Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1835 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Απόπειρα. Περίληψη: Απόπειρα κακουργηματικής απάτης. Αίτηση αναιρέσεως κατά απορριψάσης της εφέσεις βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Αοριστία λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως ως απαράδεκτων. Εξέταση του λόγου αυτού αυτεπαγγέλτως, αφού οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτές και διαπίστωση ότι η αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών είναι ελλιπής. Αναίρεση βουλεύματος και παραπομπή υπόθεσης για επανάκριση των εφέσεων κατ' ουσία. ΑΡΙΘΜΟΣ 1835/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των Αναιρεσειόντων-Κατηγορουμένων
- Β. Λ. συζ. Ν.,
- Ν. Λ. του Α., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του βουλεύματος 613/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ι.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Απριλίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 601/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 180/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις 1) 52/23-4-10 και 2) 51/23-4-10 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Β. Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του πρωτόδικου 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε, τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τον πρώτο μεν για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, τη δεύτερη δε για άμεση σ' αυτή συνέργεια, κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 46 παρ.1β,60-63,94 παρ.1,98,216 παρ.1,386 παρ.1,3β ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2- Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν 1) δικαιωματικά από τους κατηγορούμενους, αφού ο νόμος τους δίνει το δικαίωμα να ασκούν αναίρεση κατά του βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ.α ΚΠΔ],2) εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η οποία έγινε στον πρώτο μεν με θυροκόλληση στην οικία του στην ... στις 13-4-10 και με πρόσθετη επίδοση στον αντίκλητό του δικηγόρο Δ. Τσούτσουβα, με παράδοση στα χέρια του συνεργάτη του Π. Μαρτζακλή, στη δεύτερη δε με θυροκόλληση στην οικία της στην ... στις 13-4-10 και με πρόσθετη επίδοση στον αντίκλητό της δικηγόρο Δ. Τσούτσουβα, με παράδοση στα χέρια του συνεργάτη του στο γραφείο του Π.Μαρτζακλή στις 13-4-10, [σχετικά οι εκθέσεις του δικ. επιμελητή Π.Β.], και 3) νομότυπα, ήτοι με δήλωση της εξουσιοδοτημένης δικηγόρου τους Δημ. Διδίλη στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που το εξέδωσε, με τη σύνταξη υπ' αυτής των οικείων εκθέσεων, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ, και με την συμπερίληψη σ' αυτές του λόγου, για τον οποίο ασκούνται, που συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που απαιτεί το Σύνταγμα,[άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ.δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους. 3-Εξέταση του λόγου αναίρεσης Α-Νομική βάση α- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ. 01/1225, ΠΧΡ.02/402, ΠΛΟΓ. 01/1693, ΑΠ.11/09]. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών [ΑΠ.146/09]. Η αόριστη όμως αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων [ΑΠ.971/09]. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί των αποφάσεων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση; α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 939/09,1907/07). Κατά το άρθρο 484 παρ.2 του ΚΠΔ αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους αναφερόμενους στην παρ.1 αυτού λόγους αναίρεσης κατά των βουλευμάτων. β-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. Το έγκλημα της απάτης είναι διαζευτικώς ή υπαλλακτικώς μικτό, τελείται δηλ. με οποιοδήποτε από τους τρόπους που αναφέρει ο νόμος( παράσταση γεγονότων ως αληθινών, αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση] και όταν ο δράστης χρησιμοποιεί παράλληλα ή διαδοχικά όλους τους τρόπους διάπραξης της απάτης, ιδίως με συνεχιζόμενες ψευδείς παρατάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρι να καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη με την απόσπαση της εμπιστοσύνης του, μια μόνο πράξη τελείται [ΑΠ.244/98 ΠΧΡ.ΜΗ/885],Σ' αυτά είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας σε άλλη υπαλλακτική μορφή από εκείνη για την οποία ο κατηγορούμενος εισάγεται, [Λ. Μαργαρίτης Ποιν.