Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1866 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων για τα οποία κατα8ικάστηκε αμετακλήτως. Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Αριθμός 1866/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1954/06. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 174/4.5.07 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 6-12-2006 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με τις οποίες καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός
(1)έτους για τις πράξεις της εξυβρίσεως ανωτέρου, της εξυβρίσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής κατά συρροή, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 765/2006, ΑΠ 1416/2006, ΑΠ 1620/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αιτών Χ, υπολοχαγός τότε, καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 167/1980 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για εξύβριση ανωτέρου, συνισταμένη στο ότι περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1979 προσέβαλε την τιμή του κατά βαθμό ανωτέρου του ταγματάρχη ΑΑ, με την τηλεφωνικώς απευθυνθείσα προς τη σύζυγο του ΒΒ φράση "τον άνδρα, σου τον μετέθεσα εις μονάδα που πάνε οι αποτυχημένοι αξιωματικοί", η οποία φράση περιήλθε σε γνώση του ταγματάρχη αυτού. Β) για κατ' εξακολούθηση απειλή, σε βάρος της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι: α) περί τις αρχές Μαρτίου 1979 τηλεφώνησε σε αυτήν και την κάλεσε για συνουσία, με την απειλή ότι σε περίπτωση αρνήσεώς της θα ισχυριζόταν στο σύζυγο της ότι της έδωσε 100.000 δραχμές για να κάνουν έρωτα και ότι του οφείλει το ποσό αυτό γιατί δεν φάνηκε συνεπής, β) τον ίδιο μήνα Μάρτιο απείλησε αυτήν δια της πράξεως "είδα τις κόρες σου, είναι πανέμορφες σαν εσένα, τι θέλεις; να τις στείλω πακεταρισμένες;, γ) κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 1979 απείλησε την ίδια δια της φράσεως "αν δεν έλθεις στις 12.00' στο μέρος που θα ορίσω, θα περιμένω έξω από το σπίτι και θα σε σκοτώσω με ένα εξάσφαιρο πιστόλι", δ) περί τα μέσα Ιουλίου 1979, ενώ η ΒΒ βρισκόταν στη ..., διεμήνυσε προς αυτήν δια της αδελφής της "είμαι φίλος της ΒΒ, να την ειδοποιήσεις να έλθει σε 24 ώρες, γιατί θα γίνει εκείνο που δεν έγινε ποτέ", ε) περί τα τέλη Ιουλίου 1979 απείλησε αυτήν δια της φράσεως "Γύρισες κούκλα μου, μην τολμήσεις να βγεις έξω γιατί το αίμα σου θα αποτυπωθεί στο αυτοκίνητο μου και στ) την 3-11-1979 απείλησε την ίδια γυναίκα δια της φράσεως "Γεια σου κούκλα μου, λυπάμαι, αλλά θα σε κονιορτοποιήσω" . Γ) Για απειλή σε βάρος της ΓΓ, συνισταμένη στο ότι: α) περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1979 απηύθυνε προς αυτήν τηλεφωνικώς τη φράση "θα σε κονιορτοποιήσω, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", β) την 20.10.1979 της επανέλαβε "τα ξέρω όλα για σένα, σε κρατώ στο χέρι, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", γ) περί την 22.10.1979 στο τηλέφωνο της υπηρεσίας που εργαζόταν της επανέλαβε "θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", δ) την 24.10.1979 την εκάλεσε και πάλι στο ίδιο τηλέφωνο και της είπε "σε κρατώ στο χέρι , θα σε κονιορτοποιήσω" και ε) την 8.11.1979 από το ίδιο τηλέφωνο της επανέλαβε "δεν παραιτήθηκες ακόμη;". Με την υπ'αριθ. δε 395/1981 απόφαση του ίδιου Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για κατ'εξακολούθηση εξύβριση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι: α) κατά μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία του Σεπτεμβρίου 1979 εκάλεσε αυτήν στο τηλέφωνο και της απηύθυνε τη φράση "αν δεν έλθεις για να κάνουμε έρωτα θα σε μεταθέσω εις ... . Ακόμη δεν έβαλες μυαλό", β) Κατά τον ίδιο χρόνο την κάλεσε και πάλι στο τηλέφωνο και της είπε "Αν δεν έλθεις να κάνουμε έρωτα, θα σε εξευτελίσω σε όλο το Στράτευμα και θα πάω στον ΔΔ που είναι φίλος μου και θα κάνω τον άνδρα σου στρατιώτη και σένα να μαζεύεις ραδίκια" και γ) κατά τον