Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1836 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου αμετακλήτως για πλαστογραφία με χρήση. Νέες αποδείξεις (έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και επιστολή του πολιτικώς ενάγοντος) για το ότι η επίμαχη σύμβαση πρόσληψή του υπεγράφη μετά την προσθήκη του όρου περί δοκιμαστικής περιόδου στο πρωτότυπο κείμενο και την φωτοτύπησή του και συγκεκριμένα τέθηκαν για πρώτη φορά οι υπογραφές του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου σε φωτοαντίγραφα της σύμβασης πρόσληψης και δεν έγινε νόθευση του κειμένου της. Με βάση τα νέα αυτά στοιχεία οι δικαστές που δίκαζαν, αν τα γνώριζαν είναι βέβαιο ότι θα οδηγούνταν σε αθωωτική κρίση. Γίνεται δεκτή ως ουσιαστική βάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ακυρώνεται η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου και λόγω πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξεως και παρόδου διαστήματος μεγαλύτερου της οκταετίας παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος λόγω παραγραφής. Αριθμός 1836/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Λουμάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1353/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 46/1.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 30.7.2009 αίτηση του Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα), με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών, με τριετή αναστολή, για πλαστογραφία μετά χρήσεως (άρθρ. 216 παρ. 1 ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ορισμένες, περιοριστικώς, αναφερόμενες, περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη, κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009, Μπουρόπουλος ΕρμΚΠοινΔ, άρ. 535 σ. 310). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της 483/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν αίτηση αναιρέσεως κατά της 5676/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην αίτηση αυτή και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι ήταν αθώος της παραπάνω πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. ΙΙΙ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, η οποία συνίσταται στο ότι: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 10 Μαΐου 1996 μέχρι και 4 Οκτωβρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, τυγχάνων Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στην ... και επί της οδού ... και έχοντας στα χέρια του την από 10.5.1996 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία είχε υπογράψει αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρίας και ο μηνυτής Η. Α., με την οποία είχε προσλάβει, με την παραπάνω ιδιότητά του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο ετών, ήτοι από 10.5.1996 μέχρι 10.5.1998, τον μηνυτή ως Διευθυντή του τουριστικού συγκροτήματος, που εκμεταλλεύεται η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία, με το όνομα "ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ", που βρίσκεται στο 46ο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, νόθευσε αυτήν και συγκεκριμένα με γραφομηχανή προσέθεσε στη δεύτερη σελίδα της, σε κενό που υπήρχε στο τέλος του πρώτου όρου της, μετά τον αριθμό 1998 και την "τελεία", που υπήρχε μετά τον αριθμό αυτό, την οποία μετέτρεψε σε "κόμμα" τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996", εν αγνοία του μηνυτή, χωρίς τη συναίνεσή του και παρά τη θέλησή του, στη συνέχεια δε, στις 19.11.1996, χρησιμοποίησε τη νοθευθείσα αυτή σύμβαση, προσκομίζοντας αυτήν στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαυρίου, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως, χωρίς σπουδαίο λόγο, είχε απολυθεί από την εργοδότριά του ως άνω εταιρία, με την από 9.10.1996 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και ζητούσε μισθούς υπερημερίας". Όπως αναφέρεται και στην 483/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε κατόπιν της από 