← Ελλάδα

ΑΠ 1846/2008 — Υπέρβαση εξουσίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1846 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου για υπέρβαση εξουσίας. Δέχθηκε ως παραδεκτή έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως αν και η έφεση δεν είχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΑΡΙΘΜΟΣ 18462008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:

  1. Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2.Χ2 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζησιμόπουλο, περί αναιρέσεως της 6026/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Αναστασίου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 και 24 Δεκεμβρίου 2007 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 3 Μαρτίου 2008 πρόσθετους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 52/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση η οποία περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να περιέχει ορισμένους λόγους. Ειδικώς, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, η άσκηση εφέσεως πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσως κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στους οποίους πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, τη δεχθεί τυπικά προχωρήσει δε στην εξέταση της ουσίας και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμ.57540/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Τα συγκροτούντα την πράξη αντικειμενικά στοιχεία συνίστανται, κατά τα εις το διατακτικό της άνω αποφάσεως διαλαμβανόμενα, στο ότι ο Χ1 με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" και ο Χ2, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της άνω εταιρίας, εν γνώσει τους ζημίωσαν την περιουσία της εταιρίας αυτής διότι α) δεν επεδίωξαν κατά τον αναφερόμενο χρόνο την είσπραξη οφειλομένων ποσών από πελάτες της εταιρίας οι οποίοι είχαν αγοράσει μετοχές και περαιτέρω, δεν προέβαιναν στην εκποίηση των μετοχών των αγοραστών οφειλετών και β) αν και είχε απωλεσθεί ή υπεξαιρεθεί μεγάλος αριθμός μετοχών δεν κινήθηκαν δικαστικώς για το ζήτημα αυτό και ούτε δήλωσαν την απώλεια αυτή στην ασφαλιστική εταιρία, διεκδικώντας την είσπραξη του αντιστοίχου ασφαλίστρου. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε εμπροθέσμως την από 9-11-2006 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 7.263/2006 σχετική έκθεση του αρμοδίου Γραμματέα, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: "...Η έφεση ασκείται κατά του κεφαλαίου εκείνου της ως άνω αποφάσεως µε το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι του εγκλήµατος της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση οι κατηγορούµενοι Χ1 και Χ2, για τους εξής νοµίµους και βασίµους λόγους. Με την ως άνω προσβαλλόµενη δια της εφέσεως απόφαση κηρύχθηκαν οµόφωνα αθώοι, πλην των άλλων και οι κατηγορούµενοι Χ1 και Χ2, οι οποίοι είχαν παραπεµφθεί δι' απευθείας κλήσεως ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήµατος της απιστίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, δηλ. για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45,98 και 390 Π.Κ. Η κατηγορία σε βάρος των εν λόγω κατηγορουµένων συνίστατο στο ότι: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούµενοι Χ1 και Χ2 κατηγορούνται ως υπαίτιοι του ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστηµα 2000-2001, µε περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος, µε γνώση, από κοινού, ζηµίωσαν την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόµου ή δικαιοπραξίας έχουν την επιµέλεια ή διαχείριση. Συγκεκριµένα στον ανωτέρω τόπο και κατά το έτος 2000 έως τον Φεβρουάριο 2001, ο πρώτος κατηγορούµενος µε την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας µε την επωνυµία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και κατά το χρονικό διάστηµα κατά το έτος 2000 έως τον Απρίλιο 2001 ο δεύτερος κατηγορούµενος µε