← Ελλάδα

ΑΠ 1876/2009 — Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1876 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Για την τέλεσή της αρκεί και άκυρη έγκληση και γενικά η όποια ακυρότητα των τύπων στην αναφορά, μήνυση κλπ, δεν αποκλείει την τέλεση της πράξης. Αναίρεση για εσφαλμένη εφαρμογή. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1876/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Παπαθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 6730/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1840/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής όχι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Πα την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Με το μοναδικό λόγος της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Χ1, η αιτίαση ότι το δίκασαν κατ'έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ, αφού δέχθηκε ότι ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί του Χ2, Χ3 και Χ4, που ήταν όλοι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εδρεύουσας στην ... (...) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ASTRA INTERNATIONAL S.A.", διέπραξαν το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως εις βάρος του παθόντος Ψ, Προέδρου του Συνδέσμου Υπαλλήλων Ανωνύμων Εταιρειών και Γραφείων, όταν υπέβαλαν κατ'αυτού την από 2-1-2002 έγκληση της εκπροσωπούμενης από τους ίδιους ως άνω ανώνυμης εταιρείας, την οποία εγχείρισαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και με την οποία τον κατεμήνυσαν για τα όσα είχε αναφέρει ψευδώς για την εταιρεία αυτή στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας-Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Δυτικού Τομέα Αθηνών, όπου επρόκειτο να γίνει απόπειρα για την επίλυση εργατικών διαφορών μεταξύ της υπ'αυτών εκπροσωπούμενης εργοδότριας εταιρείας και της εργαζομένης ΑΑ, με αποτέλεσμα να ασκηθεί κατ'αυτού ποινική δίωξη για την κατ'έγκληση διωκόμενη αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας (άρθρο 364 του ΠΚ), αν και δεν ήταν έγκυρη η παραπάνω έγκληση, αφού υποβλήθηκε αυτή από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσας εταιρείας Π. Τσαμάκο, δυνάμει του προσαρτημένου σ'αυτήν (έγκληση) από 5-12-2001 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της, το οποίο δεν έφερε τις υπογραφές των μελών του τελευταίου, ούτε και βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών τους, κατά το άρθρο 42 § 2 του ΚΠΔ και, δεν ήταν, κατόπιν τούτου, σύννομη η υποβολή της εγκλήσεως αυτής. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ'αριθ. 6935/31-1-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έπαυσε οριστικά η κατά του Ψ ασκηθείσα ποινική δίωξη για τη δυσφήμηση της εκπροσωπούμενης από αυτούς ανώνυμης εταιρείας, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως αυτής και παρέλευσης έκτοτε τριμήνου. Επομένως, από την ίδια την ως άνω από 2-1-2002 έγκληση προέκυπτε, κατά τον ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, το απαράδεκτο της τυχόν ασκηθησόμενης κατά του εγκαλούμενου με αυτήν, Ψ, ποινικής δίωξης για την πράξη της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στηριχθεί κατηγορία κατ'αυτού για ψευδή καταμήνυση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 6730/2007 απόφαση του δικάσαντος κατ'έφεση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί του, Χ2, Χ3 και Χ4, κηρύχθηκαν, εκτός των άλλων, ένοχοι ψευδούς καταμηνύσεως, συνιστάμενης στο ότι: "εν γνώσει τους κατεμήνυσαν άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι'αυτήν και συγκεκριμένα την 2-1-2002, ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών τη με αριθμό ΒΜ Β2002/18 μήνυση της ανωτέρω εταιρείας σε βάρος του εγκαλούντος Ψ στην οποία ανέφεραν ψευδώς ότι: "Την 16-10-2001 ημέρα Τρίτη και περί ώρα 9.30πμ ο μηνυόμενος με την παρούσα, Ψ, παρευρέθη (αυτοβούλως) στην ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας τμήμα Κοινωνικής Επιθ/σης Δυτικού Τομέα Αθηνών απόπειρα επίλυσης των μεταξύ της εταιρίας μας (ως εργοδότριας) και της κ. ΑΑ (ως εργαζομένης) εργατικών διαφορών που προέβαλε η ανωτέρω εργαζομένη κατόπιν της από 1-10-2001 προσφυγής της ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών του Σώματος Επιθ/σης Εργασίας. Κατά την ανωτέρω απόπειρα επίλυσης, ο μηνυόμενος προέβη όλων αδικαιολογήτων στις κατωτέρω ανακριβείς, ψευδείς, συκοφαντικές και δυσφημιστικές δηλώσεις σε βάρος της εταιρίας και ειδικότερα δήλωσε αυτολεξεί τα εξής: (Ο Πρόεδρος του σωματείου δηλώνει ότι στη συγκεκριμένη επιχείρηση αυτό που βασιλεύει είναι ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία του ίδιου του εργοδότη. Σωρεία παραβιάσεων της εργατικής νομοθεσίας, όπως η μη εφαρμογή των ΣΣΕ της παροχής υπηρεσιών, η απλήρωτη πολλές φορές εργασία είναι από τα στοιχεία που αντιπροσωπεύουν το ήθος και το ύφος της εταιρίας). Οι ως άνω δηλώσεις του μηνυομένου αποτυπώθηκαν όπως ακριβώς διατυπώθηκαν από αυτόν στο υπ'αριθμ. ... Δελτίο Εργατικής Διαφοράς (σχ. 1) που συνέταξε η επόπτρια της Επιθ/σης Εργασίας κ. ΒΒ, δελτίο το οποίο υπεγράφη και από τον μηνυόμενο. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί και δηλώσεις του μηνυομένου, ότι δήθεν στην εταιρία μας βασιλεύει ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία ότι δήθεν παραβιάζει η εταιρία μας την εργατική νομοθεσία, ότι η διοίκηση της εταιρίας μας δεν εφαρμόζει για την αμοιβή του προσωπικού της τις ισχύουσες ΣΣΕ, ότι δήθεν η διοίκηση της εταιρίας μας πολλές φορές δεν αποδίδει δεδουλευμένες αποδοχές στους εργαζόμενους της, πράξεις οι οποίες όπως σαρκαστικά δηλώνει ο μηνυόμενος επιδεικνύουν το ήθος και το ύφος της εταιρίας μας, αποτελούν για την εταιρία μας και την διοίκηση της αμιγώς δυσφημιστικές δηλώσεις. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις του μηνυομένου, ευθέως παρουσιάζουν την εταιρία μας, ως επιχείρηση η οποία λειτουργεί και διοικείται με αυταρχισμό, επιβάλλει και ασκεί στους εργαζομένους την τρομοκρατία, δηλ. εν ολίγοις δήθεν χρησιμοποιεί έναντι των εργαζομένων της μεθόδους βίας που κυριεύουν τάχα αυτούς με ιδιαίτερο φόβο-τρομοκρατία. Περαιτέρω, ο μηνυόμενος ευθέως παρουσιάζει την εταιρία μας ως παραβαίνουσα την εργατική νομοθεσία η οποία τάχα επιδιώκει να καταβάλλει κατώτερες των νομίμων αποδοχές προς τους εργαζομένους της και κυρίως ο μηνυόμενος με τις ανωτέρω διαφημιστικές δηλώσεις του "περί απλήρωτης εργασίας", παρουσιάζει την εταιρία μας και την διοίκησή της ως παραβάτη του ποινικού δικαίου, που δεν αποδίδει δεδουλευμένες αποδοχές στους εργαζομένους της, πράξη ιδιαίτερα μειωτική που διώκεται κατά το ποινικό δίκαιο. Ο μηνυόμενος προέβη στις ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις σε βάρος της εταιρίας μας, ενώπιον της επόπτριας της Επιθ/σης Εργασίας κ. ΒΒ, του λογιστού της εταιρίας μας κ. ΓΓ και της προσφεύγουσας εργαζομένης κ. ΑΑ, με προφανή σκοπό να μειώσει ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, το όνομα και την φήμη της εταιρίας μας, γεγονός που περίτρανα αποδεικνύεται από την τελευταία σαρκαστική δήλωση του μηνυομένου ότι "... η απλήρωτη πολλές φορές εργασία είναι από τα στοιχεία που αντιπροσωπεύουν το ήθος και το ύφος της εταιρίας ..." εμμέσως πλην σαφώς υπονοώντας ότι η εταιρία μας και η διοίκησή της είναι μειωμένου ήθους γεγονός που αποδεικνύεται τάχα από την δήθεν απλήρωτη εργασία των εργαζομένων της". Οι ως άνω δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμοί του μηνυομένου σε βάρος της εταιρίας μας και της διοίκησής της, στις οποίες, κατά τα ανωτέρω, ο μηνυόμενος προέβη ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, αποτελούν διαδόσεις γεγονότων απολύτως ψευδών σε βάρος της εταιρίας μας και της διοίκησης της, ειδικότερα διαδόσεων που παρουσιάζουν την εταιρία μας ως επιχείρηση, η οποία λειτουργεί παρανόμως τάχα προσβάλλοντας τα εργασιακά δικαιώματα, ακόμη και της αμοιβής της δεδουλευμένης εργασίας, των εργαζομένων, ως επιχείρηση μειωμένης πίστης, ονόματος και φήμης, η διοίκηση της οποίας τάχα τρομοκρατεί τους εργαζομένους της και συγχρόνως επιχείρηση που προβαίνει σε ποινικά κολάσιμες πράξεις (μη πληρωμή αμοιβής δεδουλευμένης εργασίας), διαδόσεις του μηνυόμενου ψευδών γεγονότων σαφώς δυνάμενων να βλάψουν την προς την εταιρία μας και την διοίκηση της εμπιστοσύνη εν γένει του κοινού, των προσώπων που συγκροτούν εποπτικές αρχές (όπως επόπτριας Επιθ/σης Εργασίας) των συνεργατών και των εργαζομένων της εταιρίας μας και οι οποίες πράγματι έβλαψαν την πίστη προς την εταιρία μας και την διοίκηση της. Οι ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμοί που διέδωσε ο μηνυόμενος είναι συγχρόνως και απολύτως ψευδείς και συκοφαντικές, διότι ουδέποτε ακολουθήθηκαν από την διοίκηση της εταιρίας μας μέθοδοι βίας και εμποτισμού φόβου σε βάρος των εργαζομένων της, διότι οι μηνιαίες αποδοχές που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στην εταιρία μας είναι μεγαλύτερες των οριζομένων από τις ισχύουσες σσε, διότι πάντα οι εργαζόμενοι της εταιρίας μας ελάμβαναν και λαμβάνουν εμπροθέσμως τις μηνιαίες αποδοχές τους, γεγονότα των οποίων ο μηνυόμενος έλαβε γνώση και από τον παρευρισκόμενο στην ανωτέρω απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης εργατικής διαφοράς λογιστή της εταιρίας μας, ο οποίος και του έθεσε τα σχετικά στοιχεία περί των αμοιβών των εργαζομένων στην εταιρία μας. Επιπροσθέτως ο μηνυόμενος σαφώς γνώριζε και λόγω της ιδιότητας του ως Πρόεδρος Συνδέσμου Υπαλλήλων ΑΕ, ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι οι ανωτέρω δηλώσεις του ήτο ψευδείς, εφόσον η εταιρία μας από το έτος 1996 που λειτουργεί ουδέποτε αντιμετώπισε εργατικές αγωγές ή καταδικάστηκε σε ποινικά ή πολιτικά δικαστήρια για οποιασδήποτε μορφής εργασιακές απαιτήσεις των εργαζομένων της. Μετά ταύτα την 29-10-2001 κοινοποιήσαμε στον μηνυόμενο την από 26-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση (σχ. 2), με την οποία διαμαρτυρόμαστε για τις ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμούς που διέδωσε σε βάρος της εταιρίας μας και με την οποία τον καλούμε να ανακαλέσει τα όσα ψευδή γεγονότα διέδωσε στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή μας ρητά και κατηγορηματικά χαρακτηρίζουμε τις ως άνω δηλώσεις του μηνυόμενου ως ψευδείς, συκοφαντικές και δυσφημιστικές για την εταιρία μας και συγχρόνως απολύτως αόριστες και κενές γεγονότων που να την αποδεικνύουν. Παρά ταύτα ο μηνυόμενος μέχρι σήμερα ουδόλως προάσπισε (προφορικά ή εγγράφως) τα όσα ψευδή γεγονότα σε βάρος της εταιρίας μας διέδωσε ως τάχα αληθή, αλλά ούτε ανακάλεσε τις ανωτέρω ψευδείς δηλώσεις του, επιδεικνύοντας την έλλειψη μεταμέλειας από μέρους του. Επειδή ο μηνυόμενος με τις ανωτέρω δηλώσεις και ισχυρισμούς του σε βάρος της εταιρίας μας και της διοίκησής της, στις οποίες προέβη ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, διέδωσε γεγονότα απολύτως συκοφαντικά και δυσφημιστικά για την εταιρία μας, διαδόσεις από μέρους του ψευδών γεγονότων, των οποίων γνώριζε την αναλήθειά τους, δυνάμενων να βλάψουν την προς την εταιρία μας και την διοίκηση της εμπιστοσύνη εν γένει του κοινού, των προσώπων που συγκροτούν εποπτικές αρχές (όπως επόπτριας Επιθ/σης Εργασίας), των συνεργατών και των εργαζομένων της εταιρίας μας βλάβη της εταιρίας μας την οποία με την διάδοση των ανωτέρω ψευδών δηλώσεών του επεδίωκε και οι οποίες πράγματι έβλαψαν την πίστη του κοινού προς την εταιρία