Κ.2003 σελ. 61]. Κατά την κρατούσα στη θεωρία [Άγγ. Κωνσταντινίδης. Απάτη σε δίκη ΠΧΡ.ΛΗ/557, Σπινέλλης Ποιν.Δ. Ειδ.Μέρος 1985 σελ.94,Δασκαλάκης Π.ΧΡ. ΚΑ/624, Χριστ. Χριστοφορίδης επ.Αντ.Α.Π.Π.Χρ.μβ/102, CONTRA Κ. Ανδρουλάκης, στη διατριβή Είναι νοητή απάτη επί δικαστηρίω; Π.ΧΡ.Κ/561, ΚΑ/716.] και στη νομολογία άποψη [Α.Π.31/59 Π.ΧΡ.Θ212,με σύμφ. αγόρ. Β. Σακελλαρίου, Α.Π.1227/79,Ολομ.ΠΧΡ.σύμφωνη πρότ. Λ. Παπακαρυά Λ/283, Συμβ. Εφ.Θεσ. 174/73, σύμφ. πρότ. Αντεισ. Κ.Σταμάτη Π.ΧΡ. ΚΓ/747, Α.Π.652/92 ΠΧΡ. ΜΒ/647], στοιχειοθετείται απάτη επί δικαστηρίου οσάκις ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσάγει προς υποστήριξή του και απατηλά αποδεικτικά μέσα, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ότι τελείται η απάτη επί δικαστηρίου τετελεσμένη μεν όταν το δικαστήριο παραπλανόμενο από το διάδικο με την προβολή και την προσαγωγή απ' αυτόν των απατηλών αποδεικτικών του μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, εν αποπείρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. [Α.Π.869/95 ΠΧΡ. ΜΕ/1422, Α.Π.1612/95 ΠΧΡ. ΜΣΤ/1027, Α.Π.1533/95 ΠΧΡ. ΜΣΤ/
- Α.Π. 1496/83 ΠΧΡ. ΛΔ/488, ΑΠ.1123/91 ΠΧΡ. ΜΒ/53]. γ-Κατά το άρθρο 46 παρ.1 β του Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει στο άρθρο 48 ο Π.Κ. (Χωραφάς Π.Δ.Α/366, ΑΠ.162/86), απαιτείται α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται, ΙΝ CONCRETO, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, (Α.Π.577/79 ΠΧΡ. ΚΘ/669), δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, β) αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε χωρίς αυτή δε θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος, (Α.Π.18/87 ΠΧΡ.ΛΖ/378). Β-Περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του προαναφερόμενου παραπεμπτικού 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών διαλαμβάνουν τα εξής "Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα έσφαλε και δεν ανέγραψε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία που επιβάλλουν τα άρθρα 139 ΚΠΔ και 93 του Συντάγματος, παραβιάζοντας ως εκ τούτου το άρθρο 484 παρ.1 εδ. ε' ΚΠΔ. Πρώτος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε χωρίς επαρκή και πλήρη αιτιολογία ως πλήρη απόδειξη τις αντιφατικές και σαφείς παραδοχές του 286/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όμως παρέχει αντιφατικές και σαφείς παραδοχές και ουδέν αναφέρει για τις λοιπές τοκογλυφικές απαιτήσεις του μηνυτή και ιδίως αυτές που αντιπροσωπεύει η λευκή επιταγή ποσού 91.723.000 δρχ. που επιδίωξε ο μηνυτής προκειμένου να δικασθεί ως ηθικός αυτουργός για την πράξη αυτή. Σημειώνω ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε στην ουσία σχετική έφεση του μηνυτή με το 2182/07 βούλευμά του. Ουδόλως αναφέρει που στηρίζει την κρίση του για την παραπομπή μας. Δεύτερος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα 613/10 προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του για παραπομπή μας στο ακροατήριο του Εφετείου Κακουργημάτων έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία της απόρριψης της ανακοπής του πρώτου από εμάς κατά των 4803/03 και 6588/03 διαταγών πληρωμής με βάση τις ... και ... επιταγών της Τράπεζας BARCLAYS BANK PIC ως νόμω αβάσιμες, ενώ αυτές απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (εκπρόθεσμες) χωρίς το αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά τους". Γ-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, και δη με παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση [ΑΠ.2367/05], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την "εκτίμηση των προβαλλομένων λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας" προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: 1) Ο Ν. Λ. συνήψε μετά του νυν εγκαλούντος Α. Ι. κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1988 έως τον Οκτώβριο του 1991 διαδοχικές συμβάσεις δανείου για την επέκταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στον χώρο της εργολαβίας και κατασκευής, ποσού συνολικώς 47.893.000 δραχμών και για τον λόγο αυτό εξέδωσε στην Αθήνα τις υπ' αριθμόν ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barclays Bank Pic (και νυν HSBC) εις διαταγή του, ποσού 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντιστοίχως, αποδεχόμενος την ανωτέρω οφειλή του προς τον εγκαλούντα. Στις επιταγές αυτές δεν τέθηκε ημερομηνία εκδόσεως, με την συμφωνία ότι θα συμπληρώνονταν από τον ίδιο τον εγκαλούντα Α. Ι., όταν ο πρώτος εκκαλών θα εισέπραττε από τον Δήμο Καλλιθέας ποσό ύψους 450,000 δραχμών, για έργο που είχε κατασκευάσει. Ο εγκαλών Α. Ι. ανέμενε επί σειρά ετών, αποδεχόμενος τις υποσχέσεις (του ήδη εκκαλούντος) ότι, θα του εξοφλήσει την ανωτέρω απαίτηση και ακολούθως έθεσε στις ανωτέρω επιταγές τις ημερομηνίες 28-11-2002 και 30-1-2003 αντιστοίχως και αυθημερόν τις εμφάνισε προς πληρωμή, όπου και σφραγίστηκαν, λόγω μη υπάρξεως επαρκούς υπολοίπου. Βάσει των επιταγών αυτών ο εγκαλών (Α. Ι.) ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμόν 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες επιδόθηκαν στον εκκαλούντα στις 30.7.2003 με αντίστοιχη επιταγή προς πληρωμή. Κατά των διαταγών αυτών ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Ν. Λ. άσκησε τις από 11.9.2003 και 15.9.2003 ανακοπές του οι οποίες εκδικάστηκαν στις 30.6.2004, αναφέροντας ότι: α) πράγματι είχε δανειστεί χρήματα από τον- εγκαλούντα, αλλά όχι το χρηματικό ποσό που ενσωμάτωναν οι ανωτέρω πιστωτικοί τίτλοι, αλλά μόνον το ποσό των 3.000.000 δραχμών το οποίο ανατοκιζόταν με τοκογλυφικούς τόκους ύψους 8% μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 30.11.1988 μέχρι τις 30.11.1991 και το οποίο με τις παράνομες αυτές προσαυξήσεις ανήλθε σε 47.910.000 δραχμές, β)ότι από το διάστημα από 1.12.1991 έως 1.7.2003 κατέβαλε ανελλιπώς στον μηνυτή το ποσό των 260.000 δραχμών μηνιαίως και το αντίστοιχο ποσό 770 ευρώ, δηλαδή συνολικώς το ποσό των 36.400.000 δραχμών, γ) ότι ο μηνυτής εισέπραξε από αυτόν πλέον των οφειλομένων το ποσό των 27.100.000 δραχμών ενώ θα έπρεπε να είχε εισπράξει το ποσό των 6.300.000 + 3.000.000 = 9.300.000 δραχμών, δ) ότι κατέβαλε στον μηνυτή το ποσό των 2.000.000 δραχμών για έξοδα γάμου της κόρης του, 1.500.000 δραχμές για ιατρικά του έξοδα, 300.000 για έξοδα θερινής διαβίωσης του, 2.000.000 δραχμές για αγορά οχήματος της κόρης του και συνολικώς για το χρονικό διάστημα από του έτους 1991 έως και το 2003 ότι του κατέβαλε 30.000.000 δραχμές και ε) ότι ο εγκαλών, κατά το αμέσως πιο πάνω χρονικό διάστημα, είχε εισπράξει από αυτόν αθέμιτα ανταλλάγματα (δηλαδή πέραν του δανείου με τους νόμιμους τόκους) τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 57.100.000 δραχμές, 2) οι ισχυρισμοί αυτοί του ήδη εκκαλούντος Ν. Λ. απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και αναξιόπιστοι από το σκεπτικό του υπ' αριθμόν 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ. 2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), 3) Η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά την κατάθεση της την 30-6-2004 επιβεβαίωσε ενόρκως τους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου - συζύγου της (Βλέπ. σχετικώς πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία 30-6-2004),οι οποίοι εάν γινόταν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, θα είχαν γίνει δεκτές οι ανακοπές του πρώτου εκκαλούντος Ν. Λ., θα είχαν ακυρωθεί οι με αριθμούς 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγές πληρωμής και έτσι ο μηνυτής θα είχε υποστεί ζημία, κατά το ποσό που ενσωμάτωναν οι παραπάνω ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barclays Bank Pic (και νυν HSBC), δηλαδή κατά το ποσό των 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντίστοιχα, που υπερβαίνει (μετά την εισαγωγή του ευρώ) το ποσό των 73.000 ευρώ, 4) Όσον φορά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων περί εσφαλμένης κρίσεως του με αριθμό 286/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να λεχθεί ότι: Αντικείμενο κρίσεως των (κρινόμενων) με αριθμό 539/16-10-2009 και 537/16-10-2009 εφέσεων αντίστοιχα των κατηγορουμένων Ν. Λ. του Α. και Β. σύζ. Ν. Λ., αποτελεί το με αριθμό 2789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και όχι το συναφές επικαλούμενο ως εσφαλμένο κατ' ουσία 286/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όπως ήδη ελέχθη παραπάνω έχει καταστεί αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ.2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), με όλες τις νομικές λόγω του αμετακλήτου συνέπειές του. Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του πρώτου μεν για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, σε βάρος της δεύτερης δε για άμεση σ' αυτή συνέργεια, κατ' εξακολούθηση [άρθρα 46 παρ.1β, 60-63, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 386 παρ.1,3β ΠΚ], απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 2789/09 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τους παραπέμπει για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών να δικασθούν ως υπαίτιοι της τελέσεως τούτων. Δ-Αναιρετικός έλεγχος α-Οι αιτήσεις αναιρέσεως. Από το περιεχόμενο των αιτήσεων αναιρέσεων προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος απ' αυτούς λόγος αναιρέσεως της έλλειψης της ειδικής αιτιολογίας του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτές ούτε εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία ή αν υπάρχει έλλειψη σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία της κατηγορίας, ούτε εάν εμφιλοχωρεί σ' αυτή κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό. β-Αυτεπάγγελτη εξέταση της έλλειψης αιτιολογίας. Από τις ως άνω παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατ' είδος, τα οποία έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθόσον η περιεχόμενη σ' αυτό αναφορά ότι έλαβε υπόψη του "τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας", είναι αόριστη και δεν αρκεί για τη θεμελίωση της έλλειψης αιτιολογίας ως λόγου αναίρεσης κατά του βουλεύματος. 3-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, πρέπει, όσο αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων να απορρίψει τούτες ως απαράδεκτες, λόγω της αοριστίας τους, και να καταδικάσει τον καθένα στα δικαστικά έξοδα των 220 €, όσον αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση του λόγου αναίρεσης, την οποία προτείνουμε, να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα για τον ως άνω λόγο και να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεών τους κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Για τούτο προτείνω Α-Όσο αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως: α-Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι 1) 52/23-4-10 και 2) 51/23-4-10 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Β.Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των 220 €. Β-Όσο αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση της έλλειψης αιτιολογίας: α-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και β-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεών τους κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις κρινόμενες υπ' αριθμ. 51 και 52/23-4-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Β. Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 613/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι ανωτέρω δύο αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθμ. 2789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε. Με το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπονται αμφότεροι οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως κατηγορούμενοι για να δικασθούν ο μεν πρώτος αυτών για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος (ως εκ του ύψους του σκοπούμενου συνολικού οφέλους), η δε δεύτερη αυτών για άμεση συνέργεια στην απόπειρα της κακουργηματικής απάτης του πρώτου (άρθρα 46 παρ. 1β, 94 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1 και 3β του Π.Κ.). Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά (Ολ. ΑΠ 19/2001). Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Η αόριστη όμως αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων [ΑΠ.971/09]. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί των αποφάσεων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση: α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 939/09). Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ.2 του ΚΠΔ αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους αναφερόμενους στην παρ.1 αυτού λόγους αναίρεσης κατά των βουλευμάτων. Εν προκειμένω οι κρινόμενες αναιρέσεις κατά του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών διαλαμβάνουν τα εξής: "Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα με αριθμό 613/2010 έσφαλε και δεν ανέγραψε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία που επιβάλλουν τα άρθρα 139 Κ.Ποιν.Δ. και 93 του Συντάγματος παραβιάζοντας ως εκ τούτου το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. 5 ε' Κ.Π.Δ. Πρώτος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε χωρίς επαρκή και πλήρη αιτιολογία ως πλήρη απόδειξη τις αντιφατικές και σαφείς παραδοχές του 286/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όμως παρέχει αντιφατικές και σαφείς παραδοχές και ουδέν αναφέρει για τις λοιπές τοκογλυφικές απαιτήσεις του μηνυτή και ιδίως αυτές που αντιπροσωπεύει η λευκή επιταγή ποσού 91.723.000 δρχ. που επιδίωξε ο μηνυτής προκειμένου να δικασθεί ως ηθικός αυτουργός για την πράξη αυτή. Σημειώνω ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε στην ουσία σχετική έφεση του μηνυτή με το 2182/07 βούλευμα του. Ουδόλως αναφέρει πού στηρίζει την κρίση του για την παραπομπή μας. Δεύτερος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα 613/10 προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του για παραπομπή μας στο ακροατήριο του Εφετείου Κακουργημάτων έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία της απόρριψης της ανακοπής του πρώτου από εμάς κατά των 4803/03 και 6588/03 διαταγών πληρωμής με βάση τις ... και ... επιταγών της Τράπεζας BARCLAYS BANK PIC (και νυν HSBC) ως νόμω αβάσιμες, ενώ αυτές απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (εκπρόθεσμες) χωρίς το αρμόδιο Δικαστήριο να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά τους". Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του και ειδικότερα με καθολική παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του, ότι "από την εκτίμηση (κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ.) των προσβαλλομένων λόγων εφέσεως, σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, προέκυψαν τα εξής: "Ο Ν. Λ. συνήψε μετά του νυν εγκαλούντος Α. Ι. κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1988 έως τον Οκτώβριο του 1991 διαδοχικές συμβάσεις δανείου για την επέκταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στον χώρο της εργολαβίας και κατασκευής, ποσού συνολικώς 47.893.000 δραχμών και για τον λόγο αυτό εξέδωσε στην Αθήνα τις υπ' αριθμόν ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barklays Bank Pic (και νυν ΗSΒC) εις διαταγή του, ποσού 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντιστοίχως, αποδεχόμενος την ανωτέρω οφειλή του προς τον εγκαλούντα. Στις επιταγές αυτές δεν τέθηκε ημερομηνία εκδόσεως, με την συμφωνία ότι θα συμπληρώνονταν από τον ίδιο τον εγκαλούντα Α. Ι., όταν ο πρώτος εκκαλών θα εισέπραττε από τον Δήμο Καλλιθέας ποσό ύψους 450,000 δραχμών, για έργο που είχε κατασκευάσει. Ο εγκαλών Α. Ι. ανέμενε επί σειρά ετών, αποδεχόμενος τις υποσχέσεις (του ήδη εκκαλούντος) ότι, θα του εξοφλήσει την ανωτέρω απαίτηση και ακολούθως έθεσε στις ανωτέρω επιταγές τις ημερομηνίες 28-11-2002 και 30-1-2003 αντιστοίχως και αυθημερόν τις εμφάνισε προς πληρωμή, όπου και σφραγίστηκαν, λόγω μη υπάρξεως επαρκούς υπολοίπου. Βάσει των επιταγών αυτών ο εγκαλών (Α. Ι.) ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμόν 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες επιδόθηκαν στον εκκαλούντα στις 30.7.2003 με αντίστοιχη επιταγή προς πληρωμή. Κατά των διαταγών αυτών ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Ν. Λ. άσκησε τις από 11.9.2003 και 15.9.2003 ανακοπές του οι οποίες εκδικάστηκαν στις 30.6.2004, αναφέροντας ότι: α) πράγματι είχε δανειστεί χρήμα-τα από τον εγκαλούντα, αλλά όχι το χρηματικό ποσό που ενσωμάτωναν οι ανωτέρω πιστωτικοί τίτλοι, αλλά μόνον το ποσό των 3.000.000 δραχμών το οποίο ανατοκιζόταν με τοκογλυφικούς τόκους ύψους 8% μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 30.11.1988 μέχρι τις 30.11.1991 και το οποίο με τις παράνομες αυτές προσαυξήσεις ανήλθε σε 47.910.000 δραχμές, β) ότι από το διάστημα από 1.12.1991 έως 1.7.2003 κατέβαλε ανελλιπώς στον μηνυτή το ποσό των 260.000 δραχμών μηνιαίως και το αντίστοιχο ποσό 770 ευρώ, δηλαδή συνολικώς το ποσό των 36.400.000 δραχμών, γ) ότι ο μηνυτής εισέπραξε από αυτόν πλέον των οφειλομένων το ποσό των 27.100.000 δραχμών ενώ θα έπρεπε να είχε εισπράξει το ποσό των 6.300.000 + 3.000.000 = 9.300.000 δραχμών, δ) ότι κατέβαλε στον μηνυτή το ποσό των 2.000.000 δραχμών για έξοδα γάμου της κόρης του, 1.500.000 δραχμές για ιατρικά του έξοδα, 300.000 για έξοδα θερινής διαβίωσης του, 2.000.000 δραχμές για αγορά οχήματος της κόρης του και συνολικώς για το χρονικό διάστημα από του έτους 1991 έως και το 2003 ότι του κατέβαλε 30.000.000 δραχμές και ε)ότι ο εγκαλών, κατά το αμέσως πιο πάνω χρονικό διάστημα, είχε εισπράξει από αυτόν αθέμιτα ανταλλάγματα (δηλαδή πέραν του δανείου με τους νόμιμους τόκους) τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 57.100.000 δραχμές, 2) οι ισχυρισμοί αυτοί του ήδη εκκαλούντος Ν. Λ. απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και αναξιόπιστοι από το σκεπτικό του υπ' αριθμόν 