφαλής, τη διάνοιξη της κρανιακής κοιλότητας, την απαγωγή των ελαχίστων υπολειμμάτων του εγκεφάλου και την αποκόλληση της σκληρός μήνιγγος διαπιστώθησαν: Μαλθακά μόρια τριχωτού κεφαλής: Υπολείμματα δέρματος τριχωτού κεφαλής σε κατάσταση προκεχωρημένης σήψεως - "σαπωνοποιήσεως". Εικών αιμορραγικής διηθήσεως, συμβατή υποδορίων αιματωμάτων, κατά θέση συστοίχως της αριστερής βρεγματικής χώρας. Οστά "σπλαχνικού - προσωπικού κρανίου, θόλου εγκεφαλικού κρανίου (κ.λπ. μερών) άνευ εμφανών κακώσεων Δ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ... Οι μορφολογικού χαρακτήρες και η ανατομική εντόπιση της αιμορραγικής διηθήσεως των μαλθακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής και της αιμοσφαιρινικής ερυθράς χρώσεως του κρανίου συστοίχως (αριστερά βρεγματική χώρα) καταδεικνύουν επίδραση θλώντος (αμβλέος) οργάνου συστοίχως και συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της ολίγον προθανατίας γενομένης βιαιοπραγίας (στοιχεία εν ζωή γενομένης κακώσεως - πλήξης κεφαλής). Σε συνδυασμό με τα αυτοψιακά δεδομένα από το χώρο ανευρέσεως της θανούσης (απόρριψης πτώματος σε αγροτική τοποθεσία) συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της εγκληματικής ενέργειας. Ε. ΧΡΟΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Το χρονικό διάστημα που παρήλθε από το θάνατο της ανωτέρω, με βάση της εξέλιξη των πτωματικών φαινομένων, προσδιορίσθηκε στους 15 μήνες κατά προσέγγισιν (από την ημερομηνία διενέργειας νεκροψίας - νεκροτομής). ΣΤ. ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Ο θάνατος της Λ. Κ. επήλθε συνεπεία απροσδιορίστου αιτίας, εν αναμονή των εργαστηριακών εξετάσεων. Ζ. ΕΙΔΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Απροσδιόριστος θάνατος του οποίου προηγήθηκε βιαιοπραγία (εν ζωή γενομένη επίδρασις θλώντος οργάνου στην κεφαλή)". Από το ανωτέρω περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης προκύπτει ότι το μοναδικό εύρημα, που αποτελεί ένδειξη εγκληματικής ενέργειας σε βάρος της Λ. Κ., είναι "η αιμορραγική διήθηση, συμβατή υποδορίων αιματωμάτων συστοίχως της αριστερής βρεγματικής χώρας", χωρίς όμως αυτή να προσδιορίζεται (λόγω της μειωμένης βαρύτητάς της) και ως πιθανή έστω αιτία θανάτου, αφήνοντας έτσι πιθανότερη τούτου την ανοξυγοναιμία, λόγω βίαιης απόφραξης της εισόδου του αναπνευστικού συστήματος της παθούσας, εκδοχή που υιοθετήθηκε ως συμβατή με το σύνολο των ευρημάτων - μετά την αδυναμία έκδοσης συμπληρωματικού πορίσματος αναλυτικών εξετάσεων του πτώματος - από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία (ατύπως) και ακολούθως από την Αστυνομική Αρχή που διενήργησε την προανάκριση (...)... Καθημερινά σχεδόν αυτή για μία εξαετία παρελάμβανε από την ταμία τις σημαντικές εισπράξεις του φροντιστηρίου με τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΙΣΜΑ" (κυμαινόμενες από 800.000 έως 4.000.000 δραχμές) και τις μετέφερε στο γειτονικό κατάστημα της Τράπεζας Πίστεως ακολουθώντας πάντοτε μία από τις δύο συντομότερες διαδρομές, είτε δια της οδού ... στην ευθύγραμμη προέκτασή της από το φροντιστήριο ΠΡΙΣΜΑ προς την πλατεία ..., την οποία διασχίζοντας έφθανε στην τράπεζα, είτε δια της λεωφόρου Δ. Γ. από το σημείο συμβολής της με την οδό ... (πλησίον του φροντιστηρίου ΠΡΙΣΜΑ) μέχρι τη διασταύρωσή της με την οδό ..., την οποία ακολουθούσε δεξιά φθάνοντας μετά από ένα οικοδομικό τετράγωνο στην πιο πάνω πλατεία.... Ακολουθώντας την πρώτη διαδρομή η Λ. Κ. περνούσε αναγκαστικά από το περίπτερο του Ν. Π. και ακολουθώντας τη δεύτερη διαδρομή περνούσε αναγκαστικά από το φαρμακείο του Α. Σ., τους οποίους όχι μόνο γνώριζε καλά η Λ. Κ., αλλά και χαιρετούσε πάντοτε, διερχόμενη εμπρός από τα καταστήματά τους, γιατί ήταν άτομο ιδιαίτερα κοινωνικό, αγαπητό και ομιλητικό, που εκδήλωνε την πληθωρική διάθεσή της και την ανάγκη επικοινωνίας της με τους ανθρώπους. Την ημέρα εκείνη (27-10-2000) μετά την αναχώρησή της από το φροντιστήριο "ΠΡΙΣΜΑ" ώρα 13.00', η Λ. Κ. δεν έφθασε στην Τράπεζα Πίστεως, όπως ήταν ο