18.9.2003 αιτήσεως αναιρέσεως του νυν αιτούντος Γ. Λ., το παραπάνω δικαστήριο, μετ' εκτίμηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου): α) δέχθηκε, ότι η φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" προστέθηκε στο κείμενο της συμβάσεως σε μεταγενέστερο χρόνο και δεν γράφτηκε συγχρόνως με το υπόλοιπο κείμενο αυτής και μάλιστα κατά υψηλή πιθανότητα με την ίδια ηλεκτρική γραφομηχανή, όπως αυτό προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 13.12.1996 εκθέσεως γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., που αναγνώσθηκε, β) δέχθηκε, ότι ο παραπάνω όρος δεν υπήρχε στην αρχική σύμβαση, διότι εάν πράγματι η βούληση των μερών ήταν να προσληφθεί ο εγκαλών δοκιμαστικά, ασφαλώς και κατά την κοινή πείρα, θα δηλωνόταν αυτό κατά τρόπο ευθύ και πριν ορισθεί ότι η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου με διάρκεια δύο ετών, το οποίο δεν συνέβη, γ) έλαβε υπόψη του και τη "γραφολογική γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου Θ. Β. (το πόρισμα της οποίας ήταν αντίθετο από εκείνο της γνωμάτευσης του γραφολόγου Τ.), αφού και αυτή αναγνώσθηκε και γίνεται ειδική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δεν συμπορεύθηκε με τα αντίθετα πορίσματα της τελευταίας, δεδομένου ότι αυτή ήταν απλό έγγραφο που εκτιμάται ελευθέρως" και δ) αιτιολογεί ειδικώς τον δόλο του κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, νόθευσε την επίμαχη σύμβαση εργασίας κατά τα ως άνω λεπτομερώς εκτιθέμενα και στη συνέχεια, στις 19.11.1996, προσκόμισε αυτήν στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαυρίου, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως, χωρίς σπουδαίο λόγο, είχε απολυθεί από την εργοδότρια του ως άνω εταιρία, με την από 9.10.1996 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και ζητούσε μισθούς υπερημερίας. ΙΙΙ. Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται ως νέα στοιχεία, υπέρ της αθωότητάς του: α) την από 10.6.2008 επιστολή του μηνυτή Η. Α. προς αυτόν στην οποία αναφέρει ότι "με την ψυχραιμία που παρέχει η χρονική απόσταση και, ιδίως, μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις που είχα με διάφορα πρόσωπα που αναμείχθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπόθεσή σας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο οδηγηθήκατε σε μια άδικη καταδίκη, αλλά και, υπό τη ψυχική φόρτιση που συνεπαγόταν για μένα τα γεγονότα εκείνα, τότε είχα σχηματίσει (συγγνωστώς πάντως) πεπλανημένη εικόνα για το πώς συνέβησαν τα γεγονότα για τα οποία παλαιότερα κατέθεσα. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι ... η σύμβαση πρόσληψής μου υπογράφηκε από εμένα μετά την έγκρισή της από το Δ.Σ της ανώνυμης εταιρίας Γενικαί Τουριστικαί Επιχειρήσεις Α.Ε. Συνεπώς είναι πολύ πιθανόν (αν όχι απόλυτα βέβαιον !) ότι στο μεταξύ είχε προστεθεί ο κρίσιμος χρόνος περί δοκιμαστικής περιόδου, την οποία προσθήκη όμως δεν πρόσεξα καν, τότε, δεδομένης μάλιστα της επιθυμίας μου να συνεργασθώ με τη συγκεκριμένη εταιρία. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή κι αν αυτό το είχα προσέξει, αυτός δεν θα ήταν λόγος για μένα να μην υπογράψω τη σύμβαση, που θα περιλάμβανε το συγκεκριμένο όρο", β) την από 20.3.2009 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως κριτικής και παρατηρήσεων της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., σύμφωνα με την οποία "Η δακτυλογράφηση του κειμένου της (από 10.5.1996) σύμβασης (εργασίας) έγινε ενιαία και φυσιολογικά, εκτός από τον αριθμό 20 στον 9ο στίχο της πρώτης σελίδας και τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" στον 3ο στίχο της δεύτερης σελίδας, που προστέθηκαν μεταγενέστερα με την ίδια γραφομηχανή. Η συμπλήρωση της επίμαχης φράσης ... έγινε πριν τεθούν οι υπογραφές, αφού η γραφή είναι φωτοτυπημένη, ενώ οι υπογραφές πρωτότυπες. Η χειρόγραφη διόρθωση της τελείας σε κόμμα, πριν από την επίμαχη φράση, έγινε ξεχωριστά σε καθένα από τα δύο αντίτυπα της επίδικης