← Ελλάδα

ΑΠ 1841/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1841 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Παράβαση ΑΝ 86/

  1. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη αιτιολογίας, β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ) Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος πότε και πως προτείνεται, δ) Ακυρότητα από τη λήψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, ε) Ακυρότητα από μη ανάγνωση εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία. Αριθμός 1841/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, περί αναιρέσεως της ΒΤ6633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 197/
  2. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του αρ. 1 του α.ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται, για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παράλειψης της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού ως εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς, καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το αρ. 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το αρ. 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το αρ. 1 παρ. 1 και αρ. 2 του α.ν. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ουκ οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τοχρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. ΒΤ-6633/2007 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφασή του αυτή αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, διότι στο .... την 19.3.2002, ενώ ήταν εργοδότης (διαχειριστής) εταιρείας με την επωνυμία ..... ΕΠΕ που εκτελούσε εθνικές μεταφορές και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 3/00 έως ΔΧ 01, στην επιχείρησή του 32 μισθωτούς, με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε Οργανισμό, δηλαδή, Κοινωνικής Ασφάλισης, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και τώρα στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 148.835,80 ευρώ μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: 1) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ποσού 99.223,87 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές), ποσού 49.611,93 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση, όπως αναλυτικά στο διατακτικό αναφέρεται. Στην ΠΕΕ οι 3238 αναγράφονται 32 μισθωτοί με σύνολο αποδοχών 299.826,12 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ως άνω πράξεων και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με αυτά που εδέχθη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην πληττομένη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/19 και 375 παρ. 1 ΠΚ που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, αναφέρεται στην πληττομένη απόφαση το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, ο εργοδότης που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, γεγονός το οποίο δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι, με οποιαδήποτε εκδοχή, ο χρόνος τελέσεώς τους δεν τοποθετείται πριν από το τέλος του επομένου του Μαρτίου 2000 μηνός και συνεπώς, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, δεν είχε παρέλθει οκταετία, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ) στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη από την οποία (ιδιότητα ως εργοδότη) απορρέει και η υποχρέωσή του για την καταβολή των εισφορών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσο και για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1γ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την κίνηση της ποινικής διώξεως. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται έως ότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 και 2, ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στο ακροατήριο που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο που εμφανίσθηκε, καλύπτεται. Κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, προταθείσα δι' ενστάσεως η απόλυτη ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κριθείσα δε και απορριφθείσα, καλύπτεται δια της κρίσεως επ' αυτής, ώστε η επαναφορά του ζητήματος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έχει ανάγκη λόγου εφέσεως κατά της πρωτόδικης απορριπτικής αποφάσεως. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ, κατά τη, μετά από αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για νέες αποδείξεις, δικάσιμο, η υπόθεση συζητείται εκ νέου, καθ' ολοκληρίαν, από την αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο συνεπεία ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και της κλήσης του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες αυτός προέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με σχετική έγγραφη δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης. Ότι το δικαστήριο, κατά την αρχική δικάσιμο της 12.10.2007, που είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί η υπ' αριθ. 479/8.3.2006 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 3959/2.3.2004 αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης (έφεσης) για νέες αποδείξεις, στη δικάσιμο της 6.12.2007, κατά την οποία όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε και δικάστηκε ωσεί παρών και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν απήντησε στους ως άνω ισχυρισμούς του. Ανεξάρτητα από τη μη νόμιμη υποβολή των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αφού η επαναφορά του ζητήματος της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της ακυρότητας της κλήσης του στο ακροατήριο έπρεπε να προβληθούν με σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η μη εμφάνισή του στην μετ' αναβολή συζήτηση της έφεσής του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η υπόθεση συζητείται εκ νέου, καθ' ολοκληρίαν, από την αρχή, δεν σημαίνει και νόμιμη επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην αρχική εκδίκαση, αλλά εκ νέου προβολή τους από τον ενδιαφερόμενο κατηγορούμενο, κάτι το οποίο δεν έλαβε χώρα, συνεπεία της μη εμφάνισής του. Συνεπώς, ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Β' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό μέσο. Και ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο αυτό, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι παραπάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο και τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η μη ανάγνωση και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφων, τα οποία υπάρχουν στην δικογραφία ή προσκομίζονται από τον κατηγορούμενο ή η ανάγνωσή της προβλέπεται από το νόμο, δεν ιδρύει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' και Β' ΚΠοινΔ λόγους αναίρεσης για ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των εγγράφων αυτών και το Δικαστήριο παρέλειψε ή αρνήθηκε να τα αναγνώσει, οπότε υπάρχει έλλειψη ακρόασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το μόνο έγγραφο που αναγνώσθηκε ήταν η πρωτόδικη απόφαση, η οποία πλήρως εξατομικεύεται, ουδενός δε άλλου εγγράφου ζητήθηκε η ανάγνωση. Το γεγονός ότι υπήρχαν στο φάκελλο της δικογραφίας διάφορα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στην αρχική δικάσιμο της έφεσής του, την 12.10.2007, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση κατ' άρθρον 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ, δεν δημιουργεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υποχρέωση στο Δικαστήριο να τα αναγνώσει, κατά τη νέα συζήτηση, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, συνεπεία της μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος στην μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης, δεν υποβλήθηκε και σχετικό αίτημα ανάγνωσης. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα του αναγνωσθέντος από το δικαστήριο εγγράφου, είναι αβάσιμος, κατά δε, το δεύτερο μέρος του, που υποστηρίζεται ότι δεν αναγνώσθηκαν τα έγγραφα που αυτός (αναιρεσείων) είχε προσκομίσει στην αρχική δικάσιμο της έφεσής του, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 6633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.