την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύµβουλος της ίδιας ως άνω εταιρίας, κατόπιν συναπόφασης, ζηµίωσαν την περιουσία της εταιρίας έχοντας γνώση προς τούτο, µε τις ακόλουθες πράξεις τους: 1) Δεν επεδίωκαν την είσπραξη των οφειλόµενων ποσών από χρεωστικούς πελάτες της εταιρίας, οι οποίοι είχαν προβεί σε αγοραπωλησίες µετοχών δηµιουργώντας µεγάλα χρηµατοδοτικά ανοίγματα και δεν είχαν προβεί σε αντίστοιχες καταβολές (" κόκκινοι κωδικοί") και δεν προέβαιναν σε εκποίηση των συγκεκριμένων αγορών (μετοχών), ενώ παράλληλα η αξία των μετοχών μειωνόταν λόγω της συνεχούς πτώσης του δείκτη του Χρηματιστηρίου, αλλά αντίθετα επέτρεπαν στους πελάτες αυτούς νέες αγορές, ενώ ήταν χρεωστικοί και 2) Αν και πριν αλλά και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα απωλέσθησαν ή υπεξαιρέθηκαν τίτλοι μετοχών (ενδεικτικά 5.800 περίπου τεμάχια μετοχές "..."), αυτοί δεν προέβησαν στις δέουσες ενέργειες, όπως υποβολή μηνύσεων, αγωγών κ.λπ. και δεν δήλωσαν την απώλεια (ή υπεξαίρεση) των τίτλων αυτών στην ασφαλιστική εταιρία και για το λόγο αυτό δεν διεκδικήθηκαν από αυτή τα αντίστοιχα ποσά. Η συνολική ζημία που υπέστη η Αγροτική Χρηματιστηριακή από τις ανωτέρω ενέργειες του Χ1 και Χ2 ανέρχεται στο ποσό των 532.000.000 δρχ., ενώ μέρος της ζημίας ύψους 330.000.000 δρχ. καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρία, αλλά παρέμεινε η εταιρία ζημιωμένη κατά 202.000.000 δρχ.". Από τα στοιχεία της δικογραφίας, συνολικώς εκτιμώμενα, κυρίως όμως από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, προκύπτουν τα εξής αποδεικτικά στοιχεία. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 , κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-1999 έως 28-2-2001 ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και του είχε ανατεθεί η πλήρης εκπροσώπησή της. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ασκούσε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου της ίδιας εταιρείας και είχε και αυτός, παράλληλα, δικαίωμα πλήρους εκπροσώπησής της. Πιο αναλυτικά και όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. .... (θέμα 1) και .... (θέμα 2β) Πρακτικά του Δ.Σ. της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, οι κατηγορούμενοι είχαν επιφορτιστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την "άσκηση όλων των καθηκόντων του ΔΣ σε σχέση με τη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων", με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου απαιτούνταν από το νόμο ή από το καταστατικό συλλογική ενέργεια. Οι κατηγορούμενοι είχαν περαιτέρω ο καθένας ξεχωριστά την πλήρη εκπροσώπηση της Εταιρείας. Ειδικότερα, στα ΔΣ της ... και ..... είχαν συμφωνηθεί τα ακόλουθα: "Στη συνέχεια το ΔΣ σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του καταστατικού της εταιρίας ομόφωνα αναθέτει την εκπροσώπηση και την άσκηση όλων των καθηκόντων του σε σχέση με τη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που είτε από το Νόμο, είτε από το καταστατικό απαιτείται συλλογική ενέργεια, στον Πρόεδρο του ΔΣ κ. Χ1 και στο Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. Χ2 . Πιο συγκεκριμένα το Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει την εκπροσώπηση της εταιρίας στους κ.κ. Χ1 Πρόεδρο του ΔΣ και Χ2 Διευθύνοντα Σύμβουλό της, με την έννοια ότι εταιρία εκπροσωπείται, δεσμεύεται και υποχρεούται με μόνη την υπογραφή ενός εκάστου εκ των πιο πάνω Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, κάτω από την εταιρική επωνυμία εκτός των περιπτώσεων που ρητά αναφέρεται ότι απαιτούνται οι υπογραφές και των δύο. Τον Πρόεδρο απουσιάζοντα ή κωλυόμενο αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος κ........ Κατ' ενδεικτική και όχι περιοριστική απαρίθμηση οι πιο πάνω Πρόεδρος του ΔΣ κ. Χ1 και Διευθύνων Σύμβουλος κ. Χ2 μόνος έκαστος ή από κοινού:
  3. Εκπροσωπούν την εταιρία σε όλες τις σχέσεις αυτής έναντι των μετόχων, παντός τρίτου και ενώπιον κάθε αρχής.