προορισμός της ούτε ακολούθησε μία από τις παραπάνω συνηθισμένες διαδρομές της, καθ' όσον ουδείς από τους εκμεταλλευόμενους το περίπτερο και το φαρμακείο Ν. Π. και Α. Σ. αντιστοίχως την αντιλήφθηκε και δεν θα μπορούσε ούτε θα ήθελε να περάσει απαρατήρητη εκείνη, λόγω της προσωπικότητας και των συνηθειών της, αλλά θα τους χαιρετούσε με δική της πρωτοβουλία διερχόμενη από εκεί. Αυτό προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" Δ. Κ., ο οποίος από εύλογο ενδιαφέρον για την απώλεια των χρημάτων του (920.000 δρχ.) ρώτησε σχετικά τους ανωτέρω ιδιοκτήτες του περιπτέρου και του φαρμακείου και έλαβε κατηγορηματικά αρνητική απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου Ν. Π.ς στον ως άνω μάρτυρα, στην ερώτησή του αν πέρασε η Λ. Κ. για την Τράπεζα Πίστεως στις 27-10-2000: "Την Παρασκευή (27-10-2000) δεν πέρασε. Την προηγούμενη (26-10-2000) πέρασε την ώρα 12.35'". Η τρίτη και τελευταία δυνατότητα μετάβασης από το φροντιστήριο στην τράπεζα ήταν να ακολούθησε η Λ. Κ. τη διαδρομή δια της οδού ..., αλλά από την προέκτασή της προς την αντίθετη με τη θέση της τράπεζας κατεύθυνση και διανύοντας μία τεθλασμένη ενός οικοδομικού τετραγώνου που περιβάλλεται από τις οδούς ... και ... να επανέλθει στη δεύτερη διαδρομή. Αυτή η τρίτη διαδρομή πρέπει να ακολουθήθηκε από τη Λ. Κ. (λόγω αποκλεισμού των δύο λοιπών), ως επιλογή της υπαγορευμένη από συγκεκριμένη σοβαρή αιτία και τέτοια αποτελούσε το ζωηρό ενδιαφέρον της να συναντήσει τον κατηγορούμενο, με τον οποίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και το διαμέρισμα - γραφείο του (από δύο συνολικά δωμάτια) βρισκόταν στο ισόγειο πολυκατοικίας της οδού ... αρ. 18 (πλησίον του σημείου συμβολής της οδού ... με την οδό Γ.), διατηρούσε δε κρυφή αυτή τη σχέση της, λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας με τον κατηγορούμενο, που θα την καθιστούσε έκθετη για οικονομικές προς εκείνον παραχωρήσεις. Στην παρακαμπτήριο αυτή διαδρομή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο του συγγενικού, φιλικού ή επαγγελματικού περιβάλλοντος της παθούσας για το οποίο να εκδήλωνε αυτή επιθυμία συνάντησής του και μάλιστα πριν από την εκπλήρωση της εργασιακής της υποχρέωσης. Η ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με την Λ. Κ. άρχισε με πρωτοβουλία της τελευταίας, την άνοιξη περίπου του ίδιου έτους
(2000), όταν ο κατηγορούμενος διατηρούσε παράλληλα (και εξακολούθησε να διατηρεί μέχρι το Φθινόπωρο του 2000) πολυετή ερωτική σχέση με την περίπου συνομήλική του Ν. Φ.. Ο κατηγορούμενος ήταν τότε ηλικίας 32 ετών, δηλαδή ήταν μικρότερος από το θύμα κατά 16 έτη, και διατηρούσε διαφημιστικό γραφείο σε ένα δωμάτιο ενός ισόγειου διαμερίσματος δύο δωματίων, όπου διέμενε, χωρίς να κερδίζει όμως ούτε τα στοιχειώδη για την πληρωμή του ενοικίου του διαμερίσματος του... Κατά την παραμονή της εξαφάνισής της, 26 Οκτωβρίου 2000, ημέρα Πέμπτη το μεσημέρι και ώρα 12.40 περίπου, η Λ. Κ., αφού πραγματοποίησε τη συνηθισμένη αποστολή της μεταφοράς των χρημάτων από το ταμείο του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" στην Τράπεζα Πίστεως, μετέβη στο γειτονικό ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του κατηγορουμένου για να κόψει και να κτενίσει τα μαλλιά της η κομμώτρια Α. Κ., κατόπιν προκαθορισμένης προ τριημέρου από τον κατηγορούμενο συνάντησης τούτων (και ραντεβού με την κομμώτρια). Η τελευταία με τις ένορκες καταθέσεις της περιγράφει την ολοφάνερη ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με την Λ. Κ. από την άνεση των κινήσεων της τελευταίας (εισήλθε στο γραφείο από άλλο χώρο του διαμερίσματος και έδειχνε ότι "ήξερε το σπίτι"), την καλή διάθεσή της ("έδειχνε χαρούμενη η κυρία") και την αμοιβαία συνεννόησή τους ("έδειχναν σαν ζευγάρι"), μην παραλείποντας να αναφέρει ότι έλαβε την αμοιβή της από την Λ. Κ.. Ενδεικτικό του έντονου ερωτικού ενδιαφέροντος της Λ. Κ. για τον κατηγορούμενο αποτελεί ο μεγάλος αριθμός τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που πραγματοποίησε