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ.2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), 3) Η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά την κατάθεση της την 30-6-2004 επιβεβαίωσε ενόρκως τους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου -συζύγου της (Βλέπ. σχετικώς πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία 30-6-2004),οι οποίοι εάν γινόταν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, θα είχαν γίνει δεκτές οι ανακοπές του πρώτου εκκαλούντος Ν. Λ., θα είχαν ακυρωθεί οι με αριθμούς 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγές πληρωμής και έτσι ο μηνυτής θα είχε υποστεί ζημία, κατά το ποσό που ενσωμάτωναν οι παραπάνω ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barklays Bank Pic (και νυν ΗSΒC), δηλαδή κατά το ποσό των 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντίστοιχα, που υπερβαίνει (μετά την εισαγωγή του ευρώ) το ποσό των 73.000 ευρώ, 4) Όσον φορά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων περί εσφαλμένης κρίσεως του με αριθμό 286/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να λεχθεί ότι: Αντικείμενο κρίσεως των (κρινόμενων) με αριθμό 539/16-10-2009 και 537/16-10-2009 εφέσεων αντίστοιχα των κατηγορουμένων Ν. Λ. του Α. και Β. σύζ. Ν. Λ., αποτελεί το με αριθμό 2789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και όχι το συναφές επικαλούμενο ως εσφαλμένο κατ' ουσία 286/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όπως ήδη ελέχθη παραπάνω έχει καταστεί αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ. 2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), με όλες τις νομικές λόγω του αμετακλήτου συνέπειές του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του πρώτου μεν για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, σε βάρος της δεύτερης δε για άμεση σ' αυτή συνεργεία, κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 46 παρ. 1β, 60-63, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 386 παρ.1, 3β ΠΚ], απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 2789/09 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο, το οποίο τους παραπέμπει για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν ως υπαίτιοι της τελέσεως τούτων. Μετά από όλα τα προαναφερόμενα το Συμβούλιο τούτο κρίνει ότι ο προβαλλόμενος από αμφότερους τους αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στα δικόγραφα των κρινόμενων αιτήσεως αναίρεσης εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία ή εάν υπάρχει έλλειψη σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία της κατηγορίας, ούτε εάν εμφιλοχωρεί σ' αυτή κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό, προσδιορίζοντας αντίστοιχα αυτά. Επομένως, πρέπει αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν ως απαράδεκτες, μετά την πρόσκληση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλλου της δικογραφίας. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Περαιτέρω όμως το Συμβούλιο αυτό, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως την έλλειψη ή μη αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ότι αυτό με την καθολική αναφορά του στην αντίστοιχη Εισαγγελική πρόταση δεν παράσχει την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν μνημονεύει αυτό ή η Εισαγγελική πρόταση τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατ' είδος, τα οποία έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει τη δικονομική του πεποίθηση για τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθόσον η περιεχόμενη σ' αυτό (Εισαγγελική πρόταση) αναφορά ότι έλαβε υπόψη του "τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας", είναι αόριστη και δεν αρκεί για τη θεμελίωση της έλλειψης αιτιολογίας ως λόγου αναίρεσης κατά του ως άνω βουλεύματος. Συνακόλουθα, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για τον ως άνω λόγο (έλλειψη αιτιολογίας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεων των δύο κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 2783/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 51 και 52/23-4-2010 αιτήσεις των 1) Β.-Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Αναιρεί αυτεπαγγέλτως το ως άνω βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το ως άνω βούλευμα, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των από 16-10-2009 εφέσεων των ως άνω δύο κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 2789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