Σύμβασης, προφανώς μετά τη χάραξη των υπογραφών των συμβαλλομένων σε πρωτότυπο" και γ) τις από 7.7.2009 και 13.7.2007 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Τ. του Ι. και Α. Π. του Χ., οι οποίοι, χωρίς να είναι αυτόπτες μάρτυρες κατά την υπογραφή της συμβάσεως εργασίας, βεβαιώνουν ότι δεν τελέστηκε από τον αιτούντα η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκε και ότι η απόφαση είναι άδικη γι' αυτόν. Για τα παραπάνω στοιχεία που ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Α) Το περιεχόμενο της από 10.6.2008 επιστολής του Η. Α. προς τον αιτούντα κατά το οποίο "είναι πολύ πιθανό (αν όχι απόλυτα βέβαιο !) ότι στο μεταξύ είχε προστεθεί ο κρίσιμος χρόνος περί δοκιμαστικής περιόδου, την οποία δεν πρόσεξα καν" δεν αποτελεί νέο στοιχείο, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση, αφού αυτό αποτελούσε ισχυρισμό του τότε κατηγορουμένου, και νυν αιτούντος, ο οποίος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την κρινόμενη απόφαση υποστήριξε "Πήγα στο ΔΣ και μου είπαν ότι έπρεπε να προστεθεί ο όρος της δοκιμαστικής περιόδου. Αφού έγινε αυτό, ξαναμπήκε το κείμενο στη γραφομηχανή, προστέθηκε ο όρος και έπειτα υπογράφηκε η σύμβαση". Άλλωστε, η παραπάνω δήλωση του μηνυτή, όπως διατυπώθηκε στην επιστολή "είναι πολύ πιθανό (αν όχι απόλυτα βέβαιο)", δεν καθιστά πρόδηλη την πλάνη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, όπως απαιτεί το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ. β) Το συμπέρασμα της εκθέσεως γραφολογικής γνωμοδότησης κριτικής και παρατηρήσεων της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., ότι η προσθήκη του όρου "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" ετέθη μεν μετά τη δακτυλογράφηση του κειμένου της συμβάσεως εργασίας, όπως δέχεται και ο γραφολόγος Τ.ς, αλλά πριν τεθούν οι υπογραφές, αφού η γραφή είναι φωτοτυπημένη, ενώ οι υπογραφές πρωτότυπες, δεν προσφέρει επίσης κάποιο νεότερο στοιχείο, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση. Και τούτο διότι ο αιτών απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, αφενός επιβεβαίωσε τον τότε ισχυρισμό του μηνυτή ότι δεν είχε τεθεί θέμα δοκιμαστικής περιόδου για την πρόσληψή του και αφετέρου υποστήριξε ότι η προσθήκη αυτή ετέθη πριν να τεθούν οι υπογραφές, όπως και το συμπέρασμα της παραπάνω γραφολογικής γνωμοδότησης της Χ. Τ., αλλά και εκείνης του γραφολόγου Θ. Β.. Ειδικότερα, υποστήριξε στο Δικαστήριο "Εμένα δεν μου είχαν πει για δοκιμαστική περίοδο. Μου ζήτησαν να προσληφθεί διευθυντής, επειδή ήταν δυο μήνες το ξενοδοχείο χωρίς διευθυντή και ο χρόνος πίεζε. Τη σύμβαση την είχα ετοιμάσει, επειδή είχα τη βεβαιότητα ότι θα γινόταν η πρόσληψη λόγω της εισήγησής μου ως διευθύνοντα συμβούλου. Για νομικούς και τυπικούς λόγους δεν μπορούσα ποτέ να το έχω υπογράψει από πριν. Δεν είχα τέτοια εξουσιοδότηση. Εφόσον η σύμβαση δεν είχε υπογραφεί, η αλλαγή έγινε επάνω στο κείμενο και μετά υπογράφηκε". Επίσης, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποστήριξε "Τη σύμβαση την είχαμε κάνει δυο
(2)ημέρες πριν μαζί με τον Α. και το ΔΣ ζήτησε να μπει ο όρος και τότε την υπογράψαμε, το δέχθηκε και υπέγραψε". Έτσι, το Δικαστήριο, δέχθηκε μεν ότι η σύμβαση είχε καταρτισθεί (συνταχθεί) ως προς το περιεχόμενό της πριν τεθούν οι υπογραφές, με κοινή συμφωνία των μερών, όπως άλλωστε συνομολόγησε και ο αιτών, αλλά απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο παραπάνω όρος προστέθηκε στη σύμβαση εν γνώσει του μηνυτή. Και γ) οι από 7.7.2009 και 13.7.2007 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Τ. του Ι. και Α. Π. του Χ., αντιστοίχως, επίσης δεν προσφέρουν κάποιο νεότερο στοιχείο για την υπόθεση, αφού οι βεβαιούντες μάρτυρες, οι οποίοι δεν ήταν αυτόπτες κατά τη σύνταξη και υπογραφή της σχετικής συμβάσεως και ως εκ τούτου δεν έχουν άμεση αντίληψη και γνώση των περιστάσεων υπό τις οποίες προστέθηκε στη σύμβαση ο όρος της δοκιμαστικής περιόδου, βεβαιώνουν απλώς ότι κατά την προσωπική τους