αυτή (με πρωτοβουλία της) με τον κατηγορούμενο στο κινητό τηλέφωνό του με αριθμό κλήσης ... από τα τηλέφωνα του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" με αριθμούς ... κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2000 έως 27-10-2000 ... Περί την ώρα 13.00 περίπου η Λ. Κ., αφού τοποθέτησε, κατά τη συνήθειά της και σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη της, για την ασφάλεια της μεταφοράς τους δύο φακέλους με τα χρήματα μέσα στην τσάντα της, αναχώρησε για την Τράπεζα Πίστεως, η οποία εκείνη την ημέρα περάτωνε τη λειτουργία της, την ώρα 13.30, σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας Πίστεως Δ. Δ.... Αλλά και αν υποτεθεί ότι η Τράπεζα Πίστεως έκλεινε εκείνη την ημέρα την ώρα 13.00 επειδή ήταν Παρασκευή και ημιαργία (λόγω της αργίας της εθνικής επετείου που ήταν η επομένη 28 Οκτωβρίου), ενώ κάθε άλλη Παρασκευή το πέρας της λειτουργίας της τράπεζας ήταν η ώρα 13.30 (και τις λοιπές 4 εργάσιμες ημέρες η ώρα 14.00), τότε λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμπτωση Παρασκευής και ημιαργίας ήταν σπάνια, είναι προφανές ότι η Λ. Κ. δεν γνώριζε (...), ότι η Τράπεζα έκλεινε την ώρα 13.00. Γι' αυτό ξεκίνησε αυτή την ώρα για να καταθέσει στην Τράπεζα τα χρήματα που παρέλαβε και για να μη γίνει αντιληπτή από γνωστούς της δεν ακολούθησε μία από τις δύο συντομότερες διαδρομές. Αντιθέτως ακολούθησε τη μακρότερη διαδρομή δια των οδών ... (ξεκινώντας με αντίθετη προς την κατεύθυνση της Τράπεζας πορεία) και ..., χωρίς να συνεχίσει την ολοκλήρωση της αποστολής της, διότι υπελάμβανε ότι είχε στη διάθεσή της επαρκή χρόνο για μια ερωτική συνάντησή της με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο τρεις φορές την ίδια ημέρα συνομίλησε τηλεφωνικά, εκτιμώντας ότι για τον ίδιο σκοπό (όπως συμφώνησαν) την ανέμενε και εκείνος. Αυτό πρόδιδε: 1) η διάθεσή της μετά το πέρας της τελευταίας τηλεφωνικής επικοινωνίας της με τον κατηγορούμενο λίγο πριν από την αναχώρησή της ("ήταν χαρούμενη" καταθέτει η αυτόπτης μάρτυρας Ε. Κ.) και 2) το γεγονός ότι από το σημείο εκκίνησής της και στην καμπύλη της διαδρομής δια των οδών ... - ... μέχρι τη συνάντηση της τελευταίας με την οδό Γ., δεν υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, άλλο πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτή, για το οποίο να υφίσταται η ελάχιστη ένδειξη ότι είχε κάποιο ενδιαφέρον να το συναντήσει για οποιονδήποτε λόγο. Η συγκεκριμένη αυτή διαδρομή μπορεί βάσιμα να υποτεθεί, ότι κατά τις εκτιμήσεις της Λ. Κ. εξασφάλιζε τη μυστικότητα της συνάντησής της με τον κατηγορούμενο, επειδή, αν μετέβαινε στο διαμέρισμά του από τη συντομότερη οδό Γ., θα γινόταν αντιληπτό από τους γνωστούς της (όπως ο φαρμακοποιός Α. Σ.) ότι αντί να κατευθυνθεί μετά το πέρας της οδού αυτής δεξιά προς την τράπεζα (δια της οδού ...), εκείνη θα κατευθυνόταν αντίθετα (αριστερά προς το διαμέρισμα του κατηγορουμένου) και δεν θα ένιωθε ευτυχής να κοινολογηθεί το (ένοχο) μυστικό του ερωτικού δεσμού της με έναν κατά πολύ νεότερο της άνδρα, ο οποίος την απομυζούσε οικονομικά, σε περίοδο που αντιμετώπιζε μεγάλες δυσχέρειες για την αποπεράτωση του σπιτιού της. Η πιθανότητα να υπήρξε θύμα οργανωμένης ληστείας η Λ. Κ. από άγνωστο άτομο δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ούτε ως λογικό ενδεχόμενο, λόγω της ώρας εξόδου αυτής από το φροντιστήριο (μεσημέρι), του πολυσύχναστου των οδών που το περιβάλλουν (στο κέντρο της Πάτρας) και της μη αφαίρεσης των τιμαλφών που εκείνη φορούσε (ωρολογίου και βραχιολιού). Ο λόγος μετάβασης της Λ. Κ. στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου ήταν το προς αυτόν ερωτικό ενδιαφέρον της, ενώ για τον κατηγορούμενο το κίνητρο της συνάντησης ήταν αναμφίβολα οικονομικό, δηλαδή απέβλεπε αυτός να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι για πρώτη φορά η Λ. Κ. θα μετέβαινε στο διαμέρισμά του μεταφέροντας χρήματα του φροντιστηρίου που εργαζόταν και να αποσπάσει από εκείνη αυτά τα χρήματα που ήταν αναγκαία για τη συντήρησή του,...