← Ελλάδα

ΑΠ 1842/2007 — Αναιρέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1842 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: (Βούλευμα)ΑΝΑΙΡΕΣΗ: Απαράδεκτη για μη νόμιμη άσκηση. Αριθμός 1842/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 152-153/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 857/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 284/03.07.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 31 Ιανουαρίου 2005 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..... , κατά της υπ΄αριθμ. 152-153/31-1-2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκθέτομεν τα εξής: Κατά την διάταξιν του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξιν της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικον μέσον ασκείται με δήλωσιν εις τον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφασιν (ή το βούλευμα) ή εις τον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή εις τον προϊστάμενον της προξενικής αρχής που ευρίσκεται εις το εξωτερικόν και εις την περιφέρειαν των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινώς ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατήται εις την φυλακήν, η δήλωσις δύναται να γίνη και ενώπιον του διευθύνοντος αυτήν. Περί της δηλώσεως συντάσσεται έκθεσις υπογραφομένη υπό του δηλούντος ή του αντιπροσώπου του και εκείνου προς τον οποίον γίνεται η δήλωσις. Περαιτέρω κατά την διάταξιν του άρθρου 473 παρ. 2 ίδιου Κώδικος, η αίτησις αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως δύναται να ασκηθή υπό του καταδικασθέντος και δια δηλώσεως περιεχούσης τα εν τη παρ. 2 του επομένου άρθρου οριζόμενα και επιδιδομένης εις τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών, η οποία αρχίζει συμφώνως με την παρ.
  2. Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η αίτησις αναιρέσεως ασκείται μόνον κατά τους προαναφερθέντας τρόπους. Συνεπώς δεν δύναται αυτή να ασκηθή δια δηλώσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά του εκδόντος την αναιρεσιβαλομένην απόφασιν δικαστηρίου. Η δε άσκησίς της κατά τον τρόπον αυτόν καθιστά αυτήν απαράδεκτον. Εις την προκειμένην περίπτωσιν μετά την καταδίκην του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δια της προσβληθείσης αποφάσεως και την επιβολήν εις αυτόν της σχετικής ποινής, οι συνήγοροι του ήσκησαν αναίρεσιν, δια δηλώσεώς των καταχωρισθείσης εις τα πρακτικά. Συγκεκριμένως εδήλωσαν, ότι "ο κατηγορούμενος ..... ασκεί αναίρεση κατά της τρέχουσας απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, για τους εξής λόγους: 1) γιατί έγινε εσφαλμένη εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού ποινικού δικαίου και συγκεκριμένα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Δικαστήριο το άρθρο 12 παρ. 1 ν.1729/1987 και 2) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας". Η αίτησις αυτή αναιρέσεως, ασκηθείσα κατά τον προαναφερθέντα τρόπον, ήτοι δια δηλώσεως καταχωρισθείσης εις τα πρακτικά, τυγχάνει απαραδέκτος ως ασκηθείσα άνευ των νομίμων διατυπώσεων, πέρα της πλήρους αοριστίας των προβαλομένων δι΄αυτής λόγων αναιρέσεως. Συνεπώς ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθή. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 31 Ιανουαρίου 2005 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου ...... , κατά της υπ΄αριθμ. 152-153/31-1-2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 11 Ιουνίου 2007Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή εις τον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.
  3. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται μόνο κατά τους προαναφερόμενους τρόπους. Συνεπώς δεν δύναται αυτή να ασκηθεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Η δε άσκησή της κατά τον τρόπον αυτόν την καθιστά απαράδεκτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Ως προς τον από τα άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, πρέπει, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην κρινόμενη περίπτωση, μετά την καταδίκη του αναιρεσείοντος .... με την 152-153/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και τριών μηνών για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, οι συνήγοροί του, κατά την γενόμενη στις 31-1-2005 συνεδρίαση του Δικαστηρίου, με δήλωσή τους που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, δήλωσαν ότι ασκούν αναίρεση κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως για τους εξής λόγους: "1) γιατί έγινε εσφαλμένη εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού ποινικού δικαίου και συγκεκριμένα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Δικαστήριο το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 1729/1987 και 2) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας". Η αίτηση αυτή, η οποία ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο, είναι απαράδεκτη, προεχόντως διότι ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ανεξαρτήτως του ότι έτσι όπως έχουν διατυπωθεί οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι παντελώς αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2005 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ......, κατά της 152-153/31-1-2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.