εκτίμηση, δεν τελέστηκε η πράξη της πλαστογραφίας, άποψη την οποία υποστήριξε στο Δικαστήριο και ο αιτών, ο οποίος όμως συνομολόγησε ότι ο όρος αυτός ετέθη μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, ύστερα από υπόδειξη του ΔΣ της εταιρίας. Επομένως, τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν προηγουμένως στο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (άρθρ. 216 παρ. 1 του ΠΚ), για την οποία καταδικάσθηκε. Προκύπτει δε ότι με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 30.7.2009 αίτηση του Γ. Λ. του Κ., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα). Και Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 § 1 περ.2 Π.Κ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικώς, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερα από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρα 528 § 1 εδαφ. α' και 527 § 3 Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι αυτόν για πλημμέλημα υπ' αριθμό 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Συμβολαιογράφου) και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών, με τριετή αναστολή, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 483/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών. Καταδικάστηκε συγκεκριμένα για το ότι "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από το Μάϊο 1996 μέχρι και 4 Οκτωβρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία τυγχάνων διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." που έχει την έδρα της στην Αθήνα και επί της οδού ... και έχοντας στα χέρια του την από 10/5/1996 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου την οποία είχε υπογράψει αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας και ο μηνυτής Η. Α. με την οποία είχε προσβάλει, με την παραπάνω ιδιότητά του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας δυο ετών, ήτοι από 10/5/1996 μέχρι 10/5/1998, τον μηνυτή ως διευθυντή του Τουριστικού συγκροτήματος που εκμεταλλεύεται η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", με το όνομα "ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ" που βρίσκεται στο 40ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενόθευσε αυτή και συγκεκριμένα με γραφομηχανή προσέθεσε στη δεύτερη σελίδα αυτής, σε κενό που υπήρχε στο τέλος του πρώτου όρου της, μετά τον αριθμό 1998 και την τελεία, που υπήρχε μετά τον αριθμό αυτόν, την οποία μετέτρεψε σε "κόμμα" τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996". Εν αγνοία του μηνυτή χωρίς τη συναίνεσή του και παρά τη θέλησή του, στη συνέχεια δε, στις 19.11.1996, χρησιμοποίησε τη νοθευσείσα αυτή σύμβαση προσκομίζοντάς την στην επιθεώρηση εργασίας, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως χωρίς σπουδαίο λόγο είχε απολυθεί από την εργοδότριά του άνω εταιρεία με την από 9/10/1996 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ζητούσε μισθούς υπερημερίας. Ήδη ο αιτών επιδεικνύων την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την 5676/2003 απόφαση επικαλείται και προσκομίζει ως νέες αποδείξεις i) την από 10/6/2008 επιστολή που απευθύνει προς τον αιτούντα ο πολιτικώς ενάγων Η. Α. και το γνήσιο της υπογραφής του οποίου στο τέλος αυτής έχει βεβαιωθεί από υπάλληλο του ΚΕΠ Δήμου Αθηναίων με το εξής περιεχόμενο "με την ψυχραιμία που παρέχει η χρονική απόσταση και, ιδίως μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις που είχα με διάφορα πρόσωπα που αναμείχθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπόθεσή σας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο οδηγηθήκατε σε μια άδικη καταδίκη, αλλά και υπό την ψυχική φόρτιση που συνεπάγονταν, για μένα τα γεγονότα εκείνα τότε, είχα σχηματίσει (συγνωστώς πάντως!) πεπλανημένη εικόνα για το πώς συνέβησαν τα γεγονότα για τα οποία παλαιότερα κατέθεσα. Η αλήθεια, λοιπόν, έτσι όπως την αποκρυστάλλησαν κατόπιν μεταγενέστερων διευκρινίσεων με τρίτα πρόσωπα, είναι ότι η σύμβαση πρόσληψής μου υπογράφηκε από εμένα μετά την έγκρισή της από το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.". Συνεπώς είναι πολύ πιθανόν (εάν όχι απόλυτα βέβαιον) ότι στο μεταξύ είχε προστεθεί ο κρίσιμος όρος περί "δοκιμαστικής περιόδου" την οποία προσθήκη, όμως δεν πρόσεξα καν, τότε δεδομένης μάλιστα της επιθυμίας μου να συνεργαστώ με την συγκεκριμένη εταιρεία. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή και αν το είχα προσέξει, αυτός δεν θα ήταν λόγος για μένα να μην υπογράψω τη σύμβαση που θα περιλάμβανε τον συγκεκριμένο όρο ..... θεώρησα ηθικώς επιβεβλημένο όμως, να σας στείλω την επιστολή μου αυτή, για "να βάλω τα πράγματα στη θέση τους". 2) Την από 20/3/2009 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. που ενήργησε κατ' εντολή του αιτούντος γραφολογική και εργαστηριακή εξέταση στο κείμενο της από 10/5/1996 Σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των α) Α.Ε. ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και β)Η. Α. για να αποφανθεί αν στον 3ο στοίχο της 2ης σελίδας της προαναφερομένης σύμβασης, η φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" δακτυλογραφήθηκε συγχρόνως με το υπόλοιπο κείμενο και με φυσιολογική σειρά ή προστέθηκε μεταγενέστερα, στην ίδια - ή άλλη γραφομηχανή - και πότε σε σχέση με τις υπογραφές που υπάρχουν κάτω από το κείμενο στις σελίδες 2, 4 και 5 της ίδιας συμβάσεως και επίσης να εκφέρει μετά από μελέτη της από 13/12.1996 έκθεσης γραφολογικής γνωμάτευσης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. για το ίδιο θέμα, τις επ' αυτής κριτική και παρατηρήσεις της ως προς το εάν ήταν η έρευνα πλήρης και αν το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ορθό και επαρκώς αιτιολογημένο. Στην από 20/3/2009 προσκομιζόμενη έκθεση της προαναφερόμενης, γραφολόγου αναφέρεται ότι την από 10/5/1996 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ της Ανώνυμης Εταιρείας ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, κατά του Η. Α. την παρέλαβε σε φωτοτυπία από τον εντολέα της και επίσης την εξέταση και στο Εφετείο Αθηνών από την ευρισκόμενη στο φάκελο σχετικής δικογραφίας σύμβαση με πρωτότυπες τις υπογραφές των συμβαλλομένων και έλαβε και φωτογραφίες για περαιτέρω μελέτη. Η ως άνω δικαστική γραφολόγος συμφωνεί με το συμπέρασμα του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. στην από 19/12/1996 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως ως προς τη συμπλήρωση της φράσεως "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" στον τρίτο στίχο της δεύτερης σελίδας της από 10/5/1996 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και του Η. Α. σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που δακτυλογραφήθηκε το υπόλοιπο κείμενο, όμως διαφωνεί με την (σε βαθμό πιθανολόγησης) άποψη αυτού "ότι, η εγγραφή προστέθηκε πολύ αργότερα στην εν λόγω σύμβαση και όχι μετά πάροδο λεπτών ή ωρών, αφού το κόμμα πριν την υπό κρίση εγγραφή έχει τελείως άλλη μορφή στα δυο αντίγραφα της σύμβασης που διαθέτουμε, ενώ θα έπρεπε αυτό να είναι το ίδιο". Οι λόγοι για τους οποίους διαφωνεί η γραφολόγος αυτή με το άνω συμπέρασμα της γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του προαναφερομένου συναδέλφου της αποτελούν και το τελικό συμπέρασμα της από 20.3.2009 γραφολογικής γνωμοδότησής της. αναφέρει ειδικότερα η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. στην έκθεσή της ότι ο γραφολόγος Τ. εξέτασε τα δυο αντίτυπα της επίδικης σύμβασης με υπογραφές των συμβαλλομένων σε φωτοτυπία και όχι σε πρωτότυπο. Ότι οι πρωτότυπες υπογραφές επάνω σε φωτοτυπημένο κείμενο εγγράφου φανέρωναν ότι το κείμενο προϋπήρχε των υπογραφών επί πλέον δε ότι η δακτυλογράφηση του κειμένου της συμβάσεως έγινε ενιαία και φυσιολογικά, εκτός από τον αριθμό 20 στον 9ο στοίχο και τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996 στον 3ο στίχο της δεύτερης σελίδας". Ότι σε μεταγενέστερο χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, συμπληρώθηκε στην ίδια γραφομηχανή η