  4. Παρίστανται και εκπροσωπούν την εταιρία ενώπιον όλων των Δικαστηρίων, Ελληνικών και αλλοδαπών, παντός βαθμού και δικαιοδοσίας, όπως και σε κάθε άλλη αρχή δικαστική, δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή άλλη διοικητική, ημεδαπή και αλλοδαπή.
  5. Συνομολογούν επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας πάσης φύσεως συμβάσεις, μεταξύ των οποίων αγορές, πωλήσεις, ανταλλαγές, ενεχυριάσεις κινητών πραγμάτων, μισθώσεων κινητών και ακινήτων, αποφασίζουν την κτήση και απαλλοτρίωση δικαιωμάτων πάσης φύσεως της εταιρίας, εκδίδουν, αποδέχονται και οπισθογραφούν γραμμάτια σε διαταγή, παρέχουν εγγυήσεις υπέρ τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων Δημοσίου ή ιδιωτικού Δικαίου για την εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού, όπως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, των Ελληνικών και Αλλοδαπών Τραπεζών, μεταβιβάζουν με οπισθογράφηση ή με κάθε νόμιμο τρόπο φορτωτικές και αποθετήρια, εξοφλούν φορτωτικές, υπογράφουν κάθε έγγραφο και κάθε δήλωση που εξυπηρετεί τις ανάγκες της εταιρίας, ενεργούν προεξοφλήσεις συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγή, εισπράττουν τα οπωσδήποτε οφειλόμενα στην εταιρία από οποιονδήποτε και συνάπτουν συμβάσεις επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας και απολύουν το προσωπικό της Εταιρίας. Επικυρώνουν απαιτήσεις της εταιρίας συνυποσχετικά, διορίζουν διαιτητές και πληρεξουσίους για έγερση αγωγών, υποβολή εγκλήσεων, ασκήσεως ενδίκων μέσων εγγραφής ή εξαλείψεως ή άρσεως υποθηκών, προσημειώσεων, κατασχέσεων και να καταργούν μέρος ή και όλη τη δίκη. Καθορίζουν τους γενικούς ή ειδικούς όρους διακανονισμού των τρεχούμενων χρεωστικών ή πιστωτικών λογαριασμών της εταιρίας και γενικά αναλαμβάνουν κάθε υποχρέωση για την εταιρία οποιασδήποτε μορφής και εκτάσεως που έγκειται στη φύση των εργασιών της και στον σκοπό της". Πλην όμως οι εν λόγω κατηγορούμενοι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εν γνώσει τους, παραβίασαν πλήθος διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, τις οποίες ασφαλώς και γνώριζαν λόγω της υψηλής επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Πιο συγκεκριμένα οι παραβάσεις αυτές εντοπίστηκαν από Ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργήθηκε στην "ΑΓΡΟΤΙΚΉ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 έως τον Απρίλιο του έτους
  6. Τα πορίσματα του ελέγχου αυτού ήταν ιδιαίτερα αρνητικά για την εταιρεία, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθμ. .... απόφασή της ξεκίνησε τη διαδικασία ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της εταιρείας, επειδή κατά την άποψή της, οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν καθιστούσαν τη λειτουργία της "επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της Κεφαλαιαγοράς". Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, εντοπίστηκαν και οι εξής ιδιαίτερα σοβαρές παραβάσεις, όπως αυτές αναφέρονται στην προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. α) Προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι δεν διασφαλίζονται επαρκώς τα συμφέροντα της εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα εντοπίστηκαν intraday συναλλαγές επί ορισμένων μετοχών για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας, όπου τα προτεινόμενα όρια τιμών πωλήσεων ήταν χαμηλότερα των τιμών των αντίστοιχων αγορών. Επίσης η εταιρία δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούσαν τα όργανά της, κατά παράβαση της παρ. 4.2 (β) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. β) Το τμήμα εσωτερικού ελέγχου δεν διέθετε γραπτές ελεγκτικές διαδικασίες. Οι έλεγχοι που εφαρμόζονταν ήταν ελλιπείς αναφορικά με το μέγεθος της εταιρείας και δεν διερευνώντο οι συναλλαγές πελατών για το ενδεχόμενο παραβάσεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, κατά παράβαση της παρ. 10.2 (δ) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., γεγονός που είχε επισημανθεί στην εταιρία με την από .... επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς αυτήν, χωρίς όμως να ληφθεί κανένα απολύτως μέτρο. γ) Στη δημόσια εγγραφή της Α.Τ.Ε. συμμετείχαν πελάτες της εταιρείας, χωρίς να έχουν καταβάλει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό εμπρόθεσμα, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της εταιρείας ως αναδόχου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του κανονισμού Αναδοχών. δ) Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην είσπραξη των χρεωστικών υπολοίπων των πελατών. Με ημερομηνία αναφοράς 16-3-2001 τα χρεωστικά υπόλοιπα πελατών πέραν του μηνός ανέρχονταν σε ποσό οκτώ

(8)δισ. δρχ. περίπου, επί συνόλου χρεωστικών υπολοίπων 10,3 δισ. δρχ. Σε άλλες περιπτώσεις δεν επεδίωξαν την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών από χρεωστικούς πελάτες της εταιρείας, οι οποίοι είχαν προβεί σε αγοραπωλησίες μετοχών, δημιουργώντας έτσι μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, ούτε και προέβαιναν σε εκποίηση των συγκεκριμένων αγορών, αλλά επέτρεπαν στους πελάτες αυτούς νέες αγορές ενώ ήταν χρεωστικοί και παράλληλα η αξία των μετοχών τους μειωνόταν λόγω της συνεχούς πτώσης, κατά την περίοδο εκείνη, του δείκτη του Χρηματιστηρίου. Επίσης τα παραπάνω χρεωστικά υπόλοιπα, 3,8 δισ. δρχ. περίπου δεν καλύπτoνται με τίτλους προς φύλαξη και θεωρούνται επισφαλείς απαιτήσεις. ε) Η εταιρεία δεν είχε υπογράψει συμβάσεις με σημαντικό αριθμό πελατών της, κατά παράβαση της παρ. 7.2 (γ) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. Από τις παραπάνω διαπιστώσεις, κατά την άποψη των αρμοδίων οργάνων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προέκυπτε ότι "Η Εταιρία έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της Κεφαλαιαγοράς" . Με βάση τα προαναφερόμενα οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είναι σαφές ότι είχαν ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, καθόσον ενεργούσαν όχι απλώς "υλικές πράξεις" αλλά "νομικές" διαχειριστικές πράξεις επί της περιουσίας της εταιρείας, έχοντας πλήρη και απεριόριστη δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων. Όμως η διαχειριστική πράξη απιστίας μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του διαχειριστή ξένης περιουσίας να αποτρέψει την περιουσιακή ζημία. Αλλά και η παράλειψη απαιτείται να έχει εξωτερικό και δικαιοπρακτικό χαρακτήρα. Επομένως απιστία συνιστά όχι μόνο η παράλειψη δικαιοπραξίας, αλλά και η παράλειψη διενέργειας οιονεί δικαιοπραξιών ή και διαδικασιών πράξεων, όπως π. χ. η παράλειψη όχλησης του οφειλέτη με αποτέλεσμα αυτός να μην καθίσταται υπερήμερος, η παράλειψη άσκησης αγωγής, κ.α. Απιστία με παράλειψη θεωρείται και η παράλειψη αποτροπής του επιζήμιου αποτελέσματος. Όλες οι πράξεις και παραλείψεις που εντοπίστηκαν από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και μνημονεύονται αναλυτικά παραπάνω, κατά την αγοραπωλησία μετοχών εκ μέρους των κατηγορουμένων,είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία "κόκκινων κωδικών" στην εταιρεία για πρώτη φορά το έτoς 2000 με επιδείνωση της κατάστασης το επόμενο έτος 2001. Όπως αναφέρεται και στις σχετικές επισημάνσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς,οι ατηγορούμενοι αγόραζαν μετοχές χωρίς εντολές πελατών της εταιρείας.- Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι οι πελάτες της εταιρείας ...., ιδιωτικός υπάλληλος, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 279.598,63 ευρώ (95.259.253 δρχ.) και στις 10-4-2001 είχε αρνητική θέση 326.949, 28 ευρώ (111.391.619 δρχ.), ...., τραπεζικός υπάλληλος, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 284.431,47 ευρώ (96.905.641 δρχ.) και στις 16-2-2001 είχε αρνητική θέση 328.448,01 ευρώ (111.902.237 δρχ.), ..., στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 360.286,18 ευρώ (122.749.501 δρχ.) και στις 16-2-2001 επίσης αρνητική θέση 350.818,09 ευρώ (119.523.723 δρχ.), .... στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 334.227,87 ευρώ (113.871.445 δρχ.), ...., φοιτήτρια, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 203.088,48 ευρώ (69.192.145 δρχ.) και ...., επιχειρηματίας, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 329.272,08 (112.182.197 δρχ.), ενώ στις 16-2-2001 είχε αρνητική θέση 352.443,85 ευρώ (120.077.619 δρχ.). Συνολικά, μόνο αυτοί οι πελάτες, στις 9-1-2001 είχαν αρνητική θέση 2.076.336,18 ευρώ (707.407.736 δρχ.), η οποία μέσα σε δύο μήνες αυξήθηκε κατά 179.237,56 ευρώ (61.066.236 δρχ.). Τέλος και όσον αφορά την απώλεια σημαντικού αριθμού μετοχών της εταιρείας "....." (8.878 τεμάχια), οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, δεν προέβησαν, όπως είχαν υποχρέωση στις απαραίτητες εκείνες ενέργειες για την ανάκτησή τους ή την πλήρη αποζημίωση της εταιρείας, με αποτέλεσμα από τις παραλείψεις τους αυτές να επέλθει σε βάρος της περιουσίας της εταιρείας ζημία ύψους 202.000.000 δρχ. περίπου, την οποία ουδέποτε διεκδίκησαν, δοθέντος ότι η εταιρεία υποχρεώθηκε να αγοράσει ίσης αξίας τίτλους για τη συμπλήρωση των χαρτοφυλακίων των πελαrών της. Με βάση τα προαναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι η ζημία στην περιουσία της εν λόγω εταιρείας προκλήθηκε από τη μη είσπραξη από τους πελάτες των οφειλομένων ποσών εντός του τριημέρου, ώστε να προκαταβάλει ο επενδυτής πριν από την εκκαθάριση των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών το τίμημα των συναλλαγών που είχαν γίνει για λογαριασμό του, από τη μη ρευστοποίηση εντός τριάντα
(30)ημερών κατά το άρθρο 26 του Ν. 3632/28 των μετοχών το τίμημα των οποίων δεν καταβλήθηκε και τέλος από την έλλειψη δυνατότητας της εταιρείας, μετά την παρέλευση τριάντα
(30)ημερών, να εκποιήσει χωρίς εντολή του πελάτη τις μετοχές που είχαν αγοραστεί για λογαριασμό του. Η ιδιαίτερα μεγάλη αυτή ζημία στην περιουσία της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤ ΑΙΡΙΑ" είναι αποτέλεσμα μη συνετής και έντιμης διαχείρισης και οφείλεται στις αιτίες και στις πράξεις διαχείρισης που αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω. Ασφαλώς και ήταν προβλέψιμη από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι είχαν ειδικές γνώσεις και ιδιαίτερη εμπειρία ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο, παρ' όλα αυτά όμως την αποδέχτηκαν, με αυτονόητη συνέπεια να στοιχειοθετείται όχι μόνο κατά την αντικειμενική αλλά και κατά την υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 45,98,390 Π.Κ.) για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 και πρέπει γι' αυτό να κηρυχθούν ένοχοι.......". Την έφεση του εισαγγελέα εφετών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αιτιολογημένη και συνεπώς παραδεκτή, τη ερεύνησε κατ' ουσίαν και ήχθη σε καταδικαστική απόφαση για τους κατηγορουμένους στους οποίους επέβαλε πονή φυλακίσεως τριών
(3)και δύο