Ο κατηγορούμενος λόγω της πολύμηνης σχέσης του με την Λ. Κ. γνώριζε τη συνήθειά της να μεταφέρει χρήματα του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" στην Τράπεζα, και το κυμαινόμενο μέγεθός τους, όχι όμως και το ποσό των μεταφερόμενων τη συγκεκριμένη εκείνη ημέρα χρημάτων...αφού η καταμέτρησή των έγινε μετά την τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία του με την παθούσα, η οποία επιπλέον, γνωρίζοντας τη συνήθειά του να μεθοδεύει τρόπους απόσπασης χρημάτων από τις γυναίκες με τις οποίες ανέπτυσσε ερωτικές σχέσεις, δεν θα προσφερόταν πιθανώς... Ο κατηγορούμενος επίσης, έχοντας επίγνωση του δυναμικού χαρακτήρα της Λ. Κ. και της απαίτησής της να παρατείνουν την ερωτική σχέση τους σε αντάλλαγμα των γενόμενων προς αυτόν οικονομικών παροχών της, όπως και την αδυναμία της να του παράσχει άλλες οικονομικές ενισχύσεις, ζήτησε να του δώσει αυτή τα μεταφερόμενα χρήματα του φροντιστηρίου για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του, στις οποίες περιλαμβάνονταν και μισθώματα 6 περίπου μηνών του διαμερίσματος που διέμενε. Αντιμετωπίζοντας ο κατηγορούμενος την κατηγορηματική αντίθεση της Λ. Κ. να του δώσει τα χρήματα του εργοδότη της...και αποφασισμένος να επωφεληθεί από την ολιγόχρονη κατοχή του μεταφερόμενου σημαντικού ως άνω χρηματικού ποσού από την παθούσα επιχείρησε αυτογνωμόνως να αφαιρέσει με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης τα χρήματα από την τσάντα της παθούσας. Τότε εκείνη, αιφνιδιασμένη από τις ασύμφωνες, με τα δικά της συναισθήματα, διαθέσεις του κατηγορουμένου, αντιστάθηκε, προσπαθώντας να εμποδίσει με τα χέρια της την αφαίρεση των χρημάτων και ευλόγως εκδήλωσε διάθεση να επικαλεσθεί τη βοήθεια άλλων. Ο κατηγορούμενος, για να κάμψει την αντίσταση της παθούσας και ιδίως να προλάβει την εκδήλωση δυνατών κραυγών της για επίκληση βοήθειας, επέφραξε το στόμα της με την παλάμη του χεριού του και παρακολουθηματικά απέκλεισε και την δια της ρινικής οδού δυνατότητα αναπνοής της, παρατείνοντας τη διακοπή της αναπνευστικής λειτουργίας της για τόσο χρόνο (πλέον των 40 δευτερολέπτων) όσον εκείνος θεωρούσε ότι ήταν αναγκαίος για να εξουδετερωθεί κάθε αντίσταση της παθούσας. Η τελευταία επιχείρησε να ελευθερώσει την αναπνοή της ασκώντας αντίρροπες δυνάμεις προς την πίεση του χεριού του κατηγορουμένου στο πρόσωπό της και στην προσπάθειά της αυτή κτύπησε στη δεξιά βρεγματική χώρα της κεφαλής της από στερεό αντικείμενο του διαμερίσματος του κατηγορουμένου. Όταν ο κατηγορούμενος έκαμψε με τον τρόπο αυτό την αντίσταση της Λ. Κ., αφαίρεσε από την κατοχή της, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, το μεταφερόμενο από εκείνη χρηματικό ποσό. Τότε όμως διαπίστωσε την παρατεινόμενη ακινησία της παθούσας, όντας ανέτοιμος να διαχειρισθεί το πρόβλημα του δημιουργούσε ο θάνατός της, που είχε επέλθει και τον οποίο δεν επιδίωξε, οφειλόταν όμως σε αμέλειά του... Η αμηχανία στην οποία περιήλθε ο κατηγορούμενος από το θάνατο της Λ. Κ. (τον οποίο δεν επιδίωξε) προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς και από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του φίλου του κατηγορουμένου Ν. Τ., κατά τις διαδοχικές συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες τους, από την ώρα 15.00 της 27-1-0-2000 μέχρι το βράδυ της μεθεπόμενης ημέρας, κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος έδινε την εντύπωση ότι κάτι σοβαρό τον απασχολούσε, το οποίο ήθελε να εκμυστηρευθεί στο φίλο του, αλλά δεν τολμούσε να το εκστομίσει και συνδεόταν προφανώς αυτό με την εξαφάνιση της Λ. Κ. από το μεσημέρι της ημέρας εκείνης, όπως σ' αυτό συντείνουν αλληλοδιάδοχες εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου σχετικά με το θύμα, προ και μετά την εξαφάνισή του. Ο κατηγορούμενος, όταν μετά πάροδο αρκετών ωρών βεβαιώθηκε για το θάνατο της Λ. Κ., προσπάθησε να αποσυνδέσει τεχνητά οποιαδήποτε ένδειξη της παρατεινόμενης μέχρι τότε σχέσης τους, άλλοτε αποποιούμενος προς τους φίλους του και τους συγγενείς της παθούσας (που ζητούσαν πληροφορίες από αυτόν για την τύχη της) ακόμη και ευαπόδεικτα γεγονότα, όπως η επίσκεψη της παθούσας στο διαμέρισμά του την παραμονή της εξαφάνισής της και οι τρεις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τους κατά την ημέρα του θανάτου της, άλλοτε επιχειρώντας να πείσει τον φίλο του Ν. Τ. να καταθέσει ψευδώς στην Αστυνομία υπέρ αυτού ότι δεν είχε σχέσεις το τελευταίο διάστημα με την παθούσα και άλλοτε κλείνοντας οριστικά τον κύκλο των μέχρι τότε σχέσεών του και περιοριζόμενος στην ανάπτυξη του δεσμού του με την Ζ. Κ., με την οποία πραγματοποίησαν την επομένη και μεθεπομένη του θανάτου της Λ. Κ. εκδρομή στη Λευκάδα, για να διευκολυνθεί η απόκρυψη από τον κατηγορούμενο του πτώματος του θύματός του και να αποφύγει οχληρές ερωτήσεις. Ο κατηγορούμενος έχοντας συνείδηση της ευθύνης του για το θάνατο της Λ. Κ. και της μεγάλης πιθανότητας αποκάλυψης αυτής της ευθύνης του, επέλεξε ως προσαρμοζόμενο με την περίσταση (και το χαρακτήρα του), τόπο απόκρυψης του πτώματος τον ελεγχόμενο από αυτόν χώρο ενός συνιδιόκτητου αγροκτήματος της μητέρας του, στο Σταροχώρι Αχαΐας, όπου ήταν και η πατρική του οικία, που χρησιμοποιούσαν περιοδικά ως εξοχική κατοικία ο ίδιος και άλλα μέλη της οικογένειάς του. Μεταφέροντας το πτώμα εκεί με το αυτοκίνητο της Ζ. Κ., περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι (χρώματος εμπριμέ) που πήρε από το διαμέρισμά του και αφού προσέθεσε ένα ακόμα κάλυμμα (από το κεφάλι προς τα πόδια) από ένα σάκο (τσουβάλι) που πήρε από την αγροικία του πατέρα του, το τοποθέτησε πάνω σε πυκνούς θάμνους και το κάλυψε με πολλά κλαδιά του περιβάλλοντος χώρου...Το ότι έτσι συνέβησαν τα γεγονότα και δεν υπήρξε προσπάθεια ενοχοποίησης του κατηγορουμένου με μεταφορά του πτώματος από άλλο δράστη της ανθρωποκτονίας προκύπτει ειδικότερα από τα εξής περιστατικά: 1) Από τη θέση ανεύρεσης του πτώματος, την κατάσταση αποσύνθεσης αυτού και φθοράς των υλικών περιτυλίγματός του και τον επιμελημένο τρόπο απόκρυψής του,... Δεν επαληθεύεται από τα ευρήματα ούτε από τη λογική πορεία των πραγμάτων ότι άλλοι τοποθέτησαν το πτώμα μετά από δημοσιογραφική έρευνα και τηλεοπτική εκπομπή για το θέμα αυτό (στα μέσα του 2001) προκειμένου να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος διότι: α) Ο βαθμός φθοράς των υλικών επικάλυψης του πτώματος και η φυσική κατάσταση των υπολειμμάτων του πρόδιδε πολύμηνη παραμονή τους στον υπαίθριο εκείνο χώρο. β) Για να μεταφερθεί εκεί το πτώμα, μετά πολλούς μήνες από το θάνατο της Λ. Κ. έπρεπε αφενός μεν να το είχε ο δολοφόνος φυλαγμένο (πράγμα το οποίο ως λογική υπόθεση δεν φαίνεται να ευσταθεί, όταν μάλιστα η φύλαξη συνδυάζεται και με μεταγενέστερα γεγονότα, όπως η συναφής έρευνα δημοσιογράφου), αφετέρου δε να έχει λόγους κάποιος να μεταθέσει την ευθύνη του στον κατηγορούμενο (πράγμα το οποίο δεν επαληθεύεται) και επί πλέον να γνωρίζει τη συνιδιοκτησία της μητέρας του κατηγορουμένου στο ανωτέρω αγρόκτημα, πράγμα το οποίο συνέβαινε για περιορισμένο κύκλο ομοχωρίων της και μόνον,... γ) Το γεγονός ότι δεν αφαιρέθηκαν από τα χέρια της θανούσας τα τιμαλφή καταδεικνύει ότι ο δράστης ήταν γνώριμο αυτής πρόσωπο και δεν απέβλεπε σε παράνομη ιδιοποίηση των τιμαλφών της (που θα πρόδιδε άλλωστε την ταυτότητά του) αλλά μόνον των χρημάτων που εκείνη έφερε. δ) ...2) Από τη διαδρομή (λόγω αποκλεισμού των δύο άλλων δυνατοτήτων της) που πρέπει, κατά λογική αναγκαιότητα, να ακολούθησε η παθούσα, μετά την έξοδό της από το χώρο εργασίας της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και το ότι μέσα στην περιττή (για το σκοπό της εργασιακής αποστολής της) καμπύλη, που διήνυσε και δεν ολοκλήρωσε, εμπίπτει το ισόγειο διαμέρισμα του κατηγορουμένου και μόνον, όχι δε ο επαγγελματικός χώρος ή κατοικία άλλου γνωστού σ αυτήν προσώπου, όπως τέτοιο πρέπει να ήταν ο υπαίτιος θανάτου της. Γιατί η πιθανότητα ληστείας και φόνου της παθούσας στο μέσο της οδού, υπό το φως της ημέρας, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, χωρίς ίχνος για τέτοια εγκλήματα, δεν αντέχει σε λογική ανάλυση, όπως και η πιθανότητα απαγωγής. 