επίμαχη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι τον Οκτώβριο 1996", στη δεύτερη σελίδα και ο αριθμός "20" στην πρώτη σελίδα. Ότι ακολούθως το κείμενο φωτοτυπήθηκε σε τρία φύλλα χαρτιού με έντυπο το λογότυπο της επιχείρησης "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." στο άνω μέρος της μιας όψης αυτών και τέθηκαν οι υπογραφές των συμβαλλομένων σε πρωτότυπο, στο κάτω μέρος της δεύτερης όψης των δυο πρώτων φύλλων (σελίδες 2 και 4) και στο τέλος της 5ης σελίδας (3ο φύλλο), κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ". Ότι η υπογεγραμμένη πλέον σύμβαση φωτοτυπήθηκε σε δεύτερο αντίτυπο ενώ η διαφορετική μορφή που έχει η χειρόγραφη διόρθωση της τελείας σε κόμμα, στα δυο αντίτυπα της επίδικης σύμβασης σημαίνει ότι αυτή η διόρθωση έγινε ξεχωριστά σε καθένα από τα δυο αντίτυπα. Επισυνάπτεται στην προσκομιζόμενη από 20.3.2009 γραφολογική γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. και η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με πρωτότυπες επ' αυτής υπογραφές των υπογραφόντων αυτών ως συμβαλλόμενων δηλαδή του ήδη αιτούντος και του Η. Α.. 3)Την υπ' αριθμό .../7.7.2009 ένορκη βεβαίωση του άλλοτε οικονομικού διευθυντή και οικονομικού συμβούλου της εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." Δ. Τ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Λευκάδος Σπύρου Αρβανίτη καθώς και την υπ' αριθμό .../13.7.2009 χωρίς όρκο κατάθεση - δήλωση του άλλοτε δικηγόρου της ίδιας ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." Α. Π. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θέτιδος Καφαντάρη με τις εκτιμήσεις των με βάση όλα πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων για το χρόνο προσθήκες του κρίσιμου όρου της προσλήψεως ως διευθυντού του πολιτικώς ενάγοντος για το ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ με δοκιμαστική περίοδο πέντε μηνώ στην σχετική σύμβαση πριν τεθούν οι υπογραφές του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος στην φωτοτυπία από το δακτυλογραφημένο κείμενο της συμβάσεως εργασίας. Τα στοιχεία αυτά και κυρίως η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. και η συνημμένη σ' αυτή σύμβαση εργασίας με τις πρωτότυπες υπογραφές των συμβαλλομένων στην οποία στηρίζονται τα συμπεράσματα της όπως και το περιεχόμενο της από 10/6/2008 επιστολής του παραστάντος στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών ως πολιτικώς ενάγοντος Η. Α. με την οποία δηλώνει αντίθετα με όσα είχε καταθέσει εξεταζόμενος ενώπιον του άνω δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε στην αρχική σύμβαση την οποία υπέγραψε ο όρος δοκιμαστική περίοδος προς τον ήδη αιτούντα ότι μετά την έγκριση της σύμβασης πρόσληψης του από το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και την προσθήκη του κρίσιμου όρου περί δοκιμαστικής περιόδου, την οποία δεν είχε προσέξει αυτός, υπογράφτηκε από εκείνον η εν λόγω σύμβαση, είναι στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που τον κατεδίκασαν επί αυτών δε ως νέων αποδείξεων είναι δυνατό να θεμελιωθεί λόγος από αυτούς που δικαιολογούν την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας και δεν κατέτεινε η υποβολή της εν λόγω αιτήσεως σε επανέλεγχο της σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως από νομική και ουσιαστική άποψη με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές. Το δικαστήριο που είχε καταδικάσει τον ήδη αιτούντα είχε στηρίξει την περί ενοχής κρίση του όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, στην από 13.12.1996 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. τα περί του αντιθέτου αναφερόμενα στην απόφαση εκείνη συμπεράσματα του οποίου, στηρίζονταν σε εξετασθέν άλλο φωτοτυπικό αντίγραφο της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, στο οποίο όμως τόσο η προσθήκη του όρου δοκιμαστικής περιόδου όσο και οι υπογραφές των συμβαλλομένων φαίνονταν σε φωτοτυπία. Από όσα έχουν προεκτεθεί προκύπτει ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις, από τις οποίες σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που κατεδίκασε τον αιτούντα καθίσταται φανερό ότι είχε γίνει η προσθήκη του όρου για δοκιμαστική περίοδο πέντε μηνών στο κείμενο της από 10/5/1996 συμβάσεως εργασίας, που αφορούσε την πρόσληψη του πολιτικώς ενάγοντος Η. Α. στο ξενοδοχείο που εκμεταλλευόταν η εταιρεία διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο αιτών, στο τέλος κάθε φύλλου και στο τέλος του κειμένου της συμβάσεως αυτής υπό την ένδειξη οι συμβαλλόμενοι. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν ήταν νοητή τέλεση στην συγκεκριμένη περίπτωση (υπό μορφή της νόθευσης του κειμένου της) της πράξεως της πλαστογραφίας της προαναφερθείσης συμβάσεως, για την οποία ο αιτών καταδικάστηκε. Οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση αν γνώριζαν αυτά που προκύπτουν από τις άνω νέες αποδείξεις είναι βέβαιο και όχι απλώς πιθανό ότι θα αθώωναν τον αιτούντα για την πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως. Επομένως, ο αιτών είναι αθώος και αδίκως καταδικάστηκε με την ανωτέρω απόφαση για την αναφερθείσα πράξη, πρέπει δε να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και να ακυρωθεί η εν λόγω καταδικαστική απόφαση. Δεν κρίνεται όμως αναγκαίο η παραπομπή της υποθέσεως στο ακροατήριο για νέα συζήτηση, δεδομένου ότι από το χρόνο τελέσεως της πράξεως εντός του χρονικού διαστήματος από 10 Μαΐου 1996 μέχρι 4 Οκτωβρίου 1996 μέχρι σήμερα ημερομηνία δημοσιεύσεως της προκείμενης αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής λόγω παραγραφής και ειδικότερα από τότε μέχρι σήμερα παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και πρέπει κατ' εφαρμογή των άρθρων 111§1 & 3, 112, 113§1 & 3 του Π.Κ. και 370 περ.β' σε συνδυασμό με άρθρα 309§1β και 310§1β Κ.Ποιν.Δ. να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος για την ανωτέρω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 30 Ιουλίου 2009 (αριθ. πρωτ. 7590/ 30.9.2009) αίτηση του Γ. Λ. του Κ., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση. Και Παύει οριστικά λόγω παραγραφής κατά του καταδικασθέντος με την ως άνω απόφαση Γ. Λ. του Κ. για το ότι: Στην ..., κατά τα χρονικό διάστημα από 10 Μαΐου 1996 μέχρι και 4 Οκτωβρίου 1996, και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, ενόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έχανε χρήση του νοθευμένου αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα τυγχάνων Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στην ... και επί της οδού ... και έχοντας στα χέρια του την από 10-5-95 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία είχε υπογράψει αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας και ο μηνυτής Η. Α., με την οποία είχε προσλάβει, με την παραπάνω ιδιότητά του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας δυο ετών ήτοι από 10-5-93 μέχρι 10-5-1998, τον μηνυτή ως Διευθυντή του τουριστικού συγκροτήματος, που εκμεταλλεύεται η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" με το όνομα "ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ", που βρίσκεται στο 40ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενόθευσε αυτή και συγκεκριμένα με γραφομηχανή προσέθεσε στη δεύτερη σελίδα αυτής, σε κενό που υπήρχε στο τέλος του πρώτου όρου της, μετά τον αριθμό 1998 και την "τελεία" που υπήρχε μετά τον αριθμό αυτό, την οποία μετέτρεψε σε "κόμμα" τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996", εν αγνοία του μηνυτή χωρίς συναίνεση του και παρά τη θέληση του, στη συνέχεια δε, στις 19-11-96, χρησιμοποίησε τη νοθευθείσα αυτή σύμβαση προσκομίζοντας αυτή στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαυρίου, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως, χωρίς σπουδαίο λόγο είχε απολυθεί από την εργοδότριά του ως άνω εταιρεία με την 9-10-96 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ζητούσε μισθούς υπερημερίας. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