Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1847 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Περίληψη: Όταν ο κατηγορούμενος υποβάλλει στον εισαγγελέα εφετών αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο συμβούλιο και εκ παραδρομής του τελευταίου δεν υποβάλλεται στο συμβούλιο όταν τούτο συνέρχεται και αποφασίζει επί της εφέσεως, αλλά εκ των υστέρων και αφού ήδη το συμβούλιο έχει αποφασίσει και η απόφασή του έχει γραφεί σε πρόχειρη σημείωση επί του σώματος της εισαγγελικής προτάσεως, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την μη εμφάνιση και εξέταση του κατηγορουμένου. Απόρριψη του σχετικού λόγου αναιρέσεως. Είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά παρεμπίπτοντος βουλεύματος με το οποίο το συμβούλιο, μετά την τελεσίδικη παραπομπή του κατηγορουμένου, επιλαμβάνεται αιτήσεως αυτοπρόσωπης εμφάνισης και την απορρίπτει. Αριθμός 1847/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, (που ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 1999/2007 και 2185/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με τα ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Οκτωβρίου 2007 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (δύο) αιτήσεις του αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2064/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 178/11.04.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις με αριθμό 228 από 24-10-2007 και 229 από 13-12-2007 αιτήσεις του Χ1, για αναίρεση των υπ' αριθμόν 1999/2007 και 2185/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αντιστοίχως, και εκθέτω τα ακόλουθα: Το άνω συμβούλιο Εφετών, δια του υπ' αριθμόν 1999/2007 βουλεύματος έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την 15/12 Ιανουαρίου 2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ1, κατά του υπ' αριθμόν 3798/2006 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού εγγράφου, σε βαθμό κακουργήματος και κακουργηματική απάτη, δια δε του υπ' αριθμόν 2185/2007 βουλεύματος του αυτού Συμβουλίου απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 10-8-2007 αίτηση του άνω κατηγορουμένου, δια της οποίας ζητούσε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για την παροχή διευκρινίσεων. Κατά των δύο αυτών βουλευμάτων ο Χ1 άσκησε τις αναφερόμενες ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως, για κάθε μία χωριστά των οποίων, αναφέρω τα ακόλουθα: Ι) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 228/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμόν 1999/2007 βουλεύματος: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα και περιέχει συγκεκριμένο λόγο και δη την απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος, ο οποίος συνίσταται στο ότι το Συμβούλιο δεν απάντησε στο αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του προς παροχή διευκρινίσεων. ΙΙ) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 299/2007 αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αριθμόν 2185/2007 ως άνω βουλεύματος: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη α) την υπέρβαση εξουσίας και β) την απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και στ' Κ.Π.Δ.), οι οποίοι, όπως εκτιμώνται, συνίστανται στο ότι 1) το Συμβούλιο δια του άνω βουλεύματος αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματός του περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του, αφού ήδη είχε αποφασίσει επί της ουσίας με το υπ' αριθμόν 1999/2007 και ως εκ τούτου δεν είχε πλέον δικαιοδοσία να αποφασίσει επί της αιτήσεως αυτής. 2) το Συμβούλιο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 εδ. τελευταίο και του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., κατά τις οποίες "πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο..... ο εισαγγελέας..... και οι παρόντες διάδικοι" και "..Το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή του ενώπιον του με τη παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση..." και απέρριψε τη σχετική αίτησή του περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου και 3) το Συμβούλιο κατέστησε ανεπιτρέπτως τη θέση του χειρότερη με την έκδοση χωριστού βουλεύματος, δια του οποίου απέρριψε την αίτησή του περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης, καθόσον δια του τρόπου αυτού στερήθηκε του δικαιώματος να ζητήσει την ακύρωσή του. Επειδή κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 Κ.Π.Δ. "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα.... και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του .....". Στις περιπτώσεις αυτές δεν συγκαταλέγονται και τα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αποφαινόμενα παρεμπίπτοντα τοιαύτα. Όθεν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, δια της οποίας προσβάλλεται το μετά την τελεσίδικη παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εκδοθέν αυτοτελώς απορριπτικό βούλευμα του Συμβουλίου των άνω Εφετών, επί της υποβληθείσας σ' αυτό αιτήσεως αυτοπροσώπου εμφανίσεως του προς παροχή διασαφηνίσεων, είναι απορριπτέα, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 1182/1983 ΠΧ ΛΔ σελ. 151). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η εν λόγω υπ' αριθμόν 299/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 2185/2007 ως άνω βουλεύματος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή από το άρθρο 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, το Συμβούλιο των Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, προς παροχή οιασδήποτε διασαφηνίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση αυτή μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, ειδικώς αναφερόμενοι στο βούλευμα. Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, που αποβλέπει στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του ανήκουν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. ε' Κ.Π.Δ., η οποία θεμελιώνει των εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο κατά την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ( Α.Π. 310/1996 ΠΧ ΜΣΤ/1996 σελ. 1167). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 306 και 316 Κ.Π.Δ., η απόφαση που λαμβάνεται από το Συμβούλιο Εφετών με το βούλευμα βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επάνω στην πρόταση του εισαγγελέα, χρονολογείται και υπογράφεται από τους δικαστές που μετείχαν στη διάσκεψη. Η απόφαση που βεβαιώθηκε με τον τρόπο αυτόν ισχύει και σε περίπτωση που θα επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο των δικαστών που έλαβαν μέρος στη διάσκεψη πριν από την καθαρογραφή και την υπογραφή του βουλεύματος. Έπειτα ο πρόεδρος του δικαστικού Συμβουλίου αποστέλλει το βούλευμα για καθαρογραφή και υπογραφή, κατά το άρθρο 142 παρ. 2, στον αρμόδιο γραμματέα, ο οποίος υποχρεούται να το καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό. Για την άσκηση των ενδίκων μέσων η έκδοση του βουλεύματος θεωρείται ότι έγινε μόλις καθαρογραφεί και υπογραφεί. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι το βούλευμα θεωρείται εκδιδόμενο για την άσκηση των ενδίκων μέσων από την καθαρογραφή και υπογραφή του και κατά τα λοιπά από την απόφαση που λαμβάνεται και βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επάνω στην πρόταση του εισαγγελέα, χρονολογείται και υπογράφεται από τους δικαστές που μετείχαν στη διάσκεψη, δηλαδή από τότε που αναφέρεται στο βούλευμα ότι κρίθηκε και αποφασίστηκε. Έκτοτε δεν μπορούν να υποβληθούν στο συμβούλιο από τους διαδίκους, κατά τα άρθρα 309 παρ. 2 και 316 παρ. 2 Κ.Π.Δ. έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή, τυχόν δε υποβαλλόμενα είναι απαράδεκτα και δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον η απόφαση έχει ήδη ληφθεί από το συμβούλιο και δεν υπόκειται σε ανάκληση για να συνεκτιμηθούν και τα έγγραφα αυτά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Έτσι δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα αυτό για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοιο έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο (Α.Π. 1060/1998 ΠΧ ΜΘ/1999 σελ. 587). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 εδ. β', 171 παρ. 1 εδ. δ', 309 παρ. 2 και 484 παρ. 1 περ. α' Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η επέλευση απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος, ένεκα μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 για την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση αυτού, έχει ως προϋπόθεση την υποβολή σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο. Με την έννοια αυτή δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα όταν η αίτηση δεν υποβλήθηκε στο συμβούλιο αλλά στον εισαγγελέα και δεν έγινε η έγκαιρη διαβίβασή της μαζί με την απαιτούμενη και γι' αυτή έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα στο Συμβούλιο πριν από την προφορική ανάπτυξη ενώπιόν του της υποθέσεως (Α.Π. 1611/1985 ΠΧ ΛΣΤ/1986 σελ. 327). Στην προκειμένη υπόθεση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμόν 3798/2006 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ1, για τις αναφερόμενες ως άνω αξιόποινες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο πολιτικώς ενάγων άσκησε την 15/12 Ιανουαρίου 2007 έφεσή του, η οποία εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθμόν 1746/30-7-2007 έγγραφη πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα. Το Συμβούλιο συνεδρίασε την 31-8-2007 και δέχτηκε τυπικά την έφεση και μεταρρύθμισε το βούλευμα, παρέπεμψε δε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Την απόφαση αυτή έγραψε επί της εισαγγελικής προτάσεως και υπεγράφη από τους δικαστές της συνθέσεως του συμβουλίου με ημερομηνία 31-8-
- Επί της προτάσεως αυτής εκδόθηκε του υπ' αριθμόν 1999/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, ήδη πληττόμενο, το οποίο αναφέρει ότι "κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα 31 Αυγούστου 2007 και καταχωρήθηκε στην Αθήνα στις 4-9-2007 και εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2007". Ήδη όμως την 10-8-2007, ήτοι προ της άνω συνεδριάσεως, ο κατηγορούμενος Χ1, αφού έλαβε γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Εφετών αίτηση με την οποία ζητούσε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, για παροχή διευκρινίσεων. Η αίτηση αυτή εισήχθη στο συμβούλιο με την υπ' αριθμόν 1835/2007 πρόταση του εισαγγελέα την 5-9-2007 ήτοι μετά τη συνεδρίαση του συμβουλίου την 31-8-
- Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 2185/2007 βούλευμα του άνω συμβουλίου, ήδη πληττόμενο, δια του οποίου η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για τους εις αυτό αναφερόμενους λόγους. Το βούλευμα αυτό αναφέρει ότι "κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 2 Οκτωβρίου 2007 και καταχωρήθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου
- Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007". Εκ των ανωτέρω ημερομηνιών προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε την αίτηση πολύ προ της συνεδριάσεως του Συμβουλίου Εφετών της 31-8-2007, κατά το οποίο αποφάσισε επί της ουσίας. Όταν η πρόταση του εισαγγελέα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου εισήχθη στο συμβούλιο (7-9-2007) ήδη είχε ληφθεί απόφαση επί της ουσίας. Κατά συνέπεια όμως και όπως αναφέρεται ανωτέρω στην απόφαση 1611/1985 δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος επί της ουσίας. Βεβαίως θα μπορούσε εύκολα κανείς να υποστηρίξει ότι αφού ήδη είχε κρίνει το συμβούλιο επί της ουσίας, η μετά από την κρίση αυτή εισαγωγή της άνω αιτήσεως είναι άσκοπη και ίσως απαράδεκτη, αφού το συμβούλιο δεν μπορεί να αλλάξει την απόφασή του, κατά τα άνω αναφερόμενα (Α.Π. 1060/1998). Όμως σύμφωνα με την άποψη που εκφράζει ο Ι. Ζησιάδης και την οποία στηρίζει στο άρθρο 142 παρ. 2 Κ.Π.Δ. "εφόσον το βούλευμα λαμβάνει ύπαρξη δια της μετά την καθαρογραφή υπογραφής, έπεται ότι τούτο δύναται προ της υπογραφής να τροποποιηθεί μετά νέα διάσκεψη των αυτών μελών του συμβουλίου, προκαλουμένης υπό τινος εξ' αυτών, και μετά τη διάσκεψη αυτή και ο εισαγγελέας δικαιούται να ανακαλεί την αρχική του πρόταση και να υποβάλλει νέα τοιαύτη, αντίθετη ακόμη της πρώτης, αλλά ακόμη και να προτείνει προς τον ανακριτή τη συμπλήρωση της ανακρίσεως" (Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος πρώτος, έκδοση τρίτη, σελ. 196 υπό τίτλο "κατάρτιση βουλεύματος"). Αναφέρομεν ακόμη ότι στο κείμενο της υπ' αριθμόν 1835/2007 ως άνω εισαγγελικής προτάσεως αναφέρεται ότι "σε συνέχεια της υπ' αριθμόν 1746/30-7-2007 προτάσεώς μας που εκκρεμεί στο Συμβούλιό σας για την έκδοση βουλεύματος...." το δε συμβούλιο Εφετών στο κείμενο του υπ' αριθμόν 2185/2007 βουλεύματος αναφέρει ότι "για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι ώριμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 10-8-2007 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, με την οποία ζητά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του για παροχή διευκρινίσεων....". Η απόφαση αυτή ελήφθη στις 2-10-2007 και ως εκ τούτου καθίσταται προφανές ότι το συμβούλιο Εφετών την έλαβε υπόψη κατά την έκδοση του υπ' αριθμόν 1999/2007 βουλεύματος, που εκδόθηκε στις 4-10-
- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και δη η μεν υπ' αριθμ. 228/2007 κατά του υπ' αριθμ. 1999/2007 βουλεύματος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η δε υπ' αριθμ. 299/2007 κατά του υπ' αριθμ. 2185/2007 βουλεύματος, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αναιρεσείοντα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω 1) να απορριφθούν οι υπ' αριθμόν 228/2007 και 299/2007 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, κατά των υπ' αριθμόν 1999/2007 και 2185/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) να διαταχθεί η εκτέλεση των άνω βουλευμάτων και 3) να καταδικασθεί ο άνω αναιρεσείων στα έξοδα της διαδικασίας αυτής και για τις δύο αιτήσεις. Αθήνα 12 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπ' αριθμ. 228/24-10-2007 αίτησή του, ο αναιρεσείων Χ1 ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 1999/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο ίδιος, με την υπ'αριθμ. 299/13-12-2007 αίτηση ζητεί και την αναίρεση του υπ' αριθμ. 2.185/2007 βουλεύματος του παραπάνω Συμβουλίου. Οι αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν και κατ' ουσίαν. Α.-Επί της πρώτης υπ'αριθμ. 22/24-10-2007 αιτήσεως. Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2 του ΚΠΔ παρεχόμενο δικαίωμα στο διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 εδ. β, 171 παρ. δ, 309 παρ. 2 και 484 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι η επέλευση απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος, ένεκα μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 για την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διασαφήσεων, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση αυτού, έχει ως προϋπόθεση την υποβολή σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο. Με την έννοια αυτή, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα όταν η αίτηση δεν υποβλήθηκε στο Συμβούλιο αλλά στον εισαγγελέα και δεν έγινε έγκαιρη διαβίβασή της μαζί με την απαιτούμενη και γι' αυτήν έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα στο Συμβούλιο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 306 και 316 παρ. 2 ΚΠΔ, η απόφαση που λαμβάνεται από το Συμβούλιο Εφετών βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επάνω στην πρόταση του εισαγγελέα, χρονολογείται και υπογράφεται από τους δικαστές οι οποίοι μετείχαν στη διάσκεψη. Η απόφαση που βεβαιώθηκε κατά τον τρόπο αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο των δικαστών οι οποίοι έλαβαν μέρος στην διάσκεψη πριν από την καθαρογραφή και υπογραφή του βουλεύματος. Στη συνέχεια ο πρόεδρος του Συμβουλίου αποστέλλει το βούλευμα για καθαρογραφή και υπογραφή, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 2, στον αρμόδιο γραμματέα ο οποίος υποχρεούται να καταχωρήσει τούτο σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό. Για την άσκηση ενδίκων μέσων η έκδοση του βουλεύματος θεωρείται ότι έγινε μόλις καθαρογραφεί και υπογραφεί. Από τις διατάξει αυτές σαφώς προκύπτει ότι το βούλευμα θεωρείται εκδιδόμενο για την άσκηση ενδίκων μέσων από την καθαρογραφή και υπογραφή του και κατά τα λοιπά από την απόφαση η οποία λαμβάνεται και βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επί τη εισαγγελικής προτάσεως, δηλαδή από τότε που αναφέρεται στο βούλευμα ότι κρίθηκε και αποφασίσθηκε. 