3) Από το ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε την γενόμενη τηλεφωνική επικοινωνία του με την Λ. Κ. τρεις φορές κατά την ημέρα της εξαφάνισής της και την συνάντησή του με αυτήν το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας στο διαμέρισμά του (όπως και πολυπληθείς άλλες τηλεφωνικές επικοινωνίες τους την ίδια και τις προηγούμενες ημέρες) από όλους όσους απευθύνθηκαν σ' αυτόν είτε τυχαία είτε αναζητώντας πληροφορίες για την τύχη της Λ. Κ., ήτοι:...Κατά την μεθεπομένη 29-10-2000 ο κατηγορούμενος συναντήθηκε πάλι με τον φίλο του Ν. Τ. στη θέση Ψηλά Αλώνια της Πάτρας και σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα Ζ. Κ., ο φίλος της κατηγορούμενος προσπαθούσε να πείσει τον φίλο του Ν. Τ. να καταθέσει στην Αστυνομία ότι εκείνος είχε διακόψει τις σχέσεις του με την Λ. Κ., ενώ ο Ν. Τ.ς έλεγε ότι θα κατέθετε ότι δεν διέκοψαν τις σχέσεις αυτοί οι δύο, δημιουργήθηκε δε από αυτή τη διαφωνία τους έντονη λογομαχία τους ... Απέκρυψε τη συνεχιζόμενη μέχρι το μεσημέρι της 27-10-2000 σχέση του με την παθούσα ο κατηγορούμενος από τη "φίλη" της παθούσας και δική του γνωστή και φίλη Μ. Μ., όταν το βράδυ της 27-10-2000 η τελευταία τον αναζήτησε, λέγοντας προς αυτή "Γιατί με ανακατεύεις. Έχω διακόψει από καιρό"...6) Από την επιλογή του συγκεκριμένου σημείου απόκρυψης του πτώματος και την τυχαία αποκάλυψη του. Το πτώμα του θύματος είχε τοποθετηθεί μέσα στο συνιδιόκτητο αγρόκτημα της μητέρας του κατηγορουμένου (και δύο άλλων συγγενών της) στην αρχή μιας περιοχής με πυκνή δασική βλάστηση (και πολύ πυκνότερη στη συνέχειά της), κάτω από ένα ελαιόδενδρο, του οποίου δεν συνέλλεγαν τους καρπούς οι συνιδιοκτήτες (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα Α. Π.) και τη λεπτομέρεια αυτή μόνον οι ίδιοι και οι συγγενείς τους μπορούσαν να γνωρίζουν, ενώ κανένας από αυτούς, πλην του κατηγορουμένου, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το θύμα. Το πτώμα αποκαλύφθηκε τυχαία και δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε καταγγελία ή ειδοποίηση των αρχών ή εκείνων που έκαναν σε προηγούμενο χρόνο τη σχετική δημοσιογραφική έρευνα, όπως αντιθέτως υπαινίσσεται ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι τα κλαδιά με τα οποία ήταν σκεπασμένο το πτώμα, δεν υπήρχαν στο ίδιο σημείο ανέπαφα από 15μήνου περίπου (που είχε θανατωθεί η Λ. Κ.), καθόσον, ειδικότερα ουδείς από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι είχε παρατηρήσει το ίδιο σημείο μετά τις 27-10-2000 και διαπίστωσε διαφορετική εικόνα του από εκείνη του χρόνου ανεύρεσης του πτώματος (μετά 15μηνο), ούτε επίσης, έχει κατατεθεί από μάρτυρα προσέγγισή του στο σημείο εκείνο στον κρίσιμο αυτό χρόνο. Το επιχείρημα της έλλειψης δυσοσμίας στην ευρύτερη περιοχή του ως άνω αγροκτήματος και των γειτονικών κτημάτων, υπό τις ανωτέρω συνθήκες απόκρυψης του πτώματος (κάτω από πολλά και πυκνά κλαδιά) και μη προσέγγισης κάποιου γενικά στο χώρο απόκρυψης και ειδικά κατά το πρώτο εικοσαήμερο του Νοεμβρίου 2000, είναι πολύ επισφαλές και καθίσταται χωρίς σημασία, αν συνυπολογισθεί το ότι η εκτίμηση για την ύπαρξη ανθρώπινου πτώματος από τη δυσοσμία, η οποία εξαρτάται σε ένα βαθμό και από το μέτρο της λειτουργικότητας της αίσθησης της όσφρησης σε κάθε άνθρωπο και τον εθισμό του σε δυσάρεστες οσμές (όπως συμβαίνει με τους κτηνοτρόφους), είναι συνάρτηση πολλών αστάθμητων παραγόντων, όπως η φορά του πνέοντος ανέμου σε σύγκριση με τη θέση του πτώματος και του υποκειμένου του ερεθισμού (για την εκτίμηση της πηγής της δυσοσμίας) ή η άπνοια (που αποτρέπει την ευρεία διάχυση της δυσοσμίας), ο βαθμός σήψης της ζωικής μάζας και η τυχόν εφαρμογή τεχνικών μείωσης της δυσοσμίας του πτώματος από κάποιον ενδιαφερόμενο. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ο κατηγορούμενος με την ερωμένη του Ζ. Κ., (η οποία είχε μεταβεί στο χωριό του για πρώτη φορά στις 26-10-2000), μετά την εξαφάνιση της Λ. Κ. μετέβαιναν τακτικά στην πατρική οικία του, στο χωριό Σταροχώρι Αχαΐας, για την περιποίηση οικιακών πτηνών που εξέτρεφαν εκεί (...). Έτσι είχε τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος να επιβλέπει και να βελτιώνει την επικάλυψη από κλαδιά του πτώματος του θύματος, ώστε να παραμείνει κρυμμένο μέχρι την πλήρη αποσύνθεσή του. Οι δυνατότητές του αυτές δυσχεράνθηκαν (...), όταν έγινε η τηλεοπτική - δημοσιογραφική έρευνα για τα αίτια θανάτου της Λ. Κ. και ο ίδιος άρχισε να διακατέχεται από την έμμονη ιδέα ότι παρακολουθείται και κατέγραψε κάθε σταθμευμένο όχημα πριν και μετά από το δικό του (βλ. σχετικά ιδιόχειρα σημειώματα του), επί πλέον δε υπέβαλε αιτήματα στον ΟΤΕ για την εξακρίβωση τυχόν παρακολούθησης του τηλεφώνου του (...). 7) Από το είδος του περιτυλίγματος του πτώματος (πριν σκεπασθεί αυτό με κλαδιά δένδρων) δηλαδή ένα σεντόνι "εμπριμέ" και ένα σάκο συλλογής ελαιοκάρπου από πλαστικές ίνες, τοποθετημένο από το κεφάλι του πτώματος προς τα πόδια. Ένα σεντόνι "εμπριμέ" όμως βρέθηκε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου, και κατασχέθηκε μαζί με ένα όμοιο μαξιλάρι (...)...". Στο παρόν Δικαστήριο, ο αιτών, προς απόδειξη των περιστατικών ότι, κατά την κρίσιμη ημέρα και ώρα, το θύμα δεν τον είχε επισκεφθεί στο διαμέρισμά του, ότι το πτώμα δεν είχε τοποθετηθεί από την αρχή στο σημείο που βρέθηκε, αλλά μεταφέρθηκε εκεί μεταγενεστέρως από άλλους, καθώς και για την αιτία του θανάτου του θύματος και για τον χαρακτήρα και την οικονομική κατάσταση του ιδίου (αιτούντος) και της οικογενείας του, προσκομίζει τις υπ` αριθ. .../22.10.2009, .../3.11.2009, .../29.11.2002, .../29.10.2009, .../20.10.2009 και .../10.11.2009 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Σ. (φαρμακοποιού), Ν. Σ., εργαζομένου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στην επί της οδού ... βιοτεχνία κατασκευής και τοποθετήσεως αντιηλιακών stor των αδελφών Π., Θ. Π., Ν. Γ. - Π., Σ. Θ. και Χ. Π. - Κ., αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Μητροπούλου - Καρακάση του, την υπ` αριθ. .../6.11.2009 ομοία του Ε. Α. - Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αναστασίας Πατρών Καφέζα - Κωνσταντίνου, το υπ` αριθ. πρωτ. 4253/5.11.2009 έγγραφο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, υπογραφόμενο από τον Ιατροδικαστή Αθηνών Ι. Α. (που συνέταξε, ως τότε Προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, την προαναφερόμενη έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας), την από 14.5.2004 δήλωση των Α. Κ. και Α. Σ. - Κ., την από 17.11.2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών - δελτίο ποσοτικής παραλαβής του ελαιοτριβείου Κ. - Μ. και την από 30.12.2009 βεβαίωση του κλινικού ψυχολόγου - ψυχοθεραπευτή Α. Σ.. Όμως, από τα ως άνω στοιχεία δεν προκύπτει κάποιο νέο γεγονός ή απόδειξη, το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, κάνει φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα: Οι μάρτυρες Σ. Θ., Χ. Π. - Κ. και Ε. Α. - Σ. αναφέρονται ιδίως στο χαρακτήρα του αιτούντος, εκφράζοντας περαιτέρω την προσωπική τους γνώμη ότι αποκλείεται να είναι αυτός ο δράστης της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε. Ο δε Α. Σ., ιδιοκτήτης φαρμακείου ευρισκόμενου κοντά στην κατοικία του κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι δεν γνώριζε την παθούσα και δεν είναι αληθές ό,τι αντίθετο δέχθηκε το δικαστήριο. Τούτο, βεβαίως, έρχεται σε αντίθεση με τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, κατά τα οποία το θύμα όχι μόνο γνώριζε τον μάρτυρα αυτόν, αλλά και τον χαιρετούσε πάντοτε. Οι Θ. Π. και ο Ν. Σ., οι οποίοι γνώριζαν φυσιογνωμικά το θύμα, καταθέτουν ότι δεν την είδαν στις 27 Οκτωβρίου 2000, ημέρα της εξαφανίσεώς της, να μπαίνει στο γραφείο του κατηγορουμένου. Το γεγονός, όμως, αυτό που οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν, με τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις τους, δεν μπορεί από μόνο του ή σε συνδυασμό με όσα δέχθηκε το δικαστήριο ως προκύψαντα, να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορουμένου, διότι το γεγονός ότι δεν την είδαν να μπαίνει, δεν σημαίνει ότι δεν μπήκε αυτή σε χρόνο που ενδεχομένως αυτοί ασχολούνταν με την εργασία τους. Η ένορκη δε βεβαίωση της Ν. Γ. - Π., πέραν του ότι δεν θα μπορούσε και αυτή να οδηγήσει από μόνη της ή σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία σε αθώωση του κατηγορουμένου, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί νέο στοιχείο, γιατί τα αυτά κατέθεσε ο σύζυγός της Α. Π. ενώπιον του ακροατηρίου και η κατάθεση αυτού συνεκτιμήθηκε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και μνημονεύεται ειδικώς και στο σκεπτικό της αποφάσεως. Αλλά και η από 19-11-2009 απάντηση του ιατροδικαστή Ι. Α. στα ερωτήματα που έθεσε προς αυτόν ο πατέρας του αιτούντος Δ. Σ., με την από 23-10-2009 αίτησή του προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών, υπόψη ιατροδικαστού Ι. Α., (έγγραφο Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών με αριθμό πρωτ. 4253/5.11.2009) δεν αποτελεί νέο στοιχείο, αφού ο ιατροδικαστής αυτός αναφέρεται στην Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας-Νεκροτομίας που διενήργησε ο ίδιος στις 5-2-2002, την οποία έλαβε και το Δικαστήριο υπόψη του και το περιεχόμενό της δεν αποτελεί νέο γεγονός ή απόδειξη. Οι δε θέσεις και απόψεις του ιατροδικαστή αυτού, που εκφράζονται με την πιο πάνω απάντησή του, δεν αποτελούν νέο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, ούτε θα μπορούσαν να δεσμεύσουν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο αιτιολογημένα δεν αποδέχθηκε μερικώς το περιεχόμενο της πιο πάνω ιατροδικαστικής εκθέσεως που συνέταξε ο ανωτέρω ιατροδικαστής και δη ως προς τις προαναφερόμενες στην έκθεση αυτή διαπιστώσεις και συμπεράσματα. Κανένα, επίσης, νέο γεγονός ή απόδειξη δεν προκύπτει από την από 14-5-2004 δήλωση των Α. Ν. Κ. και Α. Σ. - Κ., εξαδέλφων του αιτούντος - κατηγορουμένου, οι οποίοι, περιγράφοντας το ελαιόκτημα στο οποίο, μέσα σε κλαδιά, βρέθηκε το πτώμα της παθούσας, αναφέρουν ότι είναι ακαλλιέργητο την τελευταία εικοσαετία και ανήκει κατά το 1/3 στη μητέρα του αιτούντος κατηγορουμένου, γεγονός που δικαιολογεί την επιλογή του αιτούντος να καλύψει μέσα σε κλαδιά σ' αυτό, το πτώμα της παθούσας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν μπορεί, ακόμη, να αποτελέσει νέο στοιχείο η προσκομισθείσα από 17-11-2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών - Δελτίο Ποσοτικής Παραλαβής της ελαιοτριβέως Μ. Δ. Χ., από την οποία προκύπτει ότι την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001 παρέδωσε στο ελαιοτριβείο της ελαιόκαρπο η Ε. Α. Π., αφού δεν προκύπτει από την απόδειξη αυτή αν η ποσότητα του ελαιοκάρπου που παρέδωσε η παραπάνω συνελέγη από το ελαιόκτημα, στο οποίο βρέθηκε το πτώμα του θύματος. Πάντως, και γι` αυτό το στοιχείο ισχύουν όσα λέχθηκαν για την ένορκη βεβαίωση της Ν. Γ. - Π.. Τέλος, από το από 30.12.2009 έγγραφο του ψυχολόγου Α. Σ., ο οποίος βεβαιώνει την κατά το Φεβρουάριο του 2002 ομαλή ψυχική και καλή νοητική κατάσταση του αιτούντος και ότι, σε ερωτήσεις που του υπέβαλε σχετικά με τη δολοφονία της Λ. Κ., υποστήριζε αυτός πεισματικά ότι δεν είχε καμιά σχέση, δεν προκύπτει κανένα απολύτως νέο στοιχείο που να οδηγεί στην κρίση ότι ο αιτών, με βάση το έγγραφο αυτό, θα αθωωνόταν, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο αιτών είχε απολογηθεί κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου και η απολογία του λήφθηκε υπόψη, ενώ δεν είχε τεθεί ζήτημα άσχημης ψυχικής καταστάσεώς του. Κατ' ακολουθίαν, είναι σαφές ότι δεν προέκυψαν νέες αποδείξεις άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, που να καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-1-2010 (με αριθμ. πρωτ. 581/2010) αίτηση του Β. Σ. του Δ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1395/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