Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1837 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο 25 παρ. 1, 2a, 7, 8 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1, 2 Ν. 3220/
(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των ΔΣ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές Τέλος, κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήσαν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις του προαναφερθέντος πληρεξούσιου Δικηγόρου του κατηγορούμενου για την πράξη που αποδίδεται στον τελευταίο, αλλά και από όλη γενικά την διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Γ. ΠΛΑΤΖΗΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΙΓΑΙΟΝ" με την ΙΕ/5742/70258/Ν1262/82/ 20-3-85 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής οικονομίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, υπήχθη στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/82 και έλαβε επιχορήγηση 52.884.000 δρχ και επιδότηση επιτοκίου 5.517.680 δρχ σχετικά με την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας Β κατηγορίας, δυναμικότητας 60 κλινών, στην περιοχή ... Ν. ... . Στις 8-9-1987 εγκρίθηκε με απόφαση του Νομάρχη Καβάλας η καταβολή της τελευταίας δόσης της επιχορήγησης. Όρος της προαναφερόμενης υπαγωγής ήταν να μην μεταβιβαστεί η επιχείρηση με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς άδεια του υπουργού οικονομίας σε διάστημα δέκα ετών από τη δημοσίευση της απόφασης της υπαγωγής (από 20-3-85) ή εφόσον η επιχείρηση ανήκε σε Έλληνες του εξωτερικού, όπως εν προκειμένω, θα πρέπει οι μετοχές της να είναι ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες για το ίδιο διάστημα δεκαετίας, ειδάλως υποχρεούταν σε ολική επιστροφή της επιχορήγησης, ήτοι με την παραβίαση του όρου γεννιόταν η υποχρέωσή της για επιστροφή, η οποία γινόταν απαιτητή κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν 1360/83 (έκδοση απόφασης υπουργού Οικονομίας ήδη γενικού γραμματέα της Περιφέρειας για επιστροφή στο δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας είσπραξης δημοσίων εσόδων). Το έτος 1992 (20-7-1992) η εταιρία που ανήκε σε Έλληνα του εξωτερικού, μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών (άρα στην ουσία μεταβιβάστηκε και εν συνόλω) στους ΒΒ (99%) και ΓΓ (κατηγορούμενο με 1%), χωρίς άδεια Υπουργού Οικονομίας και επομένως παραβίασε τον όρο υπαγωγής της στο αναπτυξιακό νόμο 1262/82, με αποτέλεσμα να γεννηθεί τότε η υποχρέωσή της για επιστροφή του ποσού της επιχορήγησης και επιδότησης (52.884.000 δρχ και 5.517.680 δρχ). Συνάμα μεταβλήθηκε και επωνυμία της εταιρίας σε "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ".Το παραπάνω γεγονός κατέστη γνωστό στη διοίκηση στις 12-9-2002 με βάση την με ιδία ημερομηνία έκθεση του αρμοδίου οργάνου ελέγχου και με την ΑΠ ΔΣΑ/Γ/640/70258Ν/Ν1262/82/6-6-2003 απόφαση του Γενικού γραμματέα της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης διατάχθηκε η επιστροφή της καταβληθείσης επιχορήγησης και επιδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας είσπραξης δημοσίων εσόδων και η ως άνω απαίτηση του Ελληνικού δημοσίου βεβαιώθηκε ως δημόσιο έσοδο στη ΔΟΥ ... στις 15-12-2003 (ύψους 171.391,58 ευρώ). Η βεβαίωση έγινε σε βάρος του κατηγορουμένου ως διευθύνοντα συμβούλου της παραπάνω ΑΕ υπόχρεης σε επιστροφή για χρέος ύψους (321.980,59) ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την 28-11-2006 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), καθυστέρησε δε ο κατηγορούμενος να το καταβάλει στο Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη μέρα που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως οι ημερομηνίες αυτές και τα αντίστοιχα ποσά αναλύονται στον παρακάτω στο διατακτικό της παρούσας πίνακα χρεών που συνέταξε η ΔΟΥ ... . Ο κατηγορούμενος Χ δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του χρέους, ισχυρίζεται όμως ότι αυτός κατά το χρόνο βεβαίωσης δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντα συμβούλου και επομένως δεν ευθύνεται ποινικά. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 ν 1882/90 ως ισχύει για τους διευθύνοντες συμβούλους ανωνύμων εταιριών η δίωξη ασκείται για τα χρέη που α) ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της παραπάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα την απέβαλαν β) καθώς επίσης για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι με την από 29-6-1997 απόφαση της γενικής συνέλευσης της παραπάνω εταιρίας που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 5393/97 ΦΕΚ διορίσθηκε διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας αυτής με ιδιότητα να εκπροσωπεί τούτη για διάστημα θητείας του πενταετή ήτοι μέχρι 29-6-