ίδιο χρόνο σε νέα τηλεφωνική κλήση του της είπε "αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο μόνος μου και σε φαντάζομαι γυμνή δίπλα μου να κάνουμε έρωτα μαζί. Είσαι πολύ αδύνατη και να μαγειρεύεις και να τρως καλά", για να καταλήξει, όταν άκουσε φράση που δεν του άρεσε "πόρνη γαμώ το Χριστό σου, γαμώ την Παναγία σου, γαμώ το Σταυρό σου", Β) για κατ'εξακολούθηση εξύβριση της ΕΕ, συνισταμένη στο ότι: α) την 22.10.1979 τηλεφώνησε ανωνύμως για τετάρτη φορά (τις τρεις πρώτες του έκλεισε το τηλέφωνο) και της είπε "ή θα καθήσεις να ακούσεις ή θα σε ενοχλώ συνέχεια" και στη συνέχεια εδήλωσε "είμαι κύριος σοβαρός, όχι βέβαια Κοζανίτης, είμαι ξένος και αν θέλεις να με γνωρίσεις", β) την 26.10.1979 κατά τις εσπερινές ώρες της ετηλεφώνησε εκ νέου και της είπε "γιατί δεν ήλθες στο ραντεβού" και γ) την 11.11.1979, ημέρα Κυριακή, της ετηλεφώνησε και της είπε "εφόσον αγαπάς θά κάνεις τα πάντα για μένα, θα σε γλείφω, θα τον πάρεις και τσιμπούκι και θα καταπιείς τα σπέρματα". Και Γ) για συκοφαντική δυσφήμηση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο 1979 και περί ώρα 23.30', μη επακριβώς προσδιορισθείσας ημερομηνίας, τηλεφώνησε στην οικία της και είπε προς την ηλικίας 14 ετών θυγατέρα της ΣΤ "Ξέρεις που είναι τώρα η μητέρα σου, είναι στη γκαρσονιέρα μου", περιστατικά ψευδή, της αναληθείας των οποίων τελούσε εν γνώσει. Με την κρινόμενη αίτησή του ο αιτών ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, για το λόγο ότι στην καταδίκη του άσκησαν ουσιώδη επιρροή οι καταθέσεις των παθουσών ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ, οι οποίες όμως καταθέσεις τους ήταν ψευδείς, όπως αυτό προκύπτει από νεώτερες δικαστικές αποφάσεις. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της αιτήσεώς τους αυτής επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών: 1) Την υπ'αριθ. 56342/14-12-1989 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η ΒΒ καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός
(1)έτους για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. 2) Την υπ'αριθ. 12707/12-2-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΖΖ και η ΒΒ καταδικάσθηκαν η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Και 3) Την υπ'αριθ. 12708/12-2-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΣΤ και η ΒΒ καταδικάσθηκαν, η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε τις ως άνω υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του, των οποίων ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας. Ειδικότερα ο αιτών υπέβαλε την από 3-4-1989 αίτησή του, με την οποία και για τους ίδιους λόγους ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση των ανωτέρω υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επί της αιτήσεώς του αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 1498/1989 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε το Εφετείο Πειραιώς ως αρμόδιο να βεβαιώσει το ψευδές ή μη των καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου την 19-3-1980 και την 30-6-1981, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981, αντιστοίχως, αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού. Στη συνέχεια εξεδόθη η υπ' αριθ. 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 528 ΚΠΔ, ότι, εκτός από ένα μέρος της καταθέσεως της ΒΒ κατά την 30-6-1981 ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περί του ότι "Ο ΗΗ της ανακοίνωσε ότι πληροφορήθηκε από τον Συνταγματάρχη ΘΘ, ότι ο αιτών Χ είπε στον τελευταίο ότι την είχε φιλενάδα και ότι αυτή του χρωστάει χρήματα", για το οποίο μέρος της καταθέσεώς της καταδικάσθηκε για ψευδορκία αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 972/1984 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι λοιπές καταθέσεις της ΒΒ και εκείνες των ΓΓ και ΕΕ, που περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εξεδόθησαν οι υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου δεν είναι ψευδείς. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό του, το Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 231/1994 απόφαση, συνεκτίμησε και την επικαλούμενη από τον αιτούντα υπ' αριθ. 56342/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, καταδικάσθηκε η ΒΒ μόνο (όχι δε και οι άλλες δύο μάρτυρες ΓΓ και ΕΕ) για ψευδορκία, σχετικά με τα περισσότερα περιστατικά, που κατέθεσε στις δύο δίκες ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επομένως η υπ' αριθ. 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, που αποφαίνεται στο διατακτικό της τα ανωτέρω, δημιουργεί δεδικασμένο, ως προς το ότι οι εν λόγω καταθέσεις των παραπάνω τριών μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ δεν είναι ψευδείς. Για τον λόγο μάλιστα αυτό απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 63/1995 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 3-4-1989 καθώς οι συμπληρωματικές από 22-3-1990, 14-8-1991, 17-12-1991 και 2-2-1994 αιτήσεις επαναλήψεως διαδικασίας του αιτούντα, που στηρίχθηκαν στα ίδια περιστατικά. Περαιτέρω ούτε και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αιτούντα υπ' αριθ. 12707/12-2-1999 και 12708/12-2-1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι ικανές να οδηγήσουν στην κρίση ότι αυτός είναι αθώος των παραπάνω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως με τις υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα με την υπ' αριθ. 12707/12-2-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκαν η μεν ΖΖ για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη, ενώ με την υπ'αριθ. 12708/12-2-1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου καταδικάσθηκαν η μεν ΣΤ για ψευδορκία μάρτυρα, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη. Όμως οι πράξεις αυτές των παραπάνω καταδικασθέντων προσώπων αφορούσαν τις καταθέσεις που δόθηκαν την 20-12-1995 και την 23-11-1995, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Πταισματοδίκη Καλλιθέας, αντιστοίχως και δεν έχουν καμία σχέση με την ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία εξεδόθησαν οι παραπάνω υπ'αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, των οποίων την ακύρωση ζητάει ο αιτών. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών. Τα λοιπά επιχειρήματα, που προβάλλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, με τις οποίες καταδικάσθηκε και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠΔ. Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η από 6-12-2006 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ. Αθήνα 11 Απριλίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα, μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο. Εν προκειμένω ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση των ν 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, υπέβαλε προς το Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο), δια του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου το από 13 Ιανουαρίου 2009 τηλεομοιοτύπημα (fax) με το οποίο ζητεί την αναβολή της εκδικάσεως της αιτήσεως του, προκειμένου να εξεύρει το αναγκαίο χρηματικό ποσό, που θα απαιτηθεί για την καταβολή της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του, με τον οποίο, επιθυμεί να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου για την υποστήριξη της αιτήσεώς του. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, προέκυψαν εν σχέσει προς το ως άνω αίτημα τα ακόλουθα: Η κρινόμενη αίτηση, εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου στις 13 Νοεμβρίου 2007. Η συζήτηση, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5ης Φεβρουαρίου 2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατόπιν νέου αιτήματος του αιτούντος, αναβλήθηκε και πάλιν η συζήτηση για τη δικάσιμο της 16ης Σεπτεμβρίου 2008. Κατά την νέαν αυτή δικάσιμο εμφανίσθηκε ο αιτών και ζήτησε νέαν αναβολή, προκειμένου να διορίσει σ' αυτόν, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συνήγορο, λόγω της επικαλούμενης πενίας του. Το Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) έκανε δεκτό και το αίτημα αυτό και ανέβαλε τη συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή του βουλεύματος τούτου. Εν τω μεταξύ, ο αιτών υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτηση, με την οποία ζητούσε, επικαλούμενος την οικονομική του αδυναμία, τον διορισμό συνηγόρου. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την 206/2008 πράξη του απέρριψε την ως άνω αίτηση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι "από το προσκομιζόμενο και συνημμένο στην παρούσα φωτοαντίγραφο φορολογικής δήλωσης του αιτούντα, που κατάθεσε στη Δ.Ο.Υ. Λάρισας το τρέχον έτος 2008 προκύπτει ότι το ετήσιο οικογενειακό του εισόδημα ανέρχεται σε 32.899,68 ευρώ (21.997,98 € του ίδιου και 10.899,68 € της συζύγου του) και άρα η αίτηση του πρέπει να απορριφθεί". Ενόψει, όλων αυτών και ειδικότερα του γεγονότος ότι η συζήτηση της υποθέσεως έχει αναβληθεί ήδη τρεις φορές και του ότι δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο οικονομική αδυναμία του αιτούντος, η οποία τον κωλύει στον διορισμό δικηγόρου, προς συμπαράστασή του, πρέπει το ως άνω αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των 167/1970 και 395/1981 αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με τις οποίες ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός
(1)έτους για τις πράξεις της εξυβρίσεως ανωτέρου, της εξυβρίσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροήν, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής κατά συρροή, στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών Χ, υπολοχαγός τότε, καταδικάστηκε αμετακλήτως με την 167/1980 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για εξύβριση ανωτέρου, συνισταμένη στο ότι περί το τέλος του Σεπτεμβρίου 1976, προσέβαλε την τιμή του κατά βαθμό ανωτέρου του, ταγματάρχη ΑΑ, με την φράση που απηύθυνε τηλεφωνικώς προς τη σύζυγο του, ΒΒ και περιήλθε σε γνώση του ανωτέρω ταγματάρχη, "τον άνδρα σου τον μετέθεσα εις μονάδα που πάνε οι αποτυχημένοι αξιωματικοί", Β) για απειλή κατ' εξακολούθηση εις βάρος της ΒΒ, η οποία συνίστατο στο ότι α) Κατά τις αρχές του Μαρτίου του έτους 1979 τηλεφώνησε σε αυτήν και την κάλεσε για συνουσία, με την απειλή ότι σε περίπτωση αρνήσεώς της θα ισχυριζόταν στον σύζυγο της ότι της έδωσε 100.000 δραχμές για να κάνουν έρωτα και ότι του οφείλει το ποσό αυτό γιατί δεν φάνηκε συνεπής, β) τον ίδιο μήνα Μάρτιο, απείλησε αυτήν με την φράση "είδα τις κόρες σου, είναι πανέμορφες σαν εσένα. Τι θέλεις; Να τις στείλω πακεταρισμένες;", γ) κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 1979 απείλησε την ίδια με τη φράση "αν δεν έλθεις στις 12.00' στο μέρος που θα ορίσω, θα περιμένω έξω από το σπίτι και θα σε σκοτώσω με ένα εξάσφαιρο πιστόλι", δ) περί τα μέσα Ιουλίου 1979, ενώ η ΒΒ βρισκόταν στη ..., διεμήνυσε προς αυτήν, δια της αδελφής της "είμαι φίλος της ΒΒ, να την ειδοποιήσεις να έλθει σε 24 ώρες, γιατί θα γίνει εκείνο που δεν έγινε ποτέ", ε) περί τα τέλη Ιουλίου 1979 απείλησε αυτήν με τη φράση "γύρισες κούκλα μου; Μην τολμήσεις να βγεις έξω, γιατί το αίμα σου θα αποτυπωθεί στο αυτοκίνητο μου και στ) στις 3 Νοεμβρίου 1979 απείλησε την ίδια γυναίκα με τη φράση "γεια σου, κούκλα μου, λυπάμαι, αλλά θα σε κονιορτοποιήσω", Γ) για απειλή σε βάρος τής ΓΓ, συνισταμένη στο ότι α) περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1979 απηύθυνε προς αυτήν τηλεφωνικώς τη φράση "θα σε κονιορτοποιήσω, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", β) στις 20 Οκτωβρίου 1979 της επανέλαβε "τα ξέρω όλα για σένα, σε κρατώ στο χέρι, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", γ) στις 22 Οκτωβρίου 1979, στο τηλέφωνο της υπηρεσίας που εργαζόταν της επανέλαβε "θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", δ) στις 24 Οκτωβρίου 1979, την κάλεσε και πάλι στο ίδιο τηλέφωνο και της είπε "σε κρατώ στο χέρι, θα σε κονιορτοποιήσω" και ε) στις 8 Νοεμβρίου 1979, από το ίδιο τηλέφωνο της επανέλαβε "δεν παραιτήθηκες ακόμη;". Με την 395/1981 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου ως άνω Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο αιτών καταδικάστηκε για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για κατ' εξακολούθηση εξύβριση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι α κατά μία ημερομηνία του Σεπτεμβρίου του έτους 1979, η οποία δεν έχει επακριβώς προσδιοριστεί, την κάλεσε στο τηλέφωνο και της απηύθυνε τη φράση "αν δεν έλθεις, για να κάνουμε έρωτα, θα σε μεταθέσω εις ... . Ακόμη δεν έβαλες μυαλό;", β) κατά τον ίδιο χρόνο, την κάλεσε και πάλι στο τηλέφωνο και της είπε "αν δεν έλθεις να κάνουμε έρωτα, θα σε, εξευτελίσω σε όλο το Στράτευμα και θα πάω στον ΔΔ που είναι φίλος μου και θα κάνω τον άνδρα σου στρατιώτη και σένα να μαζεύεις ραδίκια" και γ) κατά τον ίδιο χρόνο, σε νέα τηλεφωνική κλήση του της είπε "αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο μόνος μου και σε φαντάζομαι γυμνή δίπλα μου να κάνουμε έρωτα μαζί. Είσαι πολύ αδύνατη και να μαγειρεύεις και να τρως καλά", για να καταλήξει, όταν άκουσε φράση που δεν του άρεσε "πόρνη, γαμώ το Χριστό σου, γαμώ την Παναγία σου, γαμώ το Σταυρό σου", Β) για κατ' εξακολούθηση εξύβριση της ΕΕ, συνισταμένη στο ότι α) στις 22 Οκτωβρίου 1979 τηλεφώνησε ανωνύμως για τετάρτη φορά (τις τρεις πρώτες του έκλεισε το τηλέφωνο) και της είπε "ή θα καθίσεις να ακούσεις ή θα σε ενοχλώ συνέχεια" και ακολούθως δήλωσε "είμαι κύριος σοβαρός, όχι βέβαια Κοζανίτης, είμαι ξένος και αν θέλεις να με γνωρίσεις", β) στις 26 Οκτωβρίου 1979, κατά τις εσπερινές ώρες, της τηλεφώνησε εκ νέου και της είπε "γιατί δεν ήλθες στο ραντεβού" και γ) στις 11 Νοεμβρίου 1979, ημέρα Κυριακή της τηλεφώνησε και της είπε "εφ' όσον αγαπάς θα κάνεις τα πάντα για μένα, θα σε γλείφω, θα τον παίρνεις και τσιμπούκι και θα καταπιείς τα σπέρματα" και Γ) για συκοφαντική δυσφήμηση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο 1979 και περί ώρα 23.30", σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, τηλεφώνησε στην οικία της και είπε προς την ηλικίας 14 ετών θυγατέρα της, ΣΤ "Ξέρεις πού είναι τώρα η μητέρα σου; Είναι στη γκαρσονιέρα μου", περιστατικά ψευδή, της αναληθείας των οποίων τελούσε σε γνώση. ΕΠΕΙΔΗ, με την κρινόμενη αίτηση του, ο αιτών ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, διότι στην καταδίκη του άσκησαν ουσιώδη επιρροή οι καταθέσεις των παθουσών ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ, οι οποίες όμως καταθέσεις τους ήταν ψευδείς, όπως αυτό προκύπτει από νεότερες δικαστικές αποφάσεις. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της αιτήσεως του αυτής επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών: 1) την 56.342/14.12.1989 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η ΒΒ καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός
(1)έτους για τις πράξεις ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. 2) Την 12.707/12.2.1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΖΖ και η ΒΒ καταδικάστηκαν η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και 3) την 12.708/12.2.1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΣΤ και η ΒΒ καταδικάστηκαν, η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος. Όμως, τα παραπάνω που επικαλείται ο αιτών ως νέα γεγονότα -αποδείξεις, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε τις παραπάνω 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του, των οποίων ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η ακύρωση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, που να μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα, ο αιτών υπέβαλε την από 3.4.1989 αίτησή του, με την οποία και για τους ίδιους λόγους ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των παραπάνω 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επί της αιτήσεως του αυτής εκδόθηκε η 1498/1989 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ορίστηκε το Εφετείο Πειραιώς ως αρμόδιο να βεβαιώσει το ψευδές ή μη των καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου στις 19 Μαρτίου 1980 και στις 30 Ιουνίου 1980, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι 167/1980 και 395/1981, αντιστοίχως, αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού. Ακολούθως, εκδόθηκε η 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 528 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι, εκτός από ένα μέρος της καταθέσεως της ΒΒ στις 30 Ιουνίου 1981, ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περί του ότι "ο ΗΗ της ανακοίνωσε ότι πληροφορήθηκε από τον Συνταγματάρχη ΘΘ, ότι ο αιτών Χ είπε στον τελευταίου ότι την είχε φιλενάδα και ότι αυτή του χρωστάει χρήματα", για το οποίο μέρος της καταθέσεώς της καταδικάσθηκε για ψευδορκία αμετακλήτως με την 972/1984 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι λοιπές καταθέσεις της ΒΒ και εκείνες των ΓΓ και ΕΕ, που περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου δεν είναι ψευδείς, όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό του, το Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω 231/1994 απόφαση, συνεκτίμησε και την επικαλούμενη από τον αιτούντα 56.342/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, καταδικάσθηκε η ΒΒ μόνο (όχι δε και οι άλλες δύο μάρτυρες ΓΓ και ΕΕ) για ψευδορκία σχετικά με τα περισσότερα περιστατικά, που κατέθεσες στις δύο δίκες ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επομένως, η 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που αποφαίνεται στο διατακτικό της τα ανωτέρω, δημιουργεί δεδικασμένο, ως προς το ότι οι εν λόγω καταθέσεις των παραπάνω τριών μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ δεν είναι ψευδείς. Για τον λόγο μάλιστα αυτόν απορρίφθηκε με την 63/1995 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η από 3 Απριλίου 1989, καθώς και οι συμπληρωματικές από 22 Μαρτίου 1990, 14 Αυγούστου 1991, 17 Δεκεμβρίου 1991 και 2 Φεβρουαρίου 1994 αιτήσεις επαναλήψεως διαδικασίας του αιτούντος, που στηρίχθηκαν στα ίδια περιστατικά. Περαιτέρω, ούτε και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αιτούντα 12.707/12.2.1999 και 12.708/12.2.1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι ικανές να οδηγήσουν στην κρίση ότι αυτός είναι αθώος των παραπάνω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως με τις 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, με την 12.707/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκαν η μεν ΖΖ για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη, ενώ με την 12.708/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου καταδικάστηκαν η μεν ΣΤ για ψευδορκία μάρτυρος, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη, Όμως, οι πράξεις αυτές των παραπάνω καταδικασθέντων προσώπων αφορούσαν τις καταθέσεις που δόθηκαν στις 20 Δεκεμβρίου 1995 και στις 23 Νοεμβρίου 1995 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Πταισματοδίκη Καλλιθέας, αντιστοίχως και δεν έχουν καμία σχέση με την ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκαν οι ειρημένες 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, των οποίων ο αιτών ζητεί την ακύρωση. Ενόψει όλων αυτών, συνάγεται ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για την ευδοκίμηση της υπό κρίσην αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το από 13.1.2009 αίτημα του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως. Απορρίπτει την από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ως άνω Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση των 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009 Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 29 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