μας και την διοίκησή της. Επειδή ο μηνυόμενος παρά την από 26-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωσή μας με την οποία τον καλούσαμε σε ανάκληση των όσων συκοφαντικά δυσφημιστικών διέδωσε σε βάρος της εταιρίας μας, μέχρι σήμερα ουδεμία μεταμέλεια των πράξεών του σε βάρος της εταιρίας μας επέδειξε. Επειδή οι ανωτέρω πράξεις του μηνυομένου σε βάρος της εταιρίας μας πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δυσφήμισης ανωνύμου εταιρίας, που εισάγεται με το άρθρο 364 ΠΚ. Επειδή προς απόδειξη της παρούσης εγκλήσεώς μας προσκομίζουμε και επικαλούμεθα τα προαναφερόμενα σχετικά έγγραφα (σχ.1,2). Επειδή η παρούσα έγκληση μας είναι νόμιμος, βάσιμη και αληθής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Και με ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματος μας ΕΓΚΑΛΟΥΜΕ - ΜΗΝΥΟΥΜΕ Τον Ψ, Πρόεδρο του Συνδέσμου Υπαλλήλων ΑΕ και Γραφείων, για τις προαναφερθείσες συκοφαντικές, δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμούς του, που διέδωσε κατά τα ανωτέρω σε βάρος της εταιρίας μας, διαδόσεις δυνάμενες να βλάψουν την προς την εταιρία μας και την διοίκηση της εμπιστοσύνη εν γένει του κοινού των προσώπων που συγκροτούν εποπτικές αρχές (όπως επόπτριας Επιθ/σης Εργασίας), των συνεργατών και των εργαζομένων της εταιρίας μας και οι οποίες πράγματι έβλαψαν την πίστη του κοινού προς την εταιρία μας και την διοίκησή της ... "τελούντες εν γνώσει ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή, έπραξαν δε τούτο με σκοπό να προκαλέσουν τη δίωξη του ανωτέρω εγκαλούντος ότι δήθεν τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη". Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος Νικόλαος Γεωργακόπουλος, που εκπροσώπησε τους μη εμφανισθέντες αυτοπροσώπως στην κατ'έφεση δίκη, αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Χ1 και τους συγκατηγορουμένους του Χ2, Χ3 και Χ4, κατά τη διάρκεια της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ακροαματικής διαδικασίας, ζήτησε να κηρυχθούν απαράδεκτες οι αποδιδόμενες σ'αυτούς κατηγορίες για τους παρακάτω λόγους - ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως και έχουν ως εξής: "Η υπό κρίση από 20.02.2002 έγκληση του κ. Ψερείδεται εν πολλοίς επί του περιεχομένου της από 04.01.2002 έγκλησης η οποία κατετέθη στο όνομα της Εταιρίας εναντίον του εδώ εγκαλούντος. Το εν λόγω έγγραφο έγκλησης εναντίον του κ. Ψ δεν έφερε καμία υπογραφή εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, κατετέθη δε από τον Δικηγόρο κ. Χ. Τσαμάκο, ο οποίος υπέβαλε το ανωτέρω έγγραφο άνευ Πρακτικού Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας νομίμως υπογραφόμενου υπό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, παρέχοντος σε αυτόν εξουσιοδότηση για υποβολή της επίμαχης έγκλησης. Για τους λόγους αυτούς, η επίμαχη από 04.01.2002 έγκληση κατά του κ. Ψ απερρίφθη ως μη ασκηθείσα και απαράδεκτη με την 6935/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία τονίζει ότι εν λόγω έγκληση λογίζεται "ως μη γενομένη". Εκ των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η έγκληση επί της οποίας ερείδονται οι υπό κρίση κατηγορίες κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου:
  2. είναι ανυπόστατη και
  3. δεν εμπεριέχει κανένα νόμιμο σύνδεσμο με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της φερομένης ως εγκαλούσας Εταιρίας, των οποίων η υπογραφή δεν ετέθη ούτε επί του εγγράφου της έγκλησης ούτε και σε έγγραφο παρέχον σχετική εξουσία στον καταθέσαντα την έγκληση. Κατά συνέπεια, όπως εκρίθη για τυπικούς λόγους ότι η επίμαχη έγκληση είναι ανυπόστατη και ουδέποτε ασκήθηκε από την Εταιρία, ομοιοτρόπως, για τους αυτούς τυπικούς λόγους, η επίμαχη έγκληση δεν συνιστά νομίμως "πράξη", δηλαδή νομίμως εξωτερικευμένη συμπεριφορά της Εταιρίας, και συγκεκριμένα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ως απαιτεί το άρθρο 14 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση της κατά το Ποινικό Δίκαιο έννοιας του "εγκλήματος", με αποτέλεσμα οι σχετικές υπό κρίση κατηγορίες να καθίστανται εντεύθεν απαράδεκτες και απορριπτέες". Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το κατ'έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών με τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ακόλουθη αιτιολογία: "... στις 5.12.2001 αποφάσισαν να υποβάλλουν έγκληση κατά του Ψ δια δυσφήμιση ανώνυμης εταιρείας (άρθρ. 364 Π.Κ.), με βάση τα όσα αυτός ανωτέρω ανέφερε στην Επιθεώρηση εργασίας, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή του. Έτσι οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι, ως εκπρόσωποι της πιο πάνω αν. εταιρείας στις 2 Ιανουαρίου 2002 υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με αρ. ΑΜΒ 2002/18 μήνυση δια του ορισθέντος με το από 5-12-01 πρακτικό ΔΣ πληρεξουσίου δικηγόρου Π. Τσομάκου το ακριβές περιεχόμενο της οποίας διαλαμβάνεται στο διατακτικό με την οποία ψευδώς καταμήνυσαν αυτόν, ότι τα όσα ανέφερε στην Επιθεώρηση Εργασίας ήσαν δήθεν ψευδή και έγιναν από τον τελευταίο ενώπιον τρίτων προκειμένου να βλάψουν την εμπορική φήμη και πίστη της πιο πάνω εταιρείας. Είναι δε αδιάφορο το ότι, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος Ψ για δυσφήμιση ανώνυμης εταιρείας, εκδόθηκε η με αρ. 6935/31-1-05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη, η οποία έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι η ως άνω από 2-1-2002 έγκληση δεν συνοδευόταν από πρακτικό του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρείας, φέρον τις υπογραφές των μελών του ΔΣ, που να παρέχει εντολή στον δικηγόρο Π. Τσομάκο που υπέβαλε αυτήν, αφού για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, ακόμη και για εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, οιαδήποτε ακυρότητα ως προς τον τύπο υποβολής της, δεν αποκλείει την τέλεση του αδικήματος (Μ. Μαργαρίτης Ποινικός Κώδικας ερμηνεία κατ' άρθρο, σελ. 588 αρ. 9 με περαιτέρω παραπομπές), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των κατηγορουμένων ...". Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, χωρίς να χωρήσει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 229 § 1 Π.Κ. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Η έλλειψη υπογραφής του ιδίου αλλά και των συγκατηγορουμένων του προκύπτει από την έγκληση στον αρμόδιο γραμματέα του Πλημ/κείου Αθηνών, ο οποίος ώφειλε να εντοπίσει την έλλειψη υπογραφών και να αρνηθεί την παραλαβή της και κατά συνέπεια, να ασκηθεί ποινική δίωξη και, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, να θεωρήσει τετελεσμένο το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 2) Η έλλειψη νόμιμης υπογραφής της έγκλησης, καθιστά αυτήν όχι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη και συνεπώς, δεν μπορεί να δημιουργήσει έννομες συνέπειες και να αποτελέσει αξιόποινη συμπεριφορά. Και 3) Η υποβολή της εν λόγω έγκλησης δεν συνιστά εξωτερικευμένη συμπεριφορά της εταιρίας και δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν η ιδιότητα του "δράστη". Και τούτο διότι αρκεί και άκυρη έγκληση για να ασκηθεί η ποινική δίωξη και, γενικά, η όποια ακυρότητα των τύπων στην αναφορά, μήνυση κ.λ.π., δεν αποκλείει την τέλεση της πράξης, μάλιστα δε, το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως είναι τετελεσμένο, μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή, ανεξάρτητα αν ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Οκτωβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτ. 373/2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμό 6.730/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.