'Εκτοτε, δεν μπορούν να υποβληθούν στο συμβούλιο από τους διαδίκους, κατά τα άρθρο 309 παρ. 2 και 316 παρ. 2 ΚΠΔ έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, τυχόν δε υποβαλλόμενα είναι απαράδεκτα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον η απόφαση έχει ήδη ληφθεί από το συμβούλιο και δεν υπόκειται σε ανάκληση για να συνεκτιμηθούν και τα έγγραφα αυτά ή τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Στην προκείμενη υπόθεση, κατά βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ήδη αναιρεσείοντος Χ1 ασκήθηκε έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Η έφεση εισήχθη με την κατά νόμο πρόταση του εισαγγελέα στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το οποίο συνήλθε την 31-8-2007, δέχθηκε την έφεση, μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, την απόφασή του δε αυτή έγραψε αυθημερόν (31-8-2007) σε πρόχειρο σημείωμα που υπογράφηκε από τους δικαστές της συνθέσεως του συμβουλίου, στη συνέχεια δε εκδόθηκε το πληττόμενο υπ'αριθμ. 1999/2007 βούλευμα, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 31-8-2007, καταχωρήθηκε την 4-9-2007 και εκδόθηκε στην Αθήνα την 4-10-
- Ο κατηγορούμενος αναιρεσείων που είχε λάβει γνώση της εισαγγελικής παραπεμπτική προτάσεως, ήδη με την από 10-8-2007 αίτησή του προ αυτόν απευθυνόμενη, είχε ζητήσει να διαταχθεί η ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών αυτοπρόσωπη εμφάνισή του προς παροχή διασαφήσεων. Η αίτηση αυτή από παραδρομή δεν εισήχθη από τον εισαγγελέα με την επί της κυρίας υποθέσεως πρόταση του ή με μεταγενέστερη αυτοτελή πριν τη συνεδρίαση του συμβουλίου και δεν υπήρχε να κρίνει και επ' αυτής το συμβούλιο όταν συνήλθε την 31-8-
- Η άνω περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως αίτηση του κατηγορουμένου υπεβλήθη στο δικαστικό συμβούλιο με την υπ' αριθμ. 1835/2007 συμπληρωματική αίτηση του εισαγγελέα την 5-9-2007 ήτοι μετά τη συνεδρίαση του συμβουλίου (31-8-2007) και σε κάθε περίπτωση μετά την καταχώρηση του άνω υπ' αριθμ. 1999/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος που έγινε την 4-9-
- Τελικώς, για την αίτηση αυτοπροσώπου εμφανίσεως, συνήλθε το συμβούλιο την 2-10-2002 εκδόθηκε δε επ' αυτής το δεύτερο εκ των άνω υπ' αριθμ. 2.185/2007 πληττόμενο βούλευμα το οποίο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν. Με τα δεδομένα αυτά, αφού η αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένη δεν είχε υποβληθεί στο συμβούλιο εφετών κατά την συνεδρίαση τη 31-8-2007 κατά την οποία το συμβούλιο συνήλθε και έλαβε την απόφασή του η οποία αυθημερόν σε πρόχειρο σημείωμα καταχωρίσθηκε επί του σώματος τη εισαγγελικής προτάσεως και σε κάθε περίπτωση δεν είχε εισαχθεί στο συμβούλιο όταν το βούλευμά του καταχωρήθηκε την 4-9-2007, δεν παρήχθη απόλυτη ακυρότητα από τη μη εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του άνω συμβουλίου. Συνεπώς, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επί της δεύτερης υπ' αριθμ. 299/13-12-2007 αιτήσεως. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση των βουλευμάτων με τα οποία παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα και εκείνων με τα οποία το συμβούλιο παύει προσωρινά την κατ'αυτού ποινική δίωξη, μεταξύ δε αυτών δεν καταλέγονται και τα παρεμπίπτοντα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως κατ'άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ αποφαινόμενα. Συνεπώς, η προκείμενη δεύτερη αίτηση με την οποία και για τους εν αυτή λόγους προσβάλλεται το υπ' αριθμ. 2.185/2007 παρεμπίπτον βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο μετά την τελεσίδικη παραπομπή του κατηγορουμένου αυτοτελώς επελήφθη και απέρριψε αίτηση αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει α) την υπ' αριθμ. 228/24-10-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1999/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την υπ' αριθμ. 299/13-12-2007 αίτηση του ιδίου για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2.185/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