(2)ετών, αντίστοιχα, τις οποίες ανέστειλε. Ήδη, οι αναρεσείοντες Χ1 και Χ2, με τις από 20-12-2007 και 21-12-2007,αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως, πλήττουν την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επικαλούμενοι, ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με το να κρίνει αιτιολογημένη την έφεση του εισαγγελέα, ενώ δεν ήταν, για τους αναφερόμενους στις αιτήσεις τους λόγους και να εκδικάσει περαιτέρω την υπόθεση, υπερέβη την εξουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, η με το προεκτεθέν περιεχόμενο έφεση του εισαγγελέα εφετών, δεν έχει την από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά γίνεται σ' αυτήν μια γενική και αοριστόλογη έκθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά την άποψή του προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πολλά των οποίων, μάλιστα, συνιστούν σύμφωνες παραδοχές και της εκκαλούμενης αποφάσεως, χωρίς στην έφεσή του αυτή να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην ως άνω αθωωτική απόφαση, με αναφορά στα προκύψαντα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αξιόποινης πράξης της απιστίας για την οποία ζητεί την επανεξέταση της υποθέσεως και την ενοχή των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, αφού στην αρχή του δικογράφου, εισαγωγικώς αναφέρεται στην απαγγελθείσα κατά των κατηγορουμένων κατηγορία, στη συνέχεια επί μακρόν αναλίσκεται στην παράθεση καταστατικών διατάξεων της εταιρίας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε, και στο περιεχόμενο των εξ αυτών απορρεουσών εξουσιών του Προέδρου του Δ.Σ και του Διευθύντος Συμβούλου, για να καταδείξει και να καταλήξει παρά κάτω ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την εξουσία διενεργείας υλικών και νομικών διαχειριστικών πράξεων. Όμως, από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον ουσιαστικό έλεγχο του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι δεν δέχθηκε κάτι άλλο το πρωτόδικο δικαστήριο και ούτε την απαλλακτική του κρίση στήριξε στην ανυπαρξία εκπροσωπήσεως της εταιρίας από τους κατηγορουμένους ή την μη άσκηση από αυτούς διαχειριστικής εξουσίας. Περαιτέρω, αναφέρεται ο εκκαλών εισαγγελέας, παραθέτοντας περικοπές, στην υπ' αριθμ...... απόφαση της Επιτροπής κεφαλαιαγοράς και στις διαπιστώσεις των ελεγκτικών οργάνων αυτής. για την μη διασφάλιση των συμφερόντων της εταιρίας εν σχέσει με την μη είσπραξη οφειλών από αγοραστές μετοχών, την μη εκποίηση των μετοχών των τελευταίων και την απώλεια μετοχών. Όμως, τα γεγονότα αυτά αποτελούν παραδοχές και της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και δεν εξηγείται στην έφεση ποια αποδεικτικά μέσα εσφαλμένως εκτίμησε το πρωτόδικο δικαστήριο και τι αντίθετο εξ αυτών προέκυπτε ώστε να είναι σφαλερό το πόρισμα της εκκαλούμενης αποφάσεως για την έλλειψη των αντικειμενικών, ιδιαίτερα δε των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο αθώωσε τους κατηγορουμένους Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο Αθηνών που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, απέρριψε την περί απαραδέκτου αυτής ένσταση του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους υπερέβη θετικά την εξουσία του. Πρέπει, συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λογος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των λοιπών λόγων μετά ταύτα παρέλκει. Αναιρουμένης της αποφάσεως λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα η οποία στρέφεται κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.6.026/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείο Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.