- Κατά το καταστατικό της εταιρίας, η θητεία των οργάνων του διοικητικού συμβουλίου είναι πενταετής και παρατείνεται μέχρι την τακτική γενική συνέλευση που εγκρίνει τον ισολογισμό του πέμπτου έτους χωρίς να υφίσταται δυνατότητα να υπερβεί τα έξη έτη (άρθρο 19). Γενική συνέλευση της παραπάνω εταιρίας το πέμπτο έτος δεν συγκλήθηκε και επομένως η θητεία του κατηγορουμένου παρατάθηκε ως 29-6-
- Συνακόλουθα το χρέος, ναι μεν γεννήθηκε το έτος 1992 κατά τα προαναφερθέντα, πλην όμως ανάγεται και σε όλο το διάστημα που ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος της προαναφερθείσας εταιρίας και επομένως υφίσταται ποινική του ευθύνη, αφού συντρέχει η παραπάνω β περίπτωση, ήτοι πρόκειται για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα με το χρόνο βεβαίωσης και ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά ανάγονται στο χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κύρια μέτοχος της παραπάνω ξενοδοχειακής εταιρίας ήταν η εταιρία "ΛΑΣΚΟΥ ΑΒΒΕ" την οποία ήλεγχε ο κατηγορούμενος και η οποία πτώχευσε το έτος 1999 με την υπ' αριθμό 56/99 απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, διορίστηκε δε σύνδικος αυτής ο δικηγόρος Καβάλας Μάρκος Αποστολίδης. Ο κατηγορούμενος έκτοτε ουδέποτε ασχολήθηκε με τη διοίκηση της παραπάνω ξενοδοχειακής εταιρίας, η οποία μάλιστα αφού πραγματοποίησε εργασίες κατασκευής και επισκευής σε υφιστάμενο χώρο ξενοδοχειακής εγκατάστασης, δεν πρόλαβε να λειτουργήσει και να αναπτύξει δραστηριότητα ως το έτος
- Μάλιστα στις 24-7-2003, όταν κοινοποιήθηκαν στον κατηγορούμενο από την περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης οι αποφάσεις ανάκλησης υπαγωγής της επένδυσης, εγγράφως γνωστοποιούσε στην παραπάνω υπηρεσία ότι από τις 28-7-1999 παραιτήθηκε από οποιαδήποτε θέση στην εταιρία (παραίτηση όμως άτυπη που χωρίς δημοσίευση στο ΦΕΚ ουδεμία είχε έννομη συνέπεια) και ουδεμία ανάμιξη είχε στη διαχείρισή της. Επομένως στον κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι στην παραπάνω παράνομη πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά και να επιβληθεί σε αυτόν ποινή μειωμένη κατ' άρθρο 84 §2β ΠΚ". Στην συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στην ... την 31-5-2004, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ" πρώην ΤΙΛΑΝΤΖΗΣ ΑΕ, που εδρεύει στη ..., καθυστέρησε να καταβάλει προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρέη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Ειδικότερα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ... σε βάρος του κατηγορουμένου με την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω εταιρίας χρέη ύψους (321.980, 59) ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την 28-11-2006 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), καθυστέρησε να τα καταβάλει στο Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη μέρα που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως οι ημερομηνίες αυτές και τα αντίστοιχα ποσά αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε η ΔΟΥ ..., ως εξής: Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 25 παρ.1 εδ.γ, 2α, 7, 8 του Ν.1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό δεν είναι τυπικό, ούτε εξαντλείται σε. απλή επανάληψη του διατακτικού, στο δε διατακτικό, στο οποίο και παραπέμπει το αιτιολογικό, με ρητή αναφορά, προσαρτάται και αναλυτικός Πίνακας Χρεών του κατηγορουμένου, της ΔΟΥ ... και περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ' είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι 28-11-2006), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού κατά την 15-12-2003, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους κατά την 30-1-2004 και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-5-2004, ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως, 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως και στο διατακτικό παρατιθέμενο αναλυτικό Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., 3) Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος σε καταβολή των άνω χρεών προς το Δημόσιο, ως αχρεωστήτων, λόγω υποχρεώσεως της εταιρείας "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ", σε επιστροφή επιχορηγήσεως του ν. 1262/1982, λόγω της ιδιότητας αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας αυτής, από την 29-6-1997 μέχρι 29-6-2003, βάσει αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως και του καταστατικού της υπόχρεης ανώνυμης εταιρείας, το δε χρέος αυτό "ανάγεται σε όλο το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος ήταν ως άνω διευθύνων σύμβουλος", 4) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως άνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 28-11-2006 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 31-5-2004, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 2/22